| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1908 | ακτινομετρία | [ἀκτινομετρία] α-κτι-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανίχνευση και ιδ. τη μέτρηση της ηλιακής και γήινης ακτινοβολίας. Βλ. ραδιομετρία, -μετρία. [< αγγλ. actinometry] | |
| 1909 | ακτινόμετρο | [ἀκτινόμετρο] α-κτι-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που χρησιμοποιείται στην ακτινομετρία. Βλ. πυρανό-, πυρηλιό-μετρο. [< αγγλ. actinometer, γαλλ. actinomètre] | |
| 1910 | ακτινοπροστασία | [ἀκτινοπροστασία] α-κτι-νο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): προστασία ανθρώπων και χώρων από τις βλαβερές συνέπειες της ιονίζουσας ακτινοβολίας: αρχές/κανονισμοί ~ας. Διεθνής Επιτροπή ~ας. [< αγγλ. radioprotection, 1957, γαλλ. ~, 1958] | |
| 1911 | ακτινοσκόπηση | [ἀκτινοσκόπηση] α-κτι-νο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η παρατήρηση της εσωτερικής δομής του ανθρώπινου σώματος ή σπανιότ. αδιαφανούς αντικειμένου με τη βοήθεια ακτίνων Χ πάνω στη φωτεινή οθόνη ειδικού μηχανήματος: (ΙΑΤΡ.) διαγνωστική/εγκεφαλική/ψηφιακή ~. ~ θώρακος. Ακτινογράφηση και ~. Υπερηχογραφήματα και ~ήσεις. Πβ. ακτινογραφία.|| Έλεγχος ασφαλείας χειραποσκευών με ~ (= ραδιοσκόπηση). 2. (μτφ.) αντικειμενική παρατήρηση και εξέταση ή μελέτη: ~ του μεταμοντερνισμού/του προγράμματος. Βλ. -σκόπηση. ΣΥΝ. ακτινογραφία (2) [< 1: γαλλ. radioscopie, αγγλ. radioscopy] | |
| 1912 | ακτινοσκοπικός | , ή, ό [ἀκτινοσκοπικός] α-κτι-νο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ακτινοσκόπηση: ~ός: έλεγχος. ~ή: εικόνα/εξέταση. ~ές: οθόνες/τεχνικές. ● επίρρ.: ακτινοσκοπικά [< γαλλ. radioscopique, αγγλ. radioscopic] | |
| 1913 | ακτινοτεχνολογία | [ἀκτινοτεχνολογία] α-κτι-νο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. τεχνική εφαρμογή των ιονιζουσών ακτινοβολιών στη διαγνωστική απεικόνιση ή στην εφαρμογή θεραπευτικού σχήματος: απεικονιστική ~. Βλ. ραδιοτεχνολογία. [< αγγλ. radiotechnology] | |
| 1914 | ακτινοφυσική | [ἀκτινοφυσική] α-κτι-νο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. διεπιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης την ακτινοβολία και τις επιπτώσεις της: Θέματα ~ής και ακτινοπροστασίας. Πβ. ιατρική φυσική. [< γαλλ. radiophysique] | |
| 1915 | ακτινοφυσικός | , ή, ό [ἀκτινοφυσικός] α-κτι-νο-φυ-σι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακτινοφυσική: ~ό: εργαστήριο. | |
| 1916 | ακτινοφυσικός | [ἀκτινοφυσικός] α-κτι-νο-φυ-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην ακτινοφυσική: ~οί ιατρικής/νοσοκομείων. Οι ~οί διενεργούν τον έλεγχο των ακτινολογικών εργαστηρίων. [< γαλλ. radiophysicien] | |
| 1917 | ακτινοχειρουργική | [ἀκτινοχειρουργική] α-κτι-νο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αναίμακτη χειρουργική μέθοδος κατά την οποία η καταστροφή ιστών επιτυγχάνεται μέσω ιονίζουσας ακτινοβολίας (προερχόμενης από εξωτερική ή εμφυτευμένη πηγή), αντί χρήσης νυστεριού: στερεοτακτική ~. Μονάδα ρομποτικής ~ής. ~ για αφαίρεση νευρινώματος. H ~ αντικαθιστά την ανοιχτή νευροχειρουργική. [< αγγλ. radiosurgery, 1933, γαλλ. radiochirurgie] | |
| 1918 | ακτινωτός | , ή, ό [ἀκτινωτός] α-κτι-νω-τός επίθ.: που έχει ακτίνες ή διάταξη σε σχήμα ακτίνων: ~ός: ανεμιστήρας/ρόδακας/τροχός. ~ή: ζάντα/ρόδα (ποδηλάτου). ~ά: ελαστικά.|| ~ός: δακτύλιος/μυς/(ΙΑΤΡ.) στέφανος. ~ή: (ΠΛΗΡΟΦ.) αναζήτηση/τομή. ~ό: δίκτυο/σχήμα/(ΑΝΑΤ.) σώμα του ματιού. ~ές: πτυχές/σκάλες. ΣΥΝ. ακτινοειδής ● επίρρ.: ακτινωτά [< μτγν. ἀκτινωτός, γαλλ. radial, radié] | |
| 1919 | άκτιστος | , η/ος, ο [ἄκτιστος] ά-κτι-στος επίθ. 1. & άχτιστος: που δεν έχει ή δεν μπορεί να κτιστεί: ~η: περιοχή. ~ο: οικόπεδο/σπίτι. ΑΝΤ. κτιστός (1), οικοδομημένος (1) 2. ΘΕΟΛ. (για την Αγία Τριάδα) που δεν έχει δημιουργηθεί, αλλά υπάρχει προαιώνια: Ο ~ (θείος) Λόγος. Πβ. άυλος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το κτιστό και το ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: άκτιστο(ν) φως: ΘΕΟΛ. το υπέρλαμπρο θείο φως που περιέβαλε τους Ησυχαστές στην προσευχή τους ως μέθεξη του Θεού και των ενεργειών του· το φως που περιέβαλε τον Χριστό στο όρος Θαβώρ· η ίδια η ενέργεια του Θεού: Τον πλημμύρισε το ~ ~. [< 2: μτγν. ἄκτιστος] | |
| 1920 | ακτογραμμή | [ἀκτογραμμή] α-κτο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γραμμή, κατά μήκος των ακτών, που καθορίζει τα όρια μεταξύ στεριάς και θάλασσας και συνεκδ. το μήκος της έκτασής της: φυσική ~. Αεροφωτογραφίες/μετατοπίσεις ~ών. Παράκτια ζώνη και ~.|| Η μόλυνση εκτείνεται σε ~ ... χιλιομέτρων. [< αγγλ. coastline] | |
| 1921 | ακτογραφία | [ἀκτογραφία] α-κτο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΓΡ. επιστημονικός κλάδος της γεωγραφίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της γεωφυσικής διαμόρφωσης των ακτών και την περιγραφή τους. Βλ. -γραφία. | |
| 1922 | ακτογραφικός | , ή, ό [ἀκτογραφικός] α-κτο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που έχει σχέση με την ακτογραφία: ~ός: όρος. ~ά: στοιχεία (π.χ. χερσόνησοι, κόλποι, ακρωτήρια). | |
| 1923 | ακτοπλοΐα | [ἀκτοπλοΐα] α-κτο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) 1. μεταφορά με πλοία επιβατών και εμπορευμάτων στα λιμάνια ενός κράτους: ελληνική ~. Φουντώνει ο ανταγωνισμός στην ~. Βλ. -πλοΐα. 2. ναυσιπλοΐα κοντά στις ακτές. [< γερμ. Küstenfahrt] | |
| 1924 | ακτοπλοϊκός | , ή, ό [ἀκτοπλοϊκός] α-κτο-πλο-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ακτοπλοΐα ή/και τον ακτοπλόο: ~ός: κόμβος/πράκτορας/στόλος/χάρτης. ~ή: οδηγία/συγκοινωνία/σύνδεση. ~ό: δίκτυο/δρομολόγιο. ~ές: γραμμές/εταιρείες. ~ά: εισιτήρια. ● επίρρ.: ακτοπλοϊκώς [-ῶς] [< γαλλ. côtier] | |
| 1925 | ακτοπλόος | [ἀκτοπλόος] α-κτο-πλό-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): πρόσωπο που έχει την εκμετάλλευση ενός ή περισσοτέρων πλοίων ακτοπλοΐας: ~ εφοπλιστής. [< γαλλ. caboteur] | |
| 1926 | ακτοφύλακας | [ἀκτοφύλακας] α-κτο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που υπηρετεί στην Ακτοφυλακή. Πβ. λιμενικός. Βλ. -φύλακας. | |
| 1927 | ακτοφυλακή | [ἀκτοφυλακή] α-κτο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): υπηρεσία αρμόδια για την επίβλεψη και φύλαξη των ακτών μιας χώρας (υπεύθυνη για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, των λαθρομεταναστών, την καταπολέμηση της ρύπανσης, τη διάσωση ναυαγών): ευρωπαϊκή ~. Βλ. -φυλακή. ● ΣΥΜΠΛ.: Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή βλ. λιμενικός [< γαλλ. garde-côtière/-côte, γερμ. Küstenwacht] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ