Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28820-28840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28113ληνόςλη-νός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πατητήρι. [< μτγν. ληνός]
28114λήξας, ασα, αν λή-ξας επίθ. (λόγ.): που έχει λάβει τέλος: απολογισμός του ~αντος έτους. Το επεισόδιο/ζήτημα/θέμα/περιστατικό θεωρείται ~αν. Βλ. -ας, -ασα, -αν. [< αρχ. μτχ. λήξας]
28115λήξηλή-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως} & (λόγ.) λήξις: ολοκλήρωση, τερματισμός ενέργειας ή διαδικασίας· τέλος χρονικού διαστήματος: (επίσημη) ~ ενός προγράμματος/του πρωταθλήματος. ~ ισχύος (των μέτρων)/προθεσμίας (υποβολής δηλώσεων)/σύμβασης. Ώρα ~ης (της εξέτασης). (στη Βουλή:) Κουδούνι ~εως χρόνου ομιλίας (βουλευτή). Με τη/μετά τη/(λίγο) πριν από τη ~ του αγώνα, ... Λογαριασμός πληρωτέος στη ~ της περιόδου. Αξιολόγηση κατά τη ~ των μαθημάτων. Συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από τη ~ του πολέμου. Γιορτή για τη ~ του σχολικού έτους. Κηρύσσω τη ~ των εργασιών. Ο διαιτητής σφύριξε τη ~ της αναμέτρησης. Εκδήλωση που σήμανε τη ~ του φεστιβάλ. Πβ. εκπνοή, παρέλευση, πέρας.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~εις δανείων/ομολόγων (: καταληκτική ημερομηνία εξόφλησής τους). Βλ. από-, κατά-ληξη. ΑΝΤ. έναρξη ● ΣΥΜΠΛ.: ημερομηνία λήξης/λήξεως βλ. ημερομηνία, τελετή λήξης βλ. τελετή [< αρχ. λῆξις]
28116ληξιαρχείο[ληξιαρχεῖο] λη-ξι-αρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Λ): υπηρεσία του Δήμου αρμόδια για την καταχώριση όλων των γεγονότων που συμβαίνουν στην περιφέρειά του και αφορούν την αστική κατάσταση των πολιτών (δηλ. γεννήσεις, βαπτίσεις, γάμοι, θάνατοι, διαζύγια, ονοματοδοσίες, αναγνωρίσεις τέκνων, υιοθεσίες, άδειες πολιτικού γάμου ή ταφής, σύμφωνα συμβίωσης), καθώς και για την έκδοση αντιγράφων και αποσπασμάτων ληξιαρχικών πράξεων· συνεκδ. το σχετικό κτίριο: δήλωση στο ~. Βλ. δημοτολόγιο, μερίδα.|| Εθνικό Λ~ (: για την ψηφιοποίηση των ληξιαρχικών πράξεων όλων των ~ων της χώρας). [< μτγν. ληξιαρχεῖον 'έγγραφο στο οποίο αναγράφονταν οι νόμοι']
28117ληξιαρχικός, ή, ό λη-ξι-αρ-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το ληξιαρχείο: ~ά: στοιχεία (γάμου). ● ΣΥΜΠΛ.: ληξιαρχικά βιβλία: στα οποία καταχωρούνται οι ληξιαρχικές πράξεις: ~ ~ γάμων/γεννήσεων/θανάτων., ληξιαρχική πράξη βλ. πράξη [< αρχ. ληξιαρχικός ‘σχετικός με τον αξιωματούχο του μητρώου’]
28118ληξίαρχοςλη-ξί-αρ-χος ουσ. (αρσ.): προϊστάμενος ληξιαρχείου, υπεύθυνος για την τήρηση των ληξιαρχικών βιβλίων και τη σύνταξη ληξιαρχικών πράξεων. Βλ. -αρχος. [< μτγν. ληξίαρχος ‘αξιωματούχος του μητρώου’]
28119ληξιπρόθεσμος, η, ο λη-ξι-πρό-θε-σμος επίθ. (επίσ.): του οποίου η προθεσμία εξόφλησης έχει λήξει: ~ες: απαιτήσεις/υποχρεώσεις. ~α: δάνεια. ~ες οφειλές/~α χρέη προς το Δημόσιο. ● επίρρ.: ληξιπρόθεσμα
28120λήπτηςλή-πτης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): που λαμβάνει, δέχεται κάτι: ~ μηνύματος (= παρα~. ΑΝΤ. αποστολέας). ~ες αποφάσεων/δημοσίου βοηθήματος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ μοσχεύματος/οργάνων. Βλ. δωρητής. ΑΝΤ. δότης, δωρητής [< μτγν. λήπτης, γαλλ. receveur, περ. 1960]
28123λήρος[λῆρος] λή-ρος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): μωρολογία, φλυαρία. [< αρχ. λῆρος]
28126λησμονώ[λησμονῶ] λη-σμο-νώ ρ. (μτβ.) {λησμον-είς κ. -άς ..., -ώντας | λησμόν-ησα, -ήσει, -είται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & λησμονάω & (λαϊκό) αλησμονώ (κυρ. λογοτ.): ξεχνώ, αμελώ: Συγχωρώ, αλλά δεν ~. ~ησα (= παρέλειψα) να πω ότι ... Δεν ~ησαν ούτε στιγμή την πατρίδα τους. Έθιμα που ~ήθηκαν με τον καιρό. ~ημένα: λόγια (ΑΝΤ. αλησμόνητα). Πέθανε ~ημένος απ' όλους. Πβ. ξαστοχώ. ● ΦΡ.: μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται βλ. μάτι, ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί βλ. θεός [< μτγν. λησμονῶ]
28125λησμοσύνη

λη-σμο-νιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): λήθη: Κιτρινισμένες φωτογραφίες ανασύρθηκαν/βγήκαν από τη ~ του χρόνου. Πβ. αρνησιά, ξεχασιά. ΣΥΝ. λησμοσύνη ● ΦΡ.: το νερό της λησμονιάς/λήθης: ΛΑΟΓΡ. (σύμφωνα με τις αρχαίες και νεότερες λαϊκές δοξασίες) το οποίο πίνουν οι νεκροί από μια πηγή του Άδη, για να ξεχάσουν τον πάνω κόσμο. [< μεσν. λησμονιά]

28127λησμοσύνηλη-σμο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-λογοτ.): λήθη. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. λησμοσύνη]
28128λησταρχείο[λησταρχεῖο] λη-σταρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) κατάστημα, επιχείρηση, οργανισμός που κερδοσκοπεί. 2. (παλαιότ.) άντρο ληστών. [< μεσν. λησταρχείο]
28129λησταρχίαλη-σταρ-χί-α ουσ. (θηλ.): καταλήστευση. Πβ. κερδοσκοπία. Βλ. -αρχία. [< μτγν. λῃσταρχία ‘αρχηγία ληστών’]
28130λήσταρχοςλή-σταρ-χος ουσ. (αρσ.) , λησταρχίνα (η) ΣΥΝ. αρχιληστής 1. ΙΣΤ. αρχηγός ληστών. 2. πρόσωπο που κερδοσκοπεί ή που ιδιοποιείται παράνομα μεγάλα χρηματικά ποσά ή ξένα περιουσιακά στοιχεία. Πβ. αρχικλέφτης. [< 1: μτγν. λῄσταρχος]
28131ληστείαλη-στεί-α ουσ. (θηλ.) {ληστει-ών} 1. παράνομη αφαίρεση και ιδιοποίηση ξένων κινητών περιουσιακών στοιχείων, που γίνεται συνήθ. με βίαιο και απειλητικό τρόπο: αιματηρή/ένοπλη ~. ~ με πυροβολισμούς/τραυματίες/φόνο. Η ~ του αιώνα (: με τη μεγαλύτερη λεία). Απόπειρα ~ας. ~ες κατά ηλικιωμένων/κατά συρροή. Μπαράζ ~ών. Σημειώθηκε ~ σε κοσμηματοπωλείο/σούπερ-μάρκετ/τράπεζα. Έπεσε θύμα ~ας. Διαπράττω/κάνω ~ (= ληστεύω). Διώκεται/κατηγορείται/συνελήφθη/φυλακίστηκε για ~. Ενεπλάκη/συμμετείχε σε ~ες. Εξιχνιάστηκαν ~ες καταστημάτων/σπιτιών. Πβ. διάρρηξη, κλοπή, ριφιφί. Βλ. χρωμοπαγίδα.|| (ΙΣΤ., με αναφορά στη ληστοκρατία) Δίωξη/πάταξη της ~ας. 2. (μτφ.-προφ.) κερδοσκοπία: (καθαρή) ~ σε βάρος των δανειοληπτών/του Δημοσίου/των εργαζομένων/των καταναλωτών. Πβ. σφετερισμός, υπεξαίρεση. [< 1: αρχ. λῃστεία]
28132λήστευσηλή-στευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του ληστεύω: ~ του δημόσιου πλούτου. Πβ. κλοπή. Βλ. κατα~.
28133ληστεύωλη-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {λήστευ-ε, λήστ-εψε (σπάν.-λόγ.) -ευσε, -έψει (σπάν.-λόγ.) -εύσει, -εύτηκε (λόγ.) -εύθηκε, -ευτεί (λόγ.) -ευθεί, ληστεύ-οντας, -μένος} 1. κάνω ληστεία: Συμμορία ~ε, με την απειλή όπλου, περαστικούς. ~εψαν το μαγαζί/χρηματαποστολή. Αποπειράθηκε να ~έψει, μέρα μεσημέρι, οδηγό ταξί. Πβ. κλέβω. 2. (μτφ.-προφ.) κερδοσκοπώ: Πλήρωσες τα διπλάσια· σε ~εψαν (= έγδυσαν, μάδησαν)! Πβ. διαρπάζω, σφετερίζομαι, υπεξαιρώ. Βλ. κατα~. [< 1: αρχ. λῃστεύω]
28134ληστήςλη-στής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που διαπράττει ληστεία: αδίστακτος/διαβόητος/ένοπλος/επίδοξος ~. ~ με κουκούλα. Καταδίωξη/σύλληψη ~ή. Σπείρα ~ών. Στα ίχνη/χέρια των ~ών. Άφαντοι οι ~ές. Οι ~ές διέφυγαν με δίκυκλο. Ομάδα ~ών εισέβαλε σε σπίτι κι άρπαξε ... χιλιάδες ευρώ (πβ. διαρρήκτης). Άκαρπες απέβησαν οι έρευνες για τους ~ές της τράπεζας. Δέχθηκε επίθεση από ~ές (πβ. τσαντάκιας). Πβ. κλέφτης. Βλ. κακοποιός.|| (ΙΣΤ., μέλος συμμορίας ~ών:) Αρχηγός των ~ών (= λήσταρχος). Άντρο (= λησταρχείο)/επιδρομές ~ών. Βλ. ληστοκρατία. 2. (μτφ.-προφ.) απατεώνας, κερδοσκόπος. Πβ. αγιογδύτης, κατσαπλιάς, σφετεριστής. Βλ. αρχι~. [< 1: αρχ. λῃστής]
28135ληστόγλαροςλη-στό-γλα-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγάλο πτηνό με σκούρο και λευκό φτέρωμα (επιστ. ονομασ. Stercorarius pomarinus) που μοιάζει με γλάρο και εξασφαλίζει την τροφή του, αρπάζοντάς την από άλλα πουλιά, τα οποία κυνηγά, μέχρι να αναγκαστούν να την εγκαταλείψουν.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.