Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28780-28800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28056λευκοφόρος, ος/α, ο λευ-κο-φό-ρος επίθ. (λόγ., κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.): λευκοντυμένος: ~ος: άγγελος. Πβ. ασπρο-ντυμένος, -φορεμένος. Βλ. -φόρος. ΑΝΤ. μαυροφόρος [< μτγν. λευκοφόρος]
28057λευκόχρους, ους, ουν λευ-κό-χρους επίθ. {λευκόχρο-ος | -ες (ουδ. -α)} (λόγ.-συχνά επιστ.): λευκού χρώματος: ~ους: ουσία. Βλ. μελάγ-, ποικιλό-, ροδό-χρους. [< αρχ. λευκόχρους]
28058λευκόχρυσοςλευ-κό-χρυ-σος ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. αργυρόλευκο μέταλλο, βαρύ, δύστηκτο, ελατό και όλκιμο· το συγκεκριμένο χημικό στοιχείο (σύμβ. Pt, Ζ, 78): η ομάδα του ~ου (: ιρίδιο, όσμιο, παλλάδιο, ρόδιο, ρουθήνιο). Κράματα ~ου. Κοσμήματα από ~ο. Βλ. παραμαγνητισμός, πολύτιμα/ευγενή μέταλλα. ΣΥΝ. πλατίνα (1) [< μτγν. λευκόχρυσος (ἡ) 'πολύτιμος λίθος με χρυσαφί χρώμα', αγγλ. platinum, γαλλ. or blanc]
28059λευκόχρυσος, η, ο λευ-κό-χρυ-σος επίθ. 1. φτιαγμένος από λευκόχρυσο: ~α: κοσμήματα. 2. που έχει λευκό και χρυσαφί χρώμα: ~η: αμμουδιά. [< 2: μτγν. λευκόχρυσος]
28060λεύκωμαλεύ-κω-μα ουσ. (ουδ.) {λευκώμ-ατα} 1. βιβλίο, συνήθ. ειδική έκδοση, με εικόνες ή/και κείμενα (κρίσεις, περιγραφές, μαρτυρίες, σχόλια) για συγκεκριμένο θέμα, σημαντικό πρόσωπο, τόπο, ιστορικό ή άλλο γεγονός· ειδικότ. τετράδιο με φιλικές αφιερώσεις ή/και ευχές προς τον κάτοχό του: επετειακό/ιστορικό/μουσικό/οικογενειακό/οπτικοακουστικό (: με σιντί ή ντιβιντί)/συλλεκτικό/φωτογραφικό/ψηφιακό ~. ~ αφιερωμένο στο Άγιο Όρος. ~-ντοκουμέντο. Πβ. άλμπουμ, αφιέρωμα.|| Αναμνηστικό/προσωπικό ~. Μαθητικά/σχολικά ~ατα. 2. ΒΙΟΧ. {συνήθ. στον πληθ.} πρωτεΐνη· ειδικότ. ασπράδι αβγού: ~ατα αίματος. ~ στα ούρα (= πρωτεϊνουρία). Διατροφή πλούσια σε ~ατα (βλ. κρέας). Βλ. αλβουμ-, λευκωματ-ίνη. 3. ΙΑΤΡ. θαμπή λευκή κηλίδα στον κερατοειδή του ματιού, λόγω ασθένειας ή τραυματισμού. 4. ΙΑΤΡ. (σπάν.-προφ.) λευκωματουρία. [< 1: αρχ. λεύκωμα, γαλλ. album 2: γαλλ. albumen 3: μτγν. ~]
28061λευκωματικός, ή, ό λευ-κω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λεύκωμα: ~ός: τόμος. [< μτγν. λευκωματικός 'που αναφέρεται στο λεύκωμα του κερατοειδούς']
28062λευκωματίνηλευ-κω-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. απλή υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη που περιέχεται στο ασπράδι του αβγού, στον ορό και το πλάσμα του αίματος, στο γάλα, καθώς και σε αρκετά βιολογικά υγρά και σε ζωικούς και φυτικούς ιστούς. Βλ. καζεΐνη, περισπέρμιο, -ίνη. ΣΥΝ. αλβουμίνη [< γαλλ. albumine]
28063λευκωματουρίαλευ-κω-μα-του-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία λευκωματίνης στα ούρα, λόγω μη φυσιολογικής λειτουργίας των νεφρών. Πβ. πρωτεϊνουρία. Βλ. -ουρία. ΣΥΝ. λεύκωμα (4) [< γαλλ. albuminurie, αγγλ. albuminuria]
28064λευκωματούχος, ος/α, ο [λευκωματοῦχος] λευ-κω-μα-τού-χος επίθ.: που περιέχει λευκωματίνη ή γενικότ. πρωτεΐνες: ~ες: ουσίες/τροφές. Πβ. λευκωματώδης, πρωτεϊνούχος. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. albumineux]
28065λευκωματώδης, ης, ες λευ-κω-μα-τώ-δης επίθ. {λευκωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη λευκωματίνη, την περιέχει ή έχει παρόμοια σύσταση με αυτή: ~ης: ένωση/ουσία. ~εις: ύλες. Πβ. λευκωματούχος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. λευκωματώδης 'που σχετίζεται με το λεύκωμα του κερατοειδούς', γαλλ. albumineux]
28066λευκωπός, ή, ό λευ-κω-πός επίθ.: υπόλευκος. Βλ. -ωπός.
28067λεύκωσηλεύ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική αύξηση των λευκοκυττάρων: ενζωοτική ~ βοοειδών. Πβ. λευχαιμία. [< μτγν. λεύκωσις 'άσπρισμα, λεύκανση', γαλλ. leucose, αγγλ. leucosis, 1922]
28068λευτεριάλευ-τε-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ελευθερία. ● ΣΥΜΠΛ.: καλή λευτεριά!: ευχή σε έγκυο να έχει καλό τοκετό. [< μεσν. λευτεριά]
28069λεύτερος, η, ο λεύ-τε-ρος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ελεύθερος. [< μεσν. λεύτερος]
28070λευτέρωμαλευ-τέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): απελευθέρωση.
28071λευτερώνωλευ-τε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {λευτέρω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} & λευθερώνω (λαϊκό-λογοτ.): ελευθερώνω. [< μεσν. λευτερώνω]
28072λευχαιμίαλευ-χαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νεοπλασματική νόσος του αίματος, κατά την οποία ο μυελός των οστών παράγει λευκοκύτταρα που δεν ωριμάζουν σωστά και αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, χωρίς να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις λοιμώξεις: οξεία λεμφοβλαστική/οξεία μυελογενής/χρόνια λεμφοκυτταρική/χρόνια μυελογενής ~ (: οι τέσσερις τύποι της ~ας). Παιδική ~. Πβ. λεύκωση. Βλ. καρκίνος, λέμφωμα, -αιμία. [< γερμ. Leukämie, γαλλ. leucémie, αγγλ. leukaemia]
28073λευχαιμικός, ή, ό λευ-χαι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λευχαιμία: ~ός: αναστολέας. ~ή: διήθηση. ~ά: κύτταρα. Βλ. καρκινικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). Βλ. καρκινοπαθής. [< γερμ. leukämisch, γαλλ. leucémique, αγγλ. leukaemic]
28074λεφούσιλε-φού-σι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) ορδή, πλήθος: ~ ανθρώπων. Κάθε καλοκαίρι, ~ια έρχονται οι τουρίστες στο νησί. Πβ. μπουλούκι, στίφη, τσούρμο.|| ~ από κουνούπια. 2. (κυρ. κατά την Τουρκοκρατία) άτακτος στρατός.
28075λεφτάλε-φτά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. (λαϊκό) λεφτό} & λεπτά (προφ.): χρήματα: αεριτζίδικα/εύκολα/σίγουρα ~. Δεν (μου) φτάνουν τα ~. Όλα της τα ~ πάνε (= τα ξοδεύει) σε κοσμήματα. Έφαγε/έχασε όλα του τα ~ (= την περιουσία) στα χαρτιά. Πόσα ~ έδωσες/χρωστάς; Το αγόρασα με δικά μου/με τα πρώτα μου ~. Μας κόστισε/χαλάσαμε ένα κάρο/μάτσο/σωρό ~. Σκορπά ~ δεξιά κι αριστερά. Έχω ορισμένα ~ στην άκρη/μπάντα (βλ. αποταμιεύω). Σήκωσαν τα ~ τους από την τράπεζα (= έκαναν ανάληψη). Έμεινε από ~ (= ρέστος, ταπί). Δεν έχω ~ για πέταμα/σπατάλη. Με τα ίδια ~ θα μπορούσες να ... (: με το ίδιο χρηματικό ποσό). Τα κάνει όλα για τα ~. (γνωμ.) Τα ~ δεν είναι το παν/δεν φέρνουν την ευτυχία. Τα ~ αλλάζουν χέρια. (μειωτ.) Ζει με τα ~ του μπαμπά του. Πβ. τάλιρα.|| Σου περισσεύει κανά λεφτό; Πβ. φράγκο. ● Υποκ.: λεφτάκια & λεφτουδάκια & (σπάν.) λεφτούλια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά: για άσκοπο ξόδεμα χρημάτων σε κάτι που δεν αξίζει· συνεκδ. η αντίστοιχη αγορά: Πλήρωσα ~ ~ (γι' άχρηστα πράγματα).|| ~ ~, δεν το έχω ούτε έναν μήνα το κινητό και χάλασε. Πβ. τζερεμές., χοντρά/τρελά λεφτά βλ. χοντρός ● ΦΡ.: (είναι) όλα τα λεφτά (νεαν. αργκό): για κάποιον ή κάτι απολαυστικό, που ξεχωρίζει, υπερέχει: Είσαι ~ ~!|| Οι ατάκες του είναι ~ ~., βγάζω/κάνω λεφτά: αποκτώ χρήματα, περιουσία: Δουλεύει μέρα-νύχτα για να βγάλει ~. Έκανε ~ στο εξωτερικό. Πβ. καζαντίζω., κλαίω τα λεφτά μου: μετανιώνω για χρήματα που ξόδεψα σε κάτι που τελικά δεν άξιζε., λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά: πάρα πολλά χρήματα: Έχει ~ ~ (= είναι πολύ πλούσιος). Πβ. με το καντάρι, να φαν κι/φάνε και οι κότες., τα λεφτά πάνε στα λεφτά (παροιμ.): σε περιπτώσεις που άνθρωποι ήδη πλούσιοι αποκτούν ακόμα περισσότερα χρήματα ή συναναστρέφονται, παντρεύονται άτομα της ίδιας οικονομικής και κοινωνικής τάξης., τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας: όταν συμβαίνει απρόοπτα κάτι δυσάρεστο ή όταν κάποια θετική κατάσταση δεν είναι αναμενόμενη: Κόπηκε το ρεύμα! Τώρα μάλιστα, ~ ~ (= τη βάψαμε, την κάναμε από κούπες, την κάτσαμε τη βάρκα, την πατήσαμε)!|| Αν περιμένεις να σε βοηθήσει, τα 'πιασες/τα βρήκες τα λεφτά σου (= σώθηκες). Πβ. ζήτω που καήκαμε!, αξίζει τα λεφτά (του/της) βλ. αξίζω, βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα βλ. χρήμα, έναν περίδρομο λεφτά βλ. περίδρομος, έρχομαι στα λεφτά μου βλ. έρχομαι, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν βλ. χρήμα [< μεσν. λεφτά < μτγν. λεπτὸν (νόμισμα)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.