Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28740-28760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28033λευκισμόςλευ-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. αλφισμός, αλμπινισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. albinisme]
28034λευκίτηςλευ-κί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. λευκό ή γκρι ορυκτό που αποτελείται από πυριτικό άλας αλουμινίου και καλίου και βρίσκεται σε ηφαιστειακά πετρώματα. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. λευκίτης 'λευκό κριάρι', γαλλ. leucite]
28035λευκο- & λευκό-& (σπάν.) λευχ- & λευκ-: α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. είναι λευκό: (ΟΡΥΚΤ.) λευκό-λιθος.|| Λευκο-ντυμένος (: ντυμένος στα λευκά).|| Λευκ-ίσκος. 2. ΙΑΤΡ. αναφέρεται στα λευκά αιμοσφαίρια: λευκο-κύτταρο/~πενία. Λευχ-αιμία.
28036λευκοδερμίαλευ-κο-δερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματοπάθεια που οφείλεται σε έλλειψη χρωστικής και προκαλεί αποχρωματισμό του δέρματος. Βλ. αλφισμός, λεύκη. [< γαλλ. leucodermie]
28037λευκοκύτταραλευ-κο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λευκοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. λευκά αιμοσφαίρια τα οποία προστατεύουν το σώμα από παθογόνους μικροοργανισμούς: μονοπύρηνα ~ (πβ. λεμφο-, μονο-κύτταρα). Κοκκιοκύτταρα ή πολυμορφοπύρηνα ~ (βλ. βασεόφιλα, ουδετερόφιλα). ~ του περιφερικού αίματος. Βλ. αμοιβαδοειδής, ανοσο-, ερυθρο-κύτταρα, πυοσφαίρια. [< γαλλ.-αγγλ. leucocytes]
28038λευκοκυτταρικός, ή, ό λευ-κο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα λευκοκύτταρα: ~ή: λευχαιμία. ~ό: αντιγόνο. ~οί: κύλινδροι. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκοκυτταρικός τύπος: ποσοστό των διαφόρων ειδών λευκοκυττάρων σε 1 mm3 αίματος. [< γαλλ. leucocytaire]
28039λευκοκυττάρωσηλευ-κο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του αριθμού των λευκοκυττάρων του αίματος. Πβ. ουδετεροφιλία. ΑΝΤ. λευκοπενία [< γαλλ. leucocytose, αγγλ. leucocytosis]
28040λευκόλιθοςλευ-κό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό ανθρακικό μαγνήσιο, ποικιλία του μαγνησίτη. [< μτγν. λευκόλιθος 'που έχει φτιαχτεί από λευκό λίθο']
28041λευκοντυμένος, η, ο λευ-κο-ντυ-μέ-νος επίθ.: που φορά άσπρα ρούχα: ~ος: άγγελος. ~η: νυφούλα.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ο: δάσος (= χιονισμένο)/νησί (: με άσπρα σπίτια). Πβ. ασπρο-ντυμένος, -φορεμένος, λευκοφόρος. ΑΝΤ. μαυροντυμένος
28042λευκοπενίαλευ-κο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων του αίματος. Πβ. λεμφο-, ουδετερο-πενία. Βλ. θρομβοπενία. ΑΝΤ. λευκοκυττάρωση [< γαλλ. leucopénie, περ. 1900, αγγλ. leucopenia]
28043λευκοπλακίαλευ-κο-πλα-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη λευκών πλακών ή κηλίδων σε βλεννογόνο: τριχωτή ~. Εξαλλαγή ~ας. ~ του αιδοίου/(συνήθ.) του στόματος. ~ λόγω καπνίσματος. [< γαλλ. leucoplasie, 1900, αγγλ. leucoplakia]
28044λευκοπλάστλευ-κο-πλάστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) λευκοπλάστης (ο): υποαλλεργική κολλητική ταινία για συγκράτηση επιθέματος στο δέρμα. Πβ. τσιρότο, χανζαπλάστ. Βλ. έμπλαστρο. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Leukoplast, das, ‘λευκό έμπλαστρο’, 1901]
28045λευκοπλάστηςλευ-κο-πλά-στης ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. οργανίδιο (πλαστίδιο) του φυτικού κυττάρου, που είναι άχρωμο και λειτουργεί ως αποταμιευτικός χώρος. Βλ. χλωροπλάστης. [< γερμ. Leukoplast, der αγγλ. leucoplast, γαλλ. leucoplaste]
28046λευκοπύρωσηλευ-κο-πύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. εκπομπή λευκού φωτός από μεταλλικό συνήθ. σώμα, λόγω μεγάλης αύξησης της θερμοκρασίας του. Βλ. πυράκτωση.
28047λευκορόδινος, η, ο λευ-κο-ρό-δι-νος επίθ.: που έχει λευκό και ρόδινο χρώμα: ~α: άνθη. Βλ. ροδαλός.
28048λευκόρροιαλευ-κόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη έκκριση υγρών από τον γυναικείο κόλπο ή/και τη μήτρα. Βλ. κολπ-, τραχηλ-ίτιδα, -ρροια. [< γαλλ. leucorrhée, αγγλ. leucorrhea]
28049Λευκορώσος, Λευκορωσίδα[Λευκορῶσος] Λευ-κο-ρώ-σος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Λευκορωσία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη λευκορωσική υπηκοότητα.
28050λευκός, ή, ό λευ-κός επίθ. 1. που έχει το χρώμα του χιονιού ή του γάλακτος ως αποτέλεσμα της αντανάκλασης όλων των ακτίνων φωτός: ~ός: αφρός/πίνακας. ~ή: κιμωλία/κλωστή/σελίδα (: που δεν έχει γραμμές ή είναι άγραφη)/ταινία. ~ό: νυφικό/περιστέρι (: σύμβολο της ειρήνης)/πουκάμισο/τριαντάφυλλο/φόντο/χαρτί. ~ά: άνθη/δόντια. ~ά: μαλλιά (: με ~ές τρίχες· βλ. κατά-, πάλ-λευκος)/πανιά. Πρόσωπο ~ό σαν (το) χιόνι.|| ~ό: τοπίο. ~ά: Χριστούγεννα. Πβ. χιονισμένος.|| (για ορισμένα ζώα) ~ός: καρχαρίας. ~ή: φάλαινα. ΣΥΝ. άσπρος (1) ΑΝΤ. μαύρος (1) 2. του οποίου το χρώμα πλησιάζει το λευκό, συνήθ. σε αντιδιαστολή με άλλα ομοειδή που είναι πιο σκούρα: ~ή: σοκολάτα. ~ό: τσάι (βλ. πράσινο)/ψωμί (βλ. ολικής αλέσεως). ΑΝΤ. μαύρος.|| ~ή: σάλτσα. ~ό: κρασί (: με κιτρινωπό χρώμα)/κρέας (π.χ. κοτόπουλο)/λάχανο. ~ά: σταφύλια. Φρούτα με ~ή σάρκα (= λευκόσαρκα). Βλ. κόκκινος.|| ~ό: τυρί (π.χ. φέτα, βλ. κίτρινο).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: κηλίδες (στο δέρμα/στα δόντια).|| ~ή: φυλή (βλ. κίτρινη, κόκκινη, μαύρη). ~ό: δέρμα. Βλ. έγχρωμος, ερυθρόδερμος. 3. (μτφ.) που δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο: ~ό: παρελθόν (πβ. αγνό, αθώο, ακηλίδωτο, άσπιλο)/(ΝΟΜ.) ποινικό μητρώο (: χωρίς νομικά παραπτώματα, πβ. καθαρό, ΑΝΤ. βεβαρημένο). ● Ουσ.: λευκά (τα) 1. σύνολο από λευκά εσώρουχα ή άλλα λευκά είδη: Πλένουμε χωριστά τα χρωματιστά από τα ~. Πβ. ασπρόρουχα. 2. τα άσπρα πιόνια στο σκάκι: Παίζουν τα ~. 3. ΤΥΠΟΓΡ. τα λεπτότερα και λιγότερο έντονα στοιχεία γραμματοσειράς. Βλ. ημίμαυρος, μπολντ., λευκό (το) 1. το αντίστοιχο χρώμα: αποχρώσεις του ~ού. Το ~ του πάγου.|| (στον πληθ., μτφ.) Όλη η χώρα στα ~ά (: λόγω του χιονιού). ΣΥΝ. άσπρο (1) ΑΝΤ. μαύρο (1) 2. λευκή ψήφος, λευκό ψηφοδέλτιο: Έδωσε/έριξε/ψήφισε ~., Λευκοί (οι) {σπανιότ. στον εν.}: το σύνολο των ανθρώπων που έχουν λευκή επιδερμίδα και των οποίων τα μάτια δεν είναι σχιστά. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκά αιμοσφαίρια: λευκοκύτταρα. Βλ. ερυθρός., λευκά είδη: σεντόνια, κουβέρτες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κουρτίνες, μαξιλαροθήκες λευκού χρώματος: ~ ~ κουζίνας/προικός. ~ ~ για ξενοδοχεία/παιδιά. Πβ. ασπρόρουχα. [< αγγλ. white goods, 1900] , λευκή ζώνη 1. θαλάσσια περιοχή στην οποία επιτρέπεται η αλιεία. 2. (στον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό της Κύπρου) έκταση γης στην οποία απαγορεύεται η οικοδομική δραστηριότητα. 3. ΑΘΛ. (& συχνότ. άσπρη ζώνη) η πρώτη ζώνη που αποκτούν οι αθλούμενοι στις πολεμικές τέχνες και προσδιορίζει το χαμηλότερο επίπεδο τεχνικής και εμπειρίας τους στο άθλημα. Βλ. μαύρη ζώνη., Λευκός Πύργος: ΙΣΤ. κυκλικός οχυρωματικός πύργος του 15ου αι. που χρησιμοποιήθηκε επί τουρκοκρατίας ως φυλακή θανατοποινιτών και αποτελεί σήμερα ιστορικό μνημείο, σύμβολο της Θεσσαλονίκης., ο Λευκός Οίκος: η επίσημη κατοικία και το γραφείο του προέδρου των ΗΠΑ· συνεκδ. η εκτελεστική εξουσία της κυβέρνησης των ΗΠΑ και οι φορείς της: συνάντηση στον ~ό ~ο.|| Αξιωματούχος/εκπρόσωπος του ~ού ~ου. [< αμερικ. White House] , αθώα/λευκή περιστερά βλ. περιστερά, άσπρη/λευκή γραμμή βλ. γραμμή, λευκά ποτά βλ. ποτό, λευκές νύχτες βλ. νύχτα, λευκές συσκευές βλ. συσκευή, λευκή απεργία βλ. απεργία, Λευκή Βίβλος/Λευκό Βιβλίο βλ. βίβλος, λευκή επιταγή βλ. επιταγή, λευκή ισοπαλία βλ. ισοπαλία, λευκή κάρτα βλ. κάρτα, λευκή κόλλα βλ. κόλλα, λευκή λίστα βλ. λίστα, λευκή νύχτα βλ. νύχτα, λευκή ουσία βλ. ουσία, λευκή σημαία βλ. σημαία, λευκή ψήφος βλ. ψήφος, λευκό κελί βλ. κελί, λευκό κολάρο βλ. κολάρο, λευκό συμβόλαιο βλ. συμβόλαιο, λευκό φως βλ. φως, λευκό ψέμα βλ. ψέμα, λευκός θάνατος βλ. θάνατος, λευκός θόρυβος βλ. θόρυβος, λευκός ιππότης βλ. ιππότης, λευκός καπνός βλ. καπνός, λευκός νάνος βλ. νάνος, λευκός/εικονικός γάμος βλ. γάμος, πολική αρκούδα βλ. αρκούδα ● ΦΡ.: εν λευκώ (λόγ.): με απεριόριστη ελευθερία (κινήσεων), χωρίς επιφυλάξεις: ~ ~ ανάθεση (μιας υπόθεσης). Έδωσε/ζήτησε ~ ~ έγκριση/εξουσιοδότηση. Διαχειρίζεται ~ ~ την περιουσία της οικογένειας. Υπέγραψε ~ ~., εμπόριο λευκής σαρκός βλ. σαρξ, ντύνομαι στα λευκά βλ. ντύνω, σε λευκό κλοιό βλ. κλοιός [< αρχ. λευκός, γαλλ. blanc, αγγλ. white]
28051λευκόσαρκος, η, ο λευ-κό-σαρ-κος επίθ.: που έχει λευκή σάρκα: (ΒΟΤ.) ~α: νεκταρίνια/ροδάκινα/φρούτα.|| (ΙΧΘΥΟΛ.) ~α: ψάρια (π.χ. γλώσσα, μπακαλιάρος, ξιφίας, πέρκα). [< μτγν. λευκόσαρκος]
28052λευκοσίδηροςλευ-κο-σί-δη-ρος ουσ. (αρσ.) (στη μεταλλουργία): έλασμα επικασσιτερωμένου χάλυβα, που χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή συσκευασιών τροφίμων. Πβ. τενεκές. Βλ. αλουμίνιο, λαμαρίνα. [< γαλλ. fer-blanc]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.