Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28900-28920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28197λιγάσηλι-γά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καθιστά δυνατή τη δημιουργία δεσμού μεταξύ δύο μορίων, δρώντας ως καταλύτης: DNA-~. Πβ. συνθετάση. Βλ. πολυμεράση. [< αγγλ. ligase, 1961, γαλλ. ~, 1981]
28198λίγδαλί-γδα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) λιπαρή βρομιά, λεκέδες από λίπος: μαλλιά γεμάτα ~ (= άλουστα, λαδωμένα). Η κουζίνα είναι μες στη ~. Πβ. γλίτσα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) λιωμένο χοιρινό λίπος. Πβ. γλίνα. Βλ. ξίγκι. 3. (προφ.) μικρή τσιπούρα. [< μεσν. λίγδα]
28199λιγδερός, ή, ό λι-γδε-ρός επίθ. (προφ.) 1. βρόμικος, γεμάτος λίγδα. 2. πολύ λιπαρός. Βλ. -ερός. [< μεσν. λιγδερός]
28200λιγδιάρης, α, ικο λι-γδιά-ρης επίθ. & (σπάν.) λιγδιάρικος, η, ο (προφ.): που έχει πιάσει λίγδα· βρομιάρης: άπλυτος και ~. Πβ. σιχαμερός.|| ~ικα: μαλλιά (= λιγδιασμένα). Πβ. βρόμικος. Βλ. -ιάρης. ΑΝΤ. καθαρός (1)
28201λίγδιασμαλί-γδια-σμα ουσ. (ουδ.) & λίγδωμα (προφ.): λέρωμα από λίπη.
28202λιγδώνωλι-γδώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λίγδω-σε, -σει, -μένος} & (σπάν.) λιγδιάζω {λίγδια-σε, -σει, συνήθ. στη μτχ. -σμένος} (προφ.): λερώνω, βρομίζω με λίγδα· πιάνω λίγδα: ~μένα: χέρια. ~σμένα: μαλλιά (= λαδωμένα· πβ. άλουστος, λιπαρός)/ρούχα (= λιγδιάρικα). ● ΦΡ.: λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) βλ. άντερο [< μεσν. λιγδώνω]
28203λίγκαλί-γκα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. (κ. με κεφαλ. Λ) διοργανώτρια Αρχή υπεύθυνη για τη διεξαγωγή πρωταθλημάτων μεταξύ αθλητικών συλλόγων· συνεκδ. το σχετικό πρωτάθλημα: εθνική/επαγγελματική/ευρωπαϊκή/ποδοσφαιρική ~. Βλ. ευρω~, Τσάμπιονς Λιγκ. || Γιουρόπα Κόνφερενς Λίγκ (της ΟΥΕΦΑ, από το 2021). 2. (γενικότ.) ένωση, συνασπισμός χωρών, οργανισμών ή (ομάδων) προσώπων με κοινά συμφέροντα και τους ίδιους στόχους: διεθνής ~. Πβ. συμμαχία. ● ΣΥΜΠΛ.: σούπερ λίγκα & σούπερ λιγκ (συνήθ. με κεφαλ. Σ, Λ): ΑΘΛ. η διοργανώτρια Αρχή του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου της ανώτερης κατηγορίας (παλαιότ. Α΄ Εθνική)· η κατηγορία αυτή και το αντίστοιχο πρωτάθλημα: πρόεδρος της ~ ~ας. Η ομάδα πέτυχε την άνοδό της στη/υποβιβάζεται από τη ~ ~. Τα αποτελέσματα/η βαθμολογία/το πρόγραμμα της ... αγωνιστικής στη ~ ~. [< αγγλ. super league] [< 1: αγγλ. league, 1903 2: μεσν. λίγκα < ιταλ. lega]
28204λιγκουίνιλι-γκου-ί-νι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ. κ. σπάν. πληθ. λιγκουίνια} & λινγκουίνι: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά σε μορφή λεπτής ταινίας: ~ με γαρίδες. Βλ. ταλιατέλες. [< ιταλ. linguina, 1931 ‘μικρή γλώσσα’, κυρ. πληθ. linguine, αγγλ. linguine/linguini, περ. 1948]
28205λιγνεύωλι-γνεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λίγνε-ψε} (σπάν.-λαϊκό-λογοτ.): αδυνατίζω, λεπταίνω. [< μεσν. λιγνεύω]
28206λιγνίνηλι-γνί-νη ουσ. (θηλ.) : ΒΙΟΧ. φυσικό πολυμερές, κύριο συστατικό του ξύλου, το οποίο εναποτίθεται στα τοιχώματα των φυτικών κυττάρων, καθιστώντας τα σκληρά και ανθεκτικά. Βλ. (ημι)κυτταρίνη, φυτικές/διαιτητικές ίνες, -ίνη. [< γαλλ. lignine]
28207λιγνίτηςλι-γνί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. γαιάνθρακας με καφέ-μαύρο χρώμα: παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από ~η. Βλ. ιζηματογενή πετρώματα, -ίτης2. [< γαλλ. lignite]
28208λιγνιτικός, ή, ό λι-γνι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον λιγνίτη: ~ή: μονάδα (ηλεκτροπαραγωγής).
28209λιγνιτωρυχείο[λιγνιτωρυχεῖο] λι-γνι-τω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ορυχείο εξόρυξης λιγνίτη: ~ της ΔΕΗ. Βλ. -ωρυχείο. [< γαλλ. mine de lignite]
28210λιγνιτωρύχοςλι-γνι-τω-ρύ-χος ουσ. (αρσ.): εργάτης λιγνιτωρυχείου. Βλ. ανθρακωρύχος, μεταλλωρύχος.
28211λιγνός, ή, ό λι-γνός επίθ.: αδύνατος, λεπτός: ψηλός και ~ (= ψηλόλιγνος).|| ~ά: πόδια. Πβ. ισχνός, κοκαλιάρης, φτενός. ΑΝΤ. χοντρός (1) [< μεσν. λιγνός]
28212λίγολί-γο επίρρ. {λιγότ-ερο}: για να δηλωθεί μικρή ποσότητα, ένταση, απόσταση ή χρονική διάρκεια: ~ ακόμα/αργά/μακριά/μετά τα μεσάνυχτα/πιο γρήγορα. Είμαι ~ (= κατά τι, μια ιδέα, μια στάλα, ολίγον τι) καλύτερα. Νιώθω ~ (= κάπως) κουρασμένος. Ακούω ~ απ' όλα (ενν. τα είδη μουσικής). ~ να ζοριστεί, τα παρατά. Κάτι ~ πρόσφερα κι εγώ. -Αγχώθηκες; -~... (προφ.) Θέλει ~ προσοχή/υπομονή. Όλα τα ωραία κρατάνε (για) ~. Σε ~ θα ξημερώσει. Έχουν αργήσει ~. Έμεινε πολύ ~. Πονώ ~ερο από χθες.|| (προφ., έκφρ. ευγένειας) Κάνεις ~ στην άκρη; Θέλεις ~ παγωτό; ΑΝΤ. πολύ (1) ● Υποκ.: λιγάκι & λιγουλάκι ● ΦΡ.: κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο & (σπάν.) κάθε τρεις και δυο (προφ.): πολύ συχνά: ~ ~, μας κουβαλιέται/τρέχει στους γιατρούς., λίγο έλειψε να .../λίγο ακόμα και θα .../λίγο ήθελε να (/και θα) ... (προφ.): για κάτι που δεν συνέβη, αν και έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει: ~ έλειψε να πιαστούν στα χέρια. ~ ακόμα και θα χάναμε την πτήση. ~ ήθελε να αποβληθεί. Πβ. μόνο που δεν, παραλίγο, σχεδόν.|| (με αναφορά στο παρόν-μέλλον:) Η κατάσταση ~ θέλει για να/και θα ξεφύγει., λίγο πολύ/λίγο ή πολύ/λίγο ως(/έως) πολύ (προφ.): σε έναν ορισμένο βαθμό, περίπου: ~ ~ όλοι έχουν δίκιο. Η ιστορία είναι ~ ~ γνωστή σε όλους. Όλοι ~ ~ θα έχετε ακούσει για ... Πβ. πάνω κάτω., λίγο-λίγο & λίγο λίγο (προφ.-επιτατ.): (για ποσότητα ή χρονικό διάστημα) αργά, βαθμιαία, σταδιακά: ~ ~ θα συνηθίσεις. Ρίχνουμε ~ ~ το γάλα. Πβ. ολίγον κατ' ολίγον. ΣΥΝ. σιγά-σιγά, ούτε λίγο ούτε πολύ (προφ.): για να δηλωθεί κάτι ξεκάθαρα και με ακρίβεια: ~ ~ μου ζήτησε να φύγω από το σπίτι. Την κατηγόρησαν ~ ~ για ... Αυτό ~ ~ (: δηλαδή) σημαίνει ότι ... Πβ. ουσιαστικά., παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα: παραλίγο. ΣΥΝ. σχεδόν, ποιος λίγο, ποιος πολύ & άλλος λίγο/λιγότερο, άλλος πολύ/περισσότερο (προφ.): περίπου όλοι: Ήταν όλοι ανακατεμένοι, ~ ~, σ’ αυτή την υπόθεση., κάτι λίγο βλ. κάτι ● βλ. λίγος [< μεσν. λίγο]
58801λιγο
28213λιγο- & λιγό-: α' συνθετικό λέξεων που αποδίδει τη σημασία του λίγου στο β’ συνθ.: λιγο-μίλητος.|| (μτφ.) Λιγό-ψυχος (πβ. λιπό-). Πβ. ολιγο-.
28214λιγόζωος, η, ο βλ. ολιγόζωος
28215λιγοήμερος, η, ο βλ. -ήμερος, λιγο-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.