| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28157 | λιανοπωλητής | λια-νο-πω-λη-τής ουσ. (αρσ.): πωλητής λιανικής: ~ σε λαϊκές αγορές. Πβ. λιανέμπορος. | |
| 28158 | λιανός | , ή, ό λια-νός επίθ. (λαϊκό): αδύνατος, λεπτός: ~ό: κλαδί/κορμί. ● Ουσ.: λιανά (τα) (προφ.): κέρματα. ΣΥΝ. ψιλά (1) ΑΝΤ. χοντρά (τα) ● ΦΡ.: κάνω (κάτι σε κάποιον) λιανά (προφ.) & (σπάν.) κάνω φραγκοδίφραγκα: εξηγώ κάτι απλά και κατανοητά: Δηλαδή, για να (σ)το κάνω (πιο) λιανά, ... Κάντο μου λιανά, να καταλάβω. [< μεσν. λιανός] | |
| 28159 | λιανοτούφεκο | λια-νο-τού-φε-κο ουσ. (ουδ.) & λιανοντούφεκο (λαϊκό-παλαιότ.): ελαφρύ τουφέκι και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχοι πυροβολισμοί· γενικότ. ελαφρύς οπλισμός. | |
| 28160 | λιανοτράγουδο | λια-νο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.): δίστιχο δημώδες τραγούδι. Πβ. ριμάδα. Βλ. κοτσάκι, μαντινάδα. | |
| 28161 | λίαρ τζετ | λί-αρ τζετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΕΡΟΝ. τύπος ιδιωτικού τζετ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Learjet, περ. 1960] | |
| 28162 | λιάρδα | λιάρ-δα ουσ. (θηλ.) & λιάδα (αργκό): στη ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί | |
| 28163 | λιάσιμο | λιά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιάζω: ~ των σταφυλιών (βλ. οινοποίηση). | |
| 28164 | λιαστός | , ή, ό λια-στός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που αποξηράνθηκε στον ήλιο: ~ές: ντομάτες. ~ά: σύκα (= ξερά). ~ό: χταπόδι.|| ~ό: κρασί (: από ~ά σταφύλια). | |
| 28165 | λιάστρα | λιά-στρα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): μέρος εκτεθειμένο στον ήλιο, κατάλληλο για άπλωμα και αποξήρανση καρπών ή φύλλων φυτών: ~ες γεμάτες καπνά. Βλ. λιακό. | |
| 28166 | λιβάδι | λι-βά-δι ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. έκταση γης, οικοσύστημα που καλύπτεται από αυτοφυή ποώδη ή/και θαμνώδη βλάστηση: αλπικά/καταπράσινα/ορεινά/τεχνητά/χλοερά/υποαλπικά ~ια. Απέραντα ~ια με μαργαρίτες/παπαρούνες. ~ια με αγελάδες/πρόβατα (πβ. βοσκότοπος). Διαχείριση των ~ιών. Πβ. λειμώνας. Βλ. πεδιάδα, σαβάνα, χορτολίβαδο. ● Υποκ.: λιβαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσια λιβάδια & υποθαλάσσια λιβάδια: ΟΙΚΟΛ. βιότοποι που σχηματίζονται από ένα ή περισσότερα είδη θαλάσσιων φανερόγαμων φυτών: ~ ~ ποσειδωνίας. Βλ. βιντζότρατα, φυκιάδα. [< αγγλ. seagrass beds] , υγρά λιβάδια: ΟΙΚΟΛ. παραλίμνιες ή παραποτάμιες περιοχές με χαμηλή υγρόφιλη βλάστηση, οι οποίες καλύπτονται περιοδικά κάθε χρόνο με νερό, όταν η λίμνη ή ο ποταμός υπερχειλίζει από τις βροχοπτώσεις· αποτελούν σημαντικούς υγροβιότοπους: τα ~ ~ της Πρέσπας. ~ ~ με αργυροπελεκάνους, ερωδιούς και λαγγόνες. [< μεσν. λιβάδι(ν) – παλαιότ. ορθογρ. λειβάδι] | |
| 28167 | λιβαδικός | , ή, ό λι-βα-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με το λιβάδι ή αναπτύσσεται σε αυτό: ~ή: οικολογία. ~ές: εκτάσεις. ~ά: οικοσυστήματα/φυτά. Βλ. χορτο~. | |
| 28168 | Λιβαδίτης, Λιβαδίτισσα | Λι-βα-δί-της επίθ./ουσ. & (προφ.) Λιβαδιώτης, Λιβαδιώτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Λιβαδειά. | |
| 28169 | λιβαδίτικος | , η, ο λι-βα-δί-τι-κος επίθ. & (προφ.) λιβαδιώτικος: που σχετίζεται με τη Λιβαδειά ή προέρχεται από αυτή. Βλ. -ίτικος. | |
| 28170 | λιβαδοπονία | λι-βα-δο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη διαχείριση, ανάπτυξη, εκμετάλλευση και προστασία των λιβαδικών οικοσυστημάτων. Βλ. δασο-, θηραματο-πονία. [< αγγλ. rangeland science] | |
| 28171 | λιβαδοπονικός | , ή, ό λι-βα-δο-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη λιβαδοπονία. Βλ. δασοπονικός. | |
| 28172 | λιβανέζικος | , η, ο βλ. λιβανικός | |
| 28173 | Λιβανέζος, Λιβανέζα | Λι-βα-νέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στον Λίβανο ή κατάγεται από αυτόν ή έχει αποκτήσει τη λιβανική υπηκοότητα. | |
| 28174 | λιβάνι | λι-βά-νι ουσ. (ουδ.) {λιβανιού}: αρωματική ρητίνη που λαμβάνεται κυρ. από το δέντρο λίβανος· όταν καίγεται, εκλύει χαρακτηριστικό έντονο άρωμα και, γι' αυτό, χρησιμοποιείται ως θυμίαμα. Βλ. λάδανο, μύρο, σμύρνα, τερεβινθίνη. ΣΥΝ. λίβανος, λιβανωτός & λιβανωτό (1) ● ΦΡ.: κεριά και λιβάνια! βλ. κερί, όπως ο διά(β)ολος το λιβάνι βλ. διάβολος [< μεσν. λιβάνι(ν)] | |
| 28175 | λιβανίζω | λι-βα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {λιβάνι-σε, -σει, λιβανίζ-οντας, λιβανι-σμένος} (προφ.) 1. καίω λιβάνι ως θυμίαμα: ~σε τις εικόνες/το σπίτι. Πβ. θυμιατίζω. 2. (μτφ.) καλοπιάνω, κολακεύω: ~ει πότε τον έναν πότε τον άλλον, για να γίνει αρεστός. ΣΥΝ. γλείφω (2) 3. (μτφ.) αφιερώνω πολύ χρόνο σε κάτι, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα: Τι το ~εις μια ώρα; Πιες το!|| Πάρε μια απόφαση και μην το ~εις (= κουράζεις) άλλο. [< μτγν. λιβανίζω ‘για κάτι που έχει τη μυρωδιά του λιβανιού’ 2: γαλλ. encenser] | |
| 28176 | λιβανικός | , ή, ό λι-βα-νι-κός επίθ. & (προφ.) λιβανέζικος, η, ο: που σχετίζεται με τον Λίβανο ή/και τους Λιβανέζους. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ