| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28136 | ληστοκρατία | λη-στο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. το φαινόμενο της δράσης των ληστών στον ελληνικό χώρο, κυρ. από το 1835 μέχρι το 1936. Βλ. -κρατία, πειρατεία. | |
| 28137 | ληστοσυμμορία | λη-στο-συμ-μο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) συμμορία ληστών. Βλ. ληστοκρατία. 2. (μτφ.) ομάδα καταχραστών, κερδοσκόπων. | |
| 28138 | ληστοσυμμορίτης | λη-στο-συμ-μο-ρί-της ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (παλαιότ.) μέλος ληστοσυμμορίας. 2. (μτφ.) καταχραστής, κερδοσκόπος. Βλ. -ίτης1. | |
| 28139 | ληστρικός | , ή, ό λη-στρι-κός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) κερδοσκοπικός, σφετεριστικός: ~ή: εκμετάλλευση (του ορυκτού πλούτου)/πολιτική/σύμβαση. ~ά: (οικονομικά) μέτρα. Δάνεια με ~ούς (: επαχθείς) όρους/~ά επιτόκια. 2. που αναφέρεται στους ληστές: ~ή: επίθεση.|| (παλαιότ., με αναφορά στη ληστοκρατία:) ~ές: επιδρομές. (ΦΙΛΟΛ.) ~ό: μυθιστόρημα. ● επίρρ.: ληστρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 2: αρχ. λῃστρικός] | |
| 28140 | ληφθεί | βλ. λαμβάνω | |
| 28141 | λήψη | λή-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαμβάνω: ~ βοήθειας (πβ. αποδοχή· βλ. παροχή)/δανείου (βλ. χορήγηση)/δείγματος (= δειγματοληψία)/ιστορικού (ασθενούς)/μηνυμάτων (πβ. παραλαβή· βλ. αποστολή). Δικαιολογητικά για ~ ΑΦΜ. Επιβάλλεται άμεση/αποτελεσματική/ταχεία ~ μέτρων. Πβ. πάρσιμο. Βλ. ανά-, αντί-, από-, επανά-, κατά-, περί-, προκατά-, πρό-, πρόσ-, σύλ-, υπό-ληψη, -ληψία.|| ~ βιταμινών/τροφής (πβ. κατανάλωση)/φαρμάκων (πβ. κατάποση). Δίαιτα με χαμηλή θερμιδική ~. 2. ΤΗΛΕΠ. υποδοχή ηλεκτρομαγνητικού σήματος από δέκτη: ασύρματη/δορυφορική/επίγεια/ραδιοφωνική ~. Κακή τηλεοπτική ~ (βλ. παράσιτα, παρεμβολές). Κεραία/συσκευή (βλ. κινητό, ραδιόφωνο, τηλεόραση) ~ης. Βλ. εκπομπή. 3. ΚΙΝΗΜ. -ΦΩΤΟΓΡ. αποτύπωση εικόνας σε φιλμ: δοκιµαστική/ερασιτεχνική/καθαρή/κοντινή/νυχτερινή/υποβρύχια/ψηφιακή ~. Γωνία/μηχανή (= κάμερα) ~ης. ~εις πορτρέτων/τοπίων (πβ. πλάνο). Απαγορεύεται η ~ βίντεο (= βιντεοσκόπηση)/φωτογραφιών (= φωτογράφιση). Πβ. τράβηγμα. 4. ΠΛΗΡΟΦ. (επίσ.) κατέβασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κέντρα λήψης αποφάσεων βλ. κέντρο, λήψη αίματος βλ. αίμα, λήψη του ζητουμένου βλ. ζητούμενο, πανοραμική λήψη βλ. πανοραμικός [< 1: αρχ. λῆψις, γαλλ. prise, réception 2: αγγλ. reception, 1907, 3: γαλλ. prise de vue(s), 1903] | |
| 28143 | ληψοδοσία | λη-ψο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δοσοληψία. [< μεσν. *ληψοδοσία] | |
| 28144 | λιάδα | βλ. λιάρδα | |
| 28145 | λιάζω | λιά-ζω ρ. (μτβ.) {λιά-στηκα, -στεί, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λαϊκό): αφήνω κάτι εκτεθειμένο στον ήλιο: ~ει το κορμί της/~εται στην παραλία (: κάνει ηλιοθεραπεία). ~σμένα: σταφύλια (= λιαστά). [< αρχ. ἡλιάζω ‘ψήνω, ζεσταίνομαι στον ήλιο’] | |
| 28146 | λιακάδα | λια-κά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ηλιοφάνεια: ανοιξιάτικη/φθινοπωρινή/χειμωνιάτικη ~. ~ μετά τη βροχή. Βόλτα στη ~. Έχει/κάνει ~. Απολαμβάνω τη ~. Χριστούγεννα με ~ες. Πβ. χαρά Θεού. Βλ. -άδα. | |
| 28147 | λιακό | λια-κό ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): (σε παραδοσιακά σπίτια) βεράντα, ταράτσα. Βλ. λιάστρα. [< μτγν. ἡλιακόν] | |
| 28148 | λιακωτό | λια-κω-τό ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): (σε παραδοσιακά σπίτια) βεράντα, συνήθ. κλεισμένη με τζαμαρία· ταράτσα που τη βλέπει ο ήλιος. Βλ. τζαμωτό. | |
| 28149 | λίαν | λί-αν επίρρ. (λόγ.): (πάρα) πολύ: ~ επικίνδυνος/σημαντικός. ~ επιεικώς/επιτυχώς/προσεχώς/συντόμως. ● ΦΡ.: λίαν καλώς (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Λ, Κ): (ως αξιολόγηση του βαθμού πτυχίου ή απολυτηρίου) πολύ καλά: Αποφοίτησε από τη Σχολή με "~ ~". Βλ. άριστα, καλώς. [< αρχ. λίαν] | |
| 28150 | λιάνα | λιά-να ουσ. (θηλ.) & λιάνη: ΒΟΤ. αναρριχώμενο φυτό των τροπικών δασών, με μακριούς ξυλώδεις βλαστούς που τυλίγονται γύρω από άλλα φυτά. Βλ. επίφυτο. [< γαλλ. liane, αγγλ. ~, liana] | |
| 28151 | λιανεμπόριο | λια-νε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο λιανικής. ΑΝΤ. χονδρεμπόριο | |
| 28152 | λιανέμπορος | λια-νέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): έμπορος λιανικής. Πβ. λιανοπωλητής. ΑΝΤ. χονδρέμπορος | |
| 28153 | λιανίζω | λια-νί-ζω ρ. (μτβ.) {λιάνι-σα, λιανί-σει, (σπάν.) -στηκε, -στεί, -σμένος} (λαϊκό) 1. (κυρ. σε συνταγές) κατακομματιάζω, ψιλοκόβω: ~ετε το κρέας ... ~σμένο: κρεμμύδι. 2. (μτφ.) ξυλοφορτώνω: (απειλητ.) Αν σε πετύχω πουθενά, θα σε ~σω! 3. (μτφ.) κατατροπώνω, συντρίβω· καταστρέφω, ρημάζω. ● ΦΡ.: σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. λιανίζω] | |
| 28154 | λιανικός | , ή, ό λια-νι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με αγαθά τα οποία διατίθενται απευθείας από τον έμπορο στον καταναλωτή, συνήθ. σε μικρές ποσότητες: ~ή: αγορά. ~ό: εμπόριο (= λιανεμπόριο). Ενδεικτική/προτεινόμενη ~ή τιμή ... ευρώ. ΑΝΤ. χονδρικός (1) ● Ουσ.: λιανική (η): ενν. πώληση: καταστήματα ~ής. Αγοράζω ~. ΑΝΤ. χονδρική [< γαλλ. (vente) au détail] ● επίρρ.: λιανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. λιανικός, γαλλ. de détail] | |
| 28155 | λιάνισμα | λιά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιανίζω. | |
| 28156 | λιανοκέρι | λια-νο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): μακρύ λεπτό κερί που καίγεται γρήγορα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ