| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28014 | λετριστής | λε-τρι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του λετρισμού. [< γαλλ. lettriste] | |
| 28015 | λετσαρία | λε-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (περιληπτ.) λέτσοι: Μαζεύτηκε όλη η ~. Βλ. -αρία. 2. η κατάσταση του λέτσου· ειδικότ. τα φθαρμένα, βρόμικα ρούχα. Βλ. κοκεταρία. | |
| 28016 | λέτσος | λέ-τσος ουσ. (αρσ.) (προφ.): άνδρας απεριποίητος, βρομιάρης· κατ΄επέκτ. άξεστος: Βγαίνει έξω/γυρνά/κυκλοφορεί/ντύνεται σαν ~/τον ~ο. Πβ. ατημέλητος, κουρελής. [< ιταλ. lezzo ‘μπόχα, βρομιά’] | |
| 28017 | λεύγα | λεύ-γα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους μεγάλων αποστάσεων, με διαφορετικές τιμές από χώρα σε χώρα: ναυτική ~ (: ίση με 3 ναυτικά μίλια). [< λατ. leuga· πβ. μεσν. λέγα < βεν. lega] | |
| 58683 | λευίτης | λευ-ί-της ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που ανήκε στην ιερατική φυλή του Λευί και στον κατώτερο κλήρο με λατρευτικά καθήκοντα· Ισραηλίτης ιερέας ή (γενικότ.-σπάν.) κληρικός. Βλ. -ίτης1. [< μτγν. Λευΐτης] | |
| 28018 | Λευϊτικό | Λευ-ϊ-τι-κό ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) Λευϊτικόν: ΘΕΟΛ. το τρίτο βιβλίο της Πεντατεύχου, που περιέχει τελετουργικές διατάξεις της εβραϊκής λατρείας. [< μτγν. λευϊτικόν] | |
| 28019 | λεύκα | λεύ-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (γένος Populus) με ευθύ, ψηλό κορμό και μικρά φύλλα που κρέμονται από μακρύ μίσχο· συνεκδ. το ελαφρύ, μαλακό ξύλο του: άσπρη ή λευκή/μαύρη ~. Πβ. καβάκι. ΣΥΝ. λεύκη (2) [< αρχ. λεύκη] | |
| 28020 | Λευκαδίτης, Λευκαδίτισσα | Λευ-κα-δί-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Λευκάδιος, Λευκάδια: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Λευκάδα. | |
| 28021 | λευκαδίτικος | , η, ο λευ-κα-δί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Λευκάδα ή/και τους Λευκαδίτες. Βλ. -ίτικος. | |
| 28022 | λευκαίνω | λευ-καί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λεύκ-ανε, -άνει, -άνθηκε, -ανθεί, λευκαίν-οντας, λευκ-ασμένος}: κάνω κάτι (πιο) λευκό, αστραφτερό ή φωτεινό: Προϊόν που καθαρίζει και ~ει τα δόντια/την επιδερμίδα/τα ρούχα. Χαρτί που δεν έχει ~ανθεί με χλώριο. ~ασμένος: χημικός (χαρτο)πολτός. ~ασμένο: ρύζι. ~ασμένα: υφάσματα. Πβ. ασπρίζω. Βλ. αποχρωματίζω, δια~. ● λευκαίνει: γίνεται λευκός. [< αρχ. λευκαίνω] | |
| 28023 | λευκάνθεμο | λευ-κάν-θε-μο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πολυετές ποώδες φυτό (γένος Leucanthemum), γνωστό είδος του οποίου είναι η μαργαρίτα. [< μτγν. λευκάνθεμον] | |
| 28024 | λεύκανση | λεύ-καν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διαδικασία, τεχνική με την οποία κάτι καθίσταται (πιο) λευκό, αστραφτερό, φωτεινό ή το αποτέλεσμά της· αποχρωματισμός νημάτων, υφασμάτων, χαρτιού, συνήθ. με χημική κατεργασία: (στην οδοντιατρική:) ~ δοντιών. Νάρθηκες (βλ. δισκάριο, μασελάκι)/τζελ ~ης.|| Κρέμα ~ης δέρματος.|| Καθαρισμός και ~ ρούχων (βλ. λουλάκι).|| Εργαστήριο ~ης. ~ (χαρτο)πολτού με χλώριο. Πβ. άσπρισμα. Βλ. δια~. [< αρχ. λεύκανσις ‘άσπρισμα’, γαλλ. blanchissage] | |
| 28025 | λευκαντήριο | λευ-κα-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργαστήριο λεύκανσης: (βιομηχανικό) ~ βάμβακος/δέρματος. Βλ. βαφείο, φινιριστήριο, -τήριο. [< γαλλ. blanchisserie] | |
| 28026 | λευκαντής | λευ-κα-ντής ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. λευκαντικό: ~ αρμών. 2. τεχνίτης ειδικός στη λεύκανση. [< 2: μτγν. λευκαντής, γαλλ. blanchisseur] | |
| 28027 | λευκαντικό | λευ-κα-ντι-κό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κάθε χημική ουσία λεύκανσης: οικολογικό/φυσικό ~. ~ δοντιών/ρούχων. ~ σε σκόνη/ταμπλέτες. ~ με οξυγόνο/χλώριο. Πβ. λευκαντής. Βλ. απορρυπαντικό. [< γαλλ. blanchissant] | |
| 28028 | λευκαντικός | , ή, ό λευ-κα-ντι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που συντελεί στη λεύκανση: ~ός: παράγοντας (π.χ. το υπεροξείδιο του υδρογόνου). ~ή: δράση (π.χ. του χυμού από λεμόνι)/κρέμα (χεριών)/οδοντόκρεμα/ουσία (βλ. χλωρίνη)/σκόνη (ρούχων). ~ή θεραπεία προσώπου κατά των πανάδων. Προϊόν χωρίς ~ά συστατικά. [< μτγν. λευκαντικός ‘σχετικός μ τη λευκότητα’, γαλλ. blanchissant] | |
| 28029 | λευκαρίτικος | , η, ο λευ-κα-ρί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τα Λεύκαρα, χωριό της Κύπρου. Βλ. -ίτικος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λευκαρίτικο κέντημα: ΛΑΟΓΡ. είδος κυπριακού κεντήματος με αυστηρά γεωμετρικά σχέδια και τρυπητά μέρη. | |
| 28030 | λεύκη | λεύ-κη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. δερματοπάθεια που οφείλεται σε βλάβη και απώλεια μελανοκυττάρων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση άσπρων κηλίδων σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος. Βλ. αλφισμός, λευκοδερμία. 2. ΒΟΤ. λεύκα. [< αρχ. λεύκη] | |
| 28031 | λευκίνη | λευ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. λευκό κρυσταλλικό αμινοξύ (σύμβ. C6H13NO2) που δεν παράγεται από τον οργανισμό, αλλά προσλαμβάνεται με τη διατροφή. Βλ. βαλ-, θρεον-, ιστιδ-, λυσ-, μεθειον-, φαινυλαλαν-ίνη, ιντερ~, ισο~, τρυπτοφάνη. [< γαλλ.-αγγλ. leucine] | |
| 28032 | λευκίσκος | λευ-κί-σκος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ασπρόψαρο. [< μτγν. λευκίσκος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ