| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1899 | ακτινοδιαγνωστικός | , ή, ό [ἀκτινοδιαγνωστικός] α-κτι-νο-δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακτινοδιαγνωστική: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: εικόνα/εξέταση. ~ό: κέντρο/τμήμα. ~ές: απεικονίσεις. [< αγγλ. radiodiagnostic, 1907] | |
| 1900 | ακτινοειδής | , ής, ές [ἀκτινοειδής] α-κτι-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): ακτινωτός: ~ές: σχήμα. ~ή: ελάσματα. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: ακτινοειδώς [-ῶς] [< μτγν. ἀκτινοειδής] | |
| 1901 | ακτινοθεραπεία | [ἀκτινοθεραπεία] α-κτι-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρήση ιονίζουσας ακτινοβολίας, ακτίνων Χ ή ραδιενεργών ουσιών για θεραπευτικούς σκοπούς: εξωτερική/εσωτερική (βλ. βραχυθεραπεία) ~. ~ με ηλεκτρόνια/πρωτόνια. Απόκριση όγκου στην ~. Βλ. -θεραπεία. ΣΥΝ. ραδιοθεραπεία [< γαλλ. radiothérapie, 1901, αγγλ. radiotherapy, 1903] | |
| 1902 | ακτινοθεραπευτής, ακτινοθεραπεύτρια | [ἀκτινοθεραπευτής] α-κτι-νο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικός στην ακτινοθεραπεία: ογκολόγος ~. ~ές έμπειροι στη βραχυθεραπεία. [< γαλλ. radiothérapeute, 1905, αγγλ. radiotherapist, 1918] | |
| 1903 | ακτινοθεραπευτική | [ἀκτινοθεραπευτική] α-κτι-νο-θε-ρα-πευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ακτινολογίας με αντικείμενο την ακτινοθεραπεία: ρομποτική ~. Ειδικότητα ~ής-ογκολογίας. Βλ. ακτινοδιαγνωστική. ΣΥΝ. ραδιοθεραπευτική [< γαλλ. radiothérapie, 1901, αγγλ. radiotherapeutics] | |
| 1904 | ακτινοθεραπευτικός | , ή, ό [ἀκτινοθεραπευτικός] α-κτι-νο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία ή την ακτινοθεραπευτική: ~ή: αγωγή/κλινική/ογκολογία. ~ό: κέντρο.|| (ως ουσ.) Το ~ό (: το σχετικό τμήμα νοσηλευτικού ιδρύματος). [< γαλλ. radiothérapique, αγγλ. radiotherapeutic, 1906] | |
| 1905 | ακτινολογία | [ἀκτινολογία] α-κτι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη χρήση και εφαρμογή ακτίνων X και άλλων ακτινοβολιών για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς: επεμβατική/κλασική/ψηφιακή ~. ~-ραδιολογία. Εργαστήριο/τεχνικές/τεχνολόγος ~ας. ~ και απεικονιστική ιατρική. Βλ. ακτινο-διαγνωστική, -θεραπευτική, νευρο~, τηλε~, -λογία. ΣΥΝ. ραδιολογία (1) [< γαλλ. radiologie, 1904, αγγλ. radiology, 1900] | |
| 1906 | ακτινολογικός | , ή, ό [ἀκτινολογικός] α-κτι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ακτινολογία ή/και τον ακτινολόγο: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: απεικόνιση/διάγνωση/εξέταση/τράπεζα. ~ό: εργαστήριο/ιατρείο. ~ές: εξετάσεις. ~ά: ευρήματα. ● Ουσ.: ακτινολογικό (το): το αντίστοιχο τμήμα νοσηλευτικού ιδρύματος. [< γαλλ. radiologique, 1904, αγγλ. radiological, 1909] | |
| 1907 | ακτινολόγος | [ἀκτινολόγος] α-κτι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ή τεχνικός ειδικός στην ακτινολογία: τεχνολόγος ~. ~-ραδιολόγος. Πβ. ακτινο-διαγνώστης, -θεραπευτής. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. radiologue, 1932, αγγλ. radiologist, 1906] | |
| 1908 | ακτινομετρία | [ἀκτινομετρία] α-κτι-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανίχνευση και ιδ. τη μέτρηση της ηλιακής και γήινης ακτινοβολίας. Βλ. ραδιομετρία, -μετρία. [< αγγλ. actinometry] | |
| 1909 | ακτινόμετρο | [ἀκτινόμετρο] α-κτι-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που χρησιμοποιείται στην ακτινομετρία. Βλ. πυρανό-, πυρηλιό-μετρο. [< αγγλ. actinometer, γαλλ. actinomètre] | |
| 1910 | ακτινοπροστασία | [ἀκτινοπροστασία] α-κτι-νο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): προστασία ανθρώπων και χώρων από τις βλαβερές συνέπειες της ιονίζουσας ακτινοβολίας: αρχές/κανονισμοί ~ας. Διεθνής Επιτροπή ~ας. [< αγγλ. radioprotection, 1957, γαλλ. ~, 1958] | |
| 1911 | ακτινοσκόπηση | [ἀκτινοσκόπηση] α-κτι-νο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η παρατήρηση της εσωτερικής δομής του ανθρώπινου σώματος ή σπανιότ. αδιαφανούς αντικειμένου με τη βοήθεια ακτίνων Χ πάνω στη φωτεινή οθόνη ειδικού μηχανήματος: (ΙΑΤΡ.) διαγνωστική/εγκεφαλική/ψηφιακή ~. ~ θώρακος. Ακτινογράφηση και ~. Υπερηχογραφήματα και ~ήσεις. Πβ. ακτινογραφία.|| Έλεγχος ασφαλείας χειραποσκευών με ~ (= ραδιοσκόπηση). 2. (μτφ.) αντικειμενική παρατήρηση και εξέταση ή μελέτη: ~ του μεταμοντερνισμού/του προγράμματος. Βλ. -σκόπηση. ΣΥΝ. ακτινογραφία (2) [< 1: γαλλ. radioscopie, αγγλ. radioscopy] | |
| 1912 | ακτινοσκοπικός | , ή, ό [ἀκτινοσκοπικός] α-κτι-νο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ακτινοσκόπηση: ~ός: έλεγχος. ~ή: εικόνα/εξέταση. ~ές: οθόνες/τεχνικές. ● επίρρ.: ακτινοσκοπικά [< γαλλ. radioscopique, αγγλ. radioscopic] | |
| 1913 | ακτινοτεχνολογία | [ἀκτινοτεχνολογία] α-κτι-νο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. τεχνική εφαρμογή των ιονιζουσών ακτινοβολιών στη διαγνωστική απεικόνιση ή στην εφαρμογή θεραπευτικού σχήματος: απεικονιστική ~. Βλ. ραδιοτεχνολογία. [< αγγλ. radiotechnology] | |
| 1914 | ακτινοφυσική | [ἀκτινοφυσική] α-κτι-νο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. διεπιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης την ακτινοβολία και τις επιπτώσεις της: Θέματα ~ής και ακτινοπροστασίας. Πβ. ιατρική φυσική. [< γαλλ. radiophysique] | |
| 1915 | ακτινοφυσικός | , ή, ό [ἀκτινοφυσικός] α-κτι-νο-φυ-σι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακτινοφυσική: ~ό: εργαστήριο. | |
| 1916 | ακτινοφυσικός | [ἀκτινοφυσικός] α-κτι-νο-φυ-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην ακτινοφυσική: ~οί ιατρικής/νοσοκομείων. Οι ~οί διενεργούν τον έλεγχο των ακτινολογικών εργαστηρίων. [< γαλλ. radiophysicien] | |
| 1917 | ακτινοχειρουργική | [ἀκτινοχειρουργική] α-κτι-νο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αναίμακτη χειρουργική μέθοδος κατά την οποία η καταστροφή ιστών επιτυγχάνεται μέσω ιονίζουσας ακτινοβολίας (προερχόμενης από εξωτερική ή εμφυτευμένη πηγή), αντί χρήσης νυστεριού: στερεοτακτική ~. Μονάδα ρομποτικής ~ής. ~ για αφαίρεση νευρινώματος. H ~ αντικαθιστά την ανοιχτή νευροχειρουργική. [< αγγλ. radiosurgery, 1933, γαλλ. radiochirurgie] | |
| 1918 | ακτινωτός | , ή, ό [ἀκτινωτός] α-κτι-νω-τός επίθ.: που έχει ακτίνες ή διάταξη σε σχήμα ακτίνων: ~ός: ανεμιστήρας/ρόδακας/τροχός. ~ή: ζάντα/ρόδα (ποδηλάτου). ~ά: ελαστικά.|| ~ός: δακτύλιος/μυς/(ΙΑΤΡ.) στέφανος. ~ή: (ΠΛΗΡΟΦ.) αναζήτηση/τομή. ~ό: δίκτυο/σχήμα/(ΑΝΑΤ.) σώμα του ματιού. ~ές: πτυχές/σκάλες. ΣΥΝ. ακτινοειδής ● επίρρ.: ακτινωτά [< μτγν. ἀκτινωτός, γαλλ. radial, radié] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ