| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28053 | λευκοσιδηρουργός | λευ-κο-σι-δη-ρουρ-γός ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που επεξεργάζεται τον λευκοσίδηρο. Πβ. τενεκετζής, φαναρτζής. Βλ. -ουργός1. [< γαλλ. ferblantier] | |
| 28054 | λευκότητα | λευ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λευκού: φυσική ~. Η ~ των δοντιών/της επιδερμίδας/των ρούχων/των σπιτιών/του χιονιού (πβ. ασπράδα). Χαρτί εξαιρετικής/υψηλής ~ας.|| (μτφ.) Η ~ της ψυχής. Πβ. αγν-, αθω-, καθαρ-ότητα. [< αρχ. λευκότης] | |
| 28055 | λευκόφαιος | , η, ο λευ-κό-φαι-ος επίθ. (λόγ.): γκρίζος, σταχτής: ~ο: μάρμαρο. [< μτγν. λευκόφαιος] | |
| 28056 | λευκοφόρος | , ος/α, ο λευ-κο-φό-ρος επίθ. (λόγ., κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.): λευκοντυμένος: ~ος: άγγελος. Πβ. ασπρο-ντυμένος, -φορεμένος. Βλ. -φόρος. ΑΝΤ. μαυροφόρος [< μτγν. λευκοφόρος] | |
| 28057 | λευκόχρους | , ους, ουν λευ-κό-χρους επίθ. {λευκόχρο-ος | -ες (ουδ. -α)} (λόγ.-συχνά επιστ.): λευκού χρώματος: ~ους: ουσία. Βλ. μελάγ-, ποικιλό-, ροδό-χρους. [< αρχ. λευκόχρους] | |
| 28058 | λευκόχρυσος | λευ-κό-χρυ-σος ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. αργυρόλευκο μέταλλο, βαρύ, δύστηκτο, ελατό και όλκιμο· το συγκεκριμένο χημικό στοιχείο (σύμβ. Pt, Ζ, 78): η ομάδα του ~ου (: ιρίδιο, όσμιο, παλλάδιο, ρόδιο, ρουθήνιο). Κράματα ~ου. Κοσμήματα από ~ο. Βλ. παραμαγνητισμός, πολύτιμα/ευγενή μέταλλα. ΣΥΝ. πλατίνα (1) [< μτγν. λευκόχρυσος (ἡ) 'πολύτιμος λίθος με χρυσαφί χρώμα', αγγλ. platinum, γαλλ. or blanc] | |
| 28059 | λευκόχρυσος | , η, ο λευ-κό-χρυ-σος επίθ. 1. φτιαγμένος από λευκόχρυσο: ~α: κοσμήματα. 2. που έχει λευκό και χρυσαφί χρώμα: ~η: αμμουδιά. [< 2: μτγν. λευκόχρυσος] | |
| 28060 | λεύκωμα | λεύ-κω-μα ουσ. (ουδ.) {λευκώμ-ατα} 1. βιβλίο, συνήθ. ειδική έκδοση, με εικόνες ή/και κείμενα (κρίσεις, περιγραφές, μαρτυρίες, σχόλια) για συγκεκριμένο θέμα, σημαντικό πρόσωπο, τόπο, ιστορικό ή άλλο γεγονός· ειδικότ. τετράδιο με φιλικές αφιερώσεις ή/και ευχές προς τον κάτοχό του: επετειακό/ιστορικό/μουσικό/οικογενειακό/οπτικοακουστικό (: με σιντί ή ντιβιντί)/συλλεκτικό/φωτογραφικό/ψηφιακό ~. ~ αφιερωμένο στο Άγιο Όρος. ~-ντοκουμέντο. Πβ. άλμπουμ, αφιέρωμα.|| Αναμνηστικό/προσωπικό ~. Μαθητικά/σχολικά ~ατα. 2. ΒΙΟΧ. {συνήθ. στον πληθ.} πρωτεΐνη· ειδικότ. ασπράδι αβγού: ~ατα αίματος. ~ στα ούρα (= πρωτεϊνουρία). Διατροφή πλούσια σε ~ατα (βλ. κρέας). Βλ. αλβουμ-, λευκωματ-ίνη. 3. ΙΑΤΡ. θαμπή λευκή κηλίδα στον κερατοειδή του ματιού, λόγω ασθένειας ή τραυματισμού. 4. ΙΑΤΡ. (σπάν.-προφ.) λευκωματουρία. [< 1: αρχ. λεύκωμα, γαλλ. album 2: γαλλ. albumen 3: μτγν. ~] | |
| 28061 | λευκωματικός | , ή, ό λευ-κω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λεύκωμα: ~ός: τόμος. [< μτγν. λευκωματικός 'που αναφέρεται στο λεύκωμα του κερατοειδούς'] | |
| 28062 | λευκωματίνη | λευ-κω-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. απλή υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη που περιέχεται στο ασπράδι του αβγού, στον ορό και το πλάσμα του αίματος, στο γάλα, καθώς και σε αρκετά βιολογικά υγρά και σε ζωικούς και φυτικούς ιστούς. Βλ. καζεΐνη, περισπέρμιο, -ίνη. ΣΥΝ. αλβουμίνη [< γαλλ. albumine] | |
| 28063 | λευκωματουρία | λευ-κω-μα-του-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία λευκωματίνης στα ούρα, λόγω μη φυσιολογικής λειτουργίας των νεφρών. Πβ. πρωτεϊνουρία. Βλ. -ουρία. ΣΥΝ. λεύκωμα (4) [< γαλλ. albuminurie, αγγλ. albuminuria] | |
| 28064 | λευκωματούχος | , ος/α, ο [λευκωματοῦχος] λευ-κω-μα-τού-χος επίθ.: που περιέχει λευκωματίνη ή γενικότ. πρωτεΐνες: ~ες: ουσίες/τροφές. Πβ. λευκωματώδης, πρωτεϊνούχος. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. albumineux] | |
| 28065 | λευκωματώδης | , ης, ες λευ-κω-μα-τώ-δης επίθ. {λευκωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη λευκωματίνη, την περιέχει ή έχει παρόμοια σύσταση με αυτή: ~ης: ένωση/ουσία. ~εις: ύλες. Πβ. λευκωματούχος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. λευκωματώδης 'που σχετίζεται με το λεύκωμα του κερατοειδούς', γαλλ. albumineux] | |
| 28066 | λευκωπός | , ή, ό λευ-κω-πός επίθ.: υπόλευκος. Βλ. -ωπός. | |
| 28067 | λεύκωση | λεύ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική αύξηση των λευκοκυττάρων: ενζωοτική ~ βοοειδών. Πβ. λευχαιμία. [< μτγν. λεύκωσις 'άσπρισμα, λεύκανση', γαλλ. leucose, αγγλ. leucosis, 1922] | |
| 28068 | λευτεριά | λευ-τε-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ελευθερία. ● ΣΥΜΠΛ.: καλή λευτεριά!: ευχή σε έγκυο να έχει καλό τοκετό. [< μεσν. λευτεριά] | |
| 28069 | λεύτερος | , η, ο λεύ-τε-ρος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ελεύθερος. [< μεσν. λεύτερος] | |
| 28070 | λευτέρωμα | λευ-τέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): απελευθέρωση. | |
| 28071 | λευτερώνω | λευ-τε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {λευτέρω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} & λευθερώνω (λαϊκό-λογοτ.): ελευθερώνω. [< μεσν. λευτερώνω] | |
| 28072 | λευχαιμία | λευ-χαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νεοπλασματική νόσος του αίματος, κατά την οποία ο μυελός των οστών παράγει λευκοκύτταρα που δεν ωριμάζουν σωστά και αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, χωρίς να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις λοιμώξεις: οξεία λεμφοβλαστική/οξεία μυελογενής/χρόνια λεμφοκυτταρική/χρόνια μυελογενής ~ (: οι τέσσερις τύποι της ~ας). Παιδική ~. Πβ. λεύκωση. Βλ. καρκίνος, λέμφωμα, -αιμία. [< γερμ. Leukämie, γαλλ. leucémie, αγγλ. leukaemia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ