| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28093 | λήγουσα | λή-γου-σα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. καταληκτική συλλαβή λέξης: ο τόνος στη ~. Βλ. οξύτονος, (προ)παρα~. [< μτγν. λήγουσα] | |
| 28094 | λήζινγκ | βλ. λίζινγκ | |
| 28095 | ληθαργικός | , ή, ό λη-θαρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον λήθαργο: (ΙΑΤΡ.) ~ός: ασθενής (: σε ~ή κατάσταση). ~ή: εγκεφαλίτιδα.|| (σπάν.-μτφ.) ~οί: ρυθμοί (: πολύ αργοί). ● επίρρ.: ληθαργικά [< αρχ. ληθαργικός] | |
| 28096 | λήθαργος | λή-θαρ-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άργου} 1. ΙΑΤΡ. βαθύς και παρατεταμένος ύπνος, κυρ. ως αποτέλεσμα εγκεφαλικής πάθησης: Είναι/έπεσε σε ~ο. Πβ. βυθιότητα, κώμα. 2. (μτφ.) πλήρης αδράνεια, απάθεια, στασιμότητα: πνευματικός ~. Καιρός να βγούμε/ξυπνήσουμε από τον ~ο. 3. ΒΟΤ. φάση κατά την οποία αναστέλλεται η ανάπτυξη των οφθαλμών, των σπερμάτων και των σπόρων των φυτών, ως μηχανισμός άμυνας έναντι αντίξοων, συνήθ. περιβαλλοντικών, συνθηκών: πρωτογενής/δευτερογενής/ενδογενής ~. Διακοπή του ~ου (: κάτω από φυσικές συνθήκες ή με τεχνητά μέσα). Βλ. διάπαυση. ΣΥΝ. νάρκη1 (3) ● ΣΥΜΠΛ.: χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος [< 1,2: αρχ. λήθαργος, γαλλ. léthargie, αγγλ. lethargy 3: αγγλ. dormancy, 1929] | |
| 28097 | λήθη | λή-θη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-λογοτ.): το να ξεχνιέται κάποιος ή κάτι για πάντα: Γεγονότα/έθιμα/έργα που έχουν βουλιάξει/χαθεί στη ~ (της Ιστορίας). Συγγραφείς που έχουν (περι)πέσει σε ~. Ανασύρω/διασώζω έναν πολιτισμό από τη ~. ΣΥΝ. λησμονιά, λησμοσύνη ΑΝΤ. θύμηση, μνήμη (2) ● ΦΡ.: το νερό της λησμονιάς/λήθης βλ. λησμονιά [< αρχ. λήθη] | |
| 28098 | ληκτικός | , ή, ό λη-κτι-κός επίθ. (λόγ.): καταληκτικός: (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: φωνήεν. Το ~ό (= τελικό) "ν". ΑΝΤ. αρκτ-, αρχ-ικός.|| ~ή: ημερομηνία (= ημερομηνία λήξης). [< μτγν. ληκτικός] | |
| 28099 | λήκυθος | λή-κυ-θος ουσ. (θηλ.) {ληκύθου} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. κυλινδρικό αγγείο με ψηλό λαιμό, βαθύ στόμιο και κάθετη λαβή, το οποίο χρησίμευε κυρ. για τη φύλαξη αρωματικών ελαίων: επιτύμβια/λευκή (: για την προσφορά λαδιού στους νεκρούς)/μαρμάρινη/μελανόμορφη/πήλινη ~. ~οι με ανάγλυφες παραστάσεις. Βλ. αλάβαστρο, αρύβαλλος, ασκός. 2. ΑΝΑΤ. σακοειδής διεύρυνση σωληνοειδούς δομής οργάνου ή πόρου: η ~ του ορθού/της σάλπιγγας. [< 1: αρχ. λήκυθος 2: γαλλ. ampoule] | |
| 28100 | λημέρι | λη-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) 1. κρησφύγετο, κρυψώνα: αντάρτικα/κλέφτικα ~ια. ~ ληστών (= άντρο). Πβ. καταφύγιο.|| (για ζώα:) ~ αλεπούδων (: φωλιά). 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.) στέκι: Επέστρεψε σε γνώριμα/στα παλιά του ~ια. Δεν ήρθες/δεν πέρασες απ' τα ~ια μας. | |
| 28101 | λήμη | λή-μη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τσίμπλα. [< αρχ. λήμη] | |
| 28102 | λήμμα | [λῆμμα] λήμ-μα ουσ. (ουδ.) {λήμμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. λέξη (π.χ. ημέρα), σύμπλοκο (π.χ. έρευνα αγοράς), φράση (π.χ. γεια στα χέρια σου!), γλωσσικός τύπος (π.χ. μόρφημα δια-), ακρωνύμιο (π.χ. ΟΗΕ), σύμβολο (π.χ. B) ή άλλος τύπος που καταχωρείται σε λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια, συνήθ. με ευδιάκριτο τρόπο· κατ' επέκτ. το σχετικό κείμενο (άρθρο) που ακολουθεί: κύριο/παραπεμπτικό ~. Εσωτερικά ~ατα. Εγκυκλοπαιδικά/λεξικογραφικά ~ατα. Ιστορικά/τεχνικά ~ατα (βλ. όρος). Οι εκφράσεις/η ετυμολογία/οι γραμματικές ή σημασιολογικές πληροφορίες/η κεφαλή (βλ. κυματοειδής παύλα)/ο ορισμός (βλ. ερμήνευμα)/τα παραδείγματα/οι παραπομπές/τα συνώνυμα ή αντώνυμα ενός ~ατος. Σύνταξη ~άτων. Οργάνωση ~άτων ανά θεματικές κατηγορίες/κατά αλφαβητική σειρά. Αναζητώ/ψάχνω το ~ "παιδεία". Βλ. λημματολόγιο, υπο~. 2. ΦΙΛΟΣ. πρόταση αποδεδειγμένα αληθής, η οποία χρησιμοποιείται για την απόδειξη άλλων αληθών προτάσεων. [< αρχ. λῆμμα 'πρόταση που θεωρείται αληθής', γερμ. Lemma, γαλλ. lemme, αγγλ. lemma, 1951] | |
| 28103 | λημματικός | , ή, ό λημ-μα-τι-κός επίθ.: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. που σχετίζεται με τα (λεξικογραφικά) λήμματα: ~ός: κατάλογος (= λημματολόγιο). ~ή: αναζήτηση. Ο ενεστώτας χρησιμεύει, συνήθως, ως ~ τύπος (βλ. κεφαλή) του ρήματος. [< αρχ. λημματικός 'που ξέρει να αξιοποιεί την κατάλληλη ευκαιρία', γαλλ. lemmatique, αγγλ. lemmatic, 1955] | |
| 28104 | λημματογράφηση | λημ-μα-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. καταγραφή, σύνταξη λημμάτων: αλφαβητική/συστηματική ~. ~ επιστημονικών όρων. Βλ. -γράφηση. | |
| 28105 | λημματογράφος | λημ-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): αυτός που λημματογραφεί: ~ λεξικού (= λεξικογράφος)/(ειδικών) όρων. ~ σε εγκυκλοπαίδεια. Πβ. συντάκτης. Βλ. -γράφος. | |
| 28106 | λημματογραφώ | [λημματογραφῶ] λημ-μα-το-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {λημματογραφ-εί | λημματογραφ-είται, -ήθηκε, -ηθεί}: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. καταγράφω, συντάσσω λήμματα: Το ουσιαστικό "τρόφιμο" ~είται στον πληθυντικό. Στην εγκυκλοπαίδεια ~ούνται σύγχρονοι λογοτέχνες. Πβ. λεξικογραφώ, λημματοποιώ. Βλ. -γραφώ. | |
| 28107 | λημματολόγιο | λημ-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. το σύνολο των λημμάτων λεξικού ή εγκυκλοπαίδειας· ο αντίστοιχος κατάλογος: πλούσιο/σύγχρονο ~. Εμπλουτισμός/κατάρτιση ~ου. Βλ. -λόγιο. | |
| 28108 | λημματοποίηση | λημ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. καταχώριση λέξεων ως λημμάτων σε λεξικό· ειδικότ. η διαδικασία και το αποτέλεσμα της ομαδοποίησης των διαφορετικών μορφών μιας λέξης σε ενιαίο λήμμα: (στην υπολογιστική γλωσσολογία) αυτόματη ~ σώματος κειμένων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. lemmatization, 1967, γαλλ. lemmatisation] | |
| 28109 | λημματοποιώ | [λημματοποιῶ] λημ-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {λημματοποι-εί ... | -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. καταχωρώ λέξεις ως λήμματα σε λεξικό· ειδικότ. ομαδοποιώ τις κλιτικές μορφές ή τα αλλόμορφα λέξης σε ένα κοινό λήμμα: ~ημένες: λέξεις-κλειδιά. Πβ. λημματογραφώ. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. lemmatize, 1967, γαλλ. lemmatiser, περ. 1970] | |
| 28110 | λημνιό | λη-μνιό ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Λ): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνική ερυθρή ποικιλία αμπέλου· το κόκκινο κρασί που παράγεται από αυτή. | |
| 28111 | Λημνιός, Λημνιά | Λη-μνιός επίθ./ουσ. & (λόγ.) Λήμνιος, Λήμνια & (λογιότ.) Λημνία: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Λήμνο. ● ΣΥΜΠΛ.: λημνία γη (παλαιότ.): χώμα με θεραπευτικές ιδιότητες, που εξορυσσόταν από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αι. από συγκεκριμένη τοποθεσία της Λήμνου. [< αρχ. Λήμνιος] | |
| 28112 | λημνίσκος | λη-μνί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. δέσμη νευρικών ινών: έξω/έσω/νωτιαίος ~. 2. ΓΕΩΜ. καμπύλη σε σχήμα συνήθ. πλάγιου 8, η οποία αντιστοιχεί στο σύνολο όλων των σημείων επιπέδου που το γινόμενο των αποστάσεών τους από δύο σταθερά σημεία είναι σταθερό. [< μτγν. λημνίσκος 'στενή μάλλινη ταινία' 1: γαλλ.-αγγλ. lemniscus 2: γαλλ.-αγγλ. lemniscate] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ