| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28180 | λιβανοποίηση | λι-βα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. φαινόμενο κατά το οποίο οι διαφορετικές εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες ενός κράτους συγκρούονται βίαια μεταξύ τους, προκαλώντας εμφύλια σύρραξη, όπως στον Λίβανο. Βλ. βαλκανο-, σαλαμο-ποίηση. [< γαλλ. libanisation, 1985] | |
| 28181 | λίβανος | λί-βα-νος ουσ. (αρσ.) {λιβάνου}: ΒΟΤ. δέντρο (γένος Boswellia) που ευδοκιμεί στην Αιθιοπία και την Αραβία, από τον κορμό του οποίου λαμβάνεται το λιβάνι· (συνεκδ.-λόγ.) λιβάνι. [< αρχ. λίβανος] | |
| 28182 | λιβανωτός & λιβανωτό | λι-βα-νω-τός ουσ. (αρσ. + ουδ.) 1. λιβάνι. 2. (μτφ.) κολακεία. ΣΥΝ. λιβάνισμα [< 1: αρχ. λιβανωτός] | |
| 28183 | λίβας | λί-βας ουσ. (αρσ.): ξηρός και πολύ θερμός άνεμος, κυρ. νοτιοδυτικός: αφρικανικός ~. Πβ. γαρμπής. Βλ. βαρδάρης. [< μεσν. λίβας] | |
| 28184 | λιβελογράφημα | λι-βε-λο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λίβελος: ανυπόγραφο/ανώνυμο/κατάπτυστο ~ εναντίον/κατά του ... Βλ. -γράφημα, ρυπαρογράφημα. | |
| 28185 | λιβελογραφία | λι-βε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνταξη και δημοσίευση λιβελογραφημάτων. Βλ. -γραφία. | |
| 28186 | λιβελογραφικός | , ή, ό λι-βε-λο-γρα-φι-κός επίθ. (λόγ.): δυσφημιστικός, συκοφαντικός: ~ή: επιστολή. ~ό: δημοσίευμα (= λιβελογράφημα). Πβ. υβριστικός. | |
| 28187 | λιβελογράφος | λι-βε-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που λιβελογραφεί. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. libelliste] | |
| 28188 | λιβελογραφώ | [λιβελογραφῶ] λι-βε-λο-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {λιβελογραφ-είς ..., -ώντας | λιβελογράφ-ησε} (σπάν.-λόγ.): γράφω λίβελους. Πβ. λασπολογώ, συκοφαντώ. Βλ. -γραφώ. | |
| 28189 | λίβελος | λί-βε-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λογιότ.) -έλου} (λόγ.): δυσφημιστικό, συκοφαντικό κείμενο ή δημοσίευμα: Άρθρο που αποτελεί ~ο εναντίον/κατά ... Γράφει ~ους (= λιβελογραφεί). Βλ. κριτική. ΣΥΝ. λιβελογράφημα [< μτγν. λίβελλος ‘βιβλιαράκι, κατηγορητήριο’, γαλλ. libelle, αγγλ. libel] | |
| 28190 | λιβελούλα | λι-βε-λού-λα ουσ. (θηλ.) & λιβελούλη: ΖΩΟΛ. έντομο (οικογ. Libellulidae) με μακρόστενο σώμα και δύο ζεύγη διαφανών φτερών στα οποία διακρίνονται οι νευρώσεις· πετά με μεγάλη ταχύτητα πάνω από την επιφάνεια του νερού, αναζητώντας μικρά έντομα με τα οποία τρέφεται. [< ιταλ. libellula, γαλλ. libellule] | |
| 28191 | λιβερμόριο | λι-βερ-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Lv, Ζ 116). Βλ. φλερόβιο. [< διεθν. livermorium, 2012 < αμερικ. πόλη Livermore] | |
| 28192 | λίβινγκ-ρουμ | λί-βιν-γκ ρουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λίβινγκ ρουμ: καθιστικό. [< αγγλ. living-room, γαλλ. ~, 1920] | |
| 28193 | λίβρα | λί-βρα ουσ. (θηλ.) & λίμπρα: ΜΕΤΡΟΛ. (παλαιότ.) μονάδα βάρους και χωρητικότητας με ποικίλες, κατά τόπους, τιμές (από 380 ως 550 γραμμάρια)· (στο παρόν, στις αγγλοσαξονικές χώρες, συντομ. lb) μονάδα ίση με 453,59 γραμμάρια. Βλ. ουγγιά. [< γαλλ. livre] | |
| 28194 | λιβρέα | λι-βρέ-α ουσ. (θηλ.): στολή που φορούν οι άνδρες που εργάζονται στην υποδοχή και εξυπηρέτηση των πελατών ακριβού ξενοδοχείου ή (ιδ. παλαιότ.) στην επίσημη κατοικία υψηλού προσώπου ως οικιακό προσωπικό: θυρωρός/υπηρέτης (βλ. λακές) με ~. [< ιταλ. livrea < γαλλ. livrée] | |
| 28195 | λιβυκός | , ή, ό λι-βυ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Λιβύη ή/και τους Λίβυους: (ΓΕΩΓΡ.) το ~ό Πέλαγος (: τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου ανάμεσα στις νότιες ακτές της Κρήτης και τις βόρειες της Αφρικής). [< αρχ. λιβυκός] | |
| 28196 | λιγάκι, λιγουλάκι | βλ. λίγο | |
| 28197 | λιγάση | λι-γά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καθιστά δυνατή τη δημιουργία δεσμού μεταξύ δύο μορίων, δρώντας ως καταλύτης: DNA-~. Πβ. συνθετάση. Βλ. πολυμεράση. [< αγγλ. ligase, 1961, γαλλ. ~, 1981] | |
| 28198 | λίγδα | λί-γδα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) λιπαρή βρομιά, λεκέδες από λίπος: μαλλιά γεμάτα ~ (= άλουστα, λαδωμένα). Η κουζίνα είναι μες στη ~. Πβ. γλίτσα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) λιωμένο χοιρινό λίπος. Πβ. γλίνα. Βλ. ξίγκι. 3. (προφ.) μικρή τσιπούρα. [< μεσν. λίγδα] | |
| 28199 | λιγδερός | , ή, ό λι-γδε-ρός επίθ. (προφ.) 1. βρόμικος, γεμάτος λίγδα. 2. πολύ λιπαρός. Βλ. -ερός. [< μεσν. λιγδερός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ