Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28880-28900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28177λιβάνισμαλι-βά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {λιβανίσμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιβανίζω. Πβ. θυμιάτισμα.|| (μτφ.) Πολύ ~ έχει πέσει. Να λείπουν τα ~ατα. Πβ. γλείψιμο, κολακεία, λιβανιστήρι, λιβανωτός.|| (μτφ.) ~ της υπόθεσης (: πολύωρη ενασχόληση με το ίδιο θέμα, η οποία δεν οδηγεί πουθενά).
28178λιβανιστήριλι-βα-νι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. θυμιατήρι. Βλ. -τήρι. 2. (μτφ.) κολακεία, λιβάνισμα· (για πρόσ.) κόλακας: Άρχισε το ~.|| Έχει καταντήσει/μετατραπεί σε ~ του ... [< 2: γαλλ. encensoir]
28179λιβανιστήςλι-βα-νι-στής ουσ. (αρσ.) (προφ.): κόλακας: ~ της εξουσίας. ΣΥΝ. γλείφτης (1) [< γαλλ. encenseur]
28180λιβανοποίησηλι-βα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. φαινόμενο κατά το οποίο οι διαφορετικές εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες ενός κράτους συγκρούονται βίαια μεταξύ τους, προκαλώντας εμφύλια σύρραξη, όπως στον Λίβανο. Βλ. βαλκανο-, σαλαμο-ποίηση. [< γαλλ. libanisation, 1985]
28181λίβανοςλί-βα-νος ουσ. (αρσ.) {λιβάνου}: ΒΟΤ. δέντρο (γένος Boswellia) που ευδοκιμεί στην Αιθιοπία και την Αραβία, από τον κορμό του οποίου λαμβάνεται το λιβάνι· (συνεκδ.-λόγ.) λιβάνι. [< αρχ. λίβανος]
28182λιβανωτός & λιβανωτόλι-βα-νω-τός ουσ. (αρσ. + ουδ.) 1. λιβάνι. 2. (μτφ.) κολακεία. ΣΥΝ. λιβάνισμα [< 1: αρχ. λιβανωτός]
28183λίβαςλί-βας ουσ. (αρσ.): ξηρός και πολύ θερμός άνεμος, κυρ. νοτιοδυτικός: αφρικανικός ~. Πβ. γαρμπής. Βλ. βαρδάρης. [< μεσν. λίβας]
28184λιβελογράφημαλι-βε-λο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λίβελος: ανυπόγραφο/ανώνυμο/κατάπτυστο ~ εναντίον/κατά του ... Βλ. -γράφημα, ρυπαρογράφημα.
28185λιβελογραφίαλι-βε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνταξη και δημοσίευση λιβελογραφημάτων. Βλ. -γραφία.
28186λιβελογραφικός, ή, ό λι-βε-λο-γρα-φι-κός επίθ. (λόγ.): δυσφημιστικός, συκοφαντικός: ~ή: επιστολή. ~ό: δημοσίευμα (= λιβελογράφημα). Πβ. υβριστικός.
28187λιβελογράφοςλι-βε-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που λιβελογραφεί. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. libelliste]
28188λιβελογραφώ[λιβελογραφῶ] λι-βε-λο-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {λιβελογραφ-είς ..., -ώντας | λιβελογράφ-ησε} (σπάν.-λόγ.): γράφω λίβελους. Πβ. λασπολογώ, συκοφαντώ. Βλ. -γραφώ.
28189λίβελοςλί-βε-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λογιότ.) -έλου} (λόγ.): δυσφημιστικό, συκοφαντικό κείμενο ή δημοσίευμα: Άρθρο που αποτελεί ~ο εναντίον/κατά ... Γράφει ~ους (= λιβελογραφεί). Βλ. κριτική. ΣΥΝ. λιβελογράφημα [< μτγν. λίβελλος ‘βιβλιαράκι, κατηγορητήριο’, γαλλ. libelle, αγγλ. libel]
28190λιβελούλαλι-βε-λού-λα ουσ. (θηλ.) & λιβελούλη: ΖΩΟΛ. έντομο (οικογ. Libellulidae) με μακρόστενο σώμα και δύο ζεύγη διαφανών φτερών στα οποία διακρίνονται οι νευρώσεις· πετά με μεγάλη ταχύτητα πάνω από την επιφάνεια του νερού, αναζητώντας μικρά έντομα με τα οποία τρέφεται. [< ιταλ. libellula, γαλλ. libellule]
28191λιβερμόριολι-βερ-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Lv, Ζ 116). Βλ. φλερόβιο. [< διεθν. livermorium, 2012 < αμερικ. πόλη Livermore]
28192λίβινγκ-ρουμλί-βιν-γκ ρουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λίβινγκ ρουμ: καθιστικό. [< αγγλ. living-room, γαλλ. ~, 1920]
28193λίβραλί-βρα ουσ. (θηλ.) & λίμπρα: ΜΕΤΡΟΛ. (παλαιότ.) μονάδα βάρους και χωρητικότητας με ποικίλες, κατά τόπους, τιμές (από 380 ως 550 γραμμάρια)· (στο παρόν, στις αγγλοσαξονικές χώρες, συντομ. lb) μονάδα ίση με 453,59 γραμμάρια. Βλ. ουγγιά. [< γαλλ. livre]
28194λιβρέαλι-βρέ-α ουσ. (θηλ.): στολή που φορούν οι άνδρες που εργάζονται στην υποδοχή και εξυπηρέτηση των πελατών ακριβού ξενοδοχείου ή (ιδ. παλαιότ.) στην επίσημη κατοικία υψηλού προσώπου ως οικιακό προσωπικό: θυρωρός/υπηρέτης (βλ. λακές) με ~. [< ιταλ. livrea < γαλλ. livrée]
28195λιβυκός, ή, ό λι-βυ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Λιβύη ή/και τους Λίβυους: (ΓΕΩΓΡ.) το ~ό Πέλαγος (: τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου ανάμεσα στις νότιες ακτές της Κρήτης και τις βόρειες της Αφρικής). [< αρχ. λιβυκός]
28196λιγάκι, λιγουλάκιβλ. λίγο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.