| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28216 | λιγοθυμιά | λι-γο-θυ-μιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συνήθ. λογοτ.): λιποθυμία. [< μεσν. λιγοθυμιά] | |
| 28217 | λιγοθυμώ | [λιγοθυμῶ] λι-γο-θυ-μώ ρ. (αμτβ.) {λιγοθυμ-άς ... | λιγοθύμ-ησε, -ήσει, -ισμένος} & λιγοθυμάω (λαϊκό-λογοτ.): λιποθυμώ. [< μεσν. λιγοθυμώ] | |
| 28218 | λιγόλεπτος | , η, ο βλ. ολιγόλεπτος | |
| 28219 | λιγόλογος | , η, ο βλ. ολιγόλογος | |
| 28220 | λιγομίλητος | , η, ο λι-γο-μί-λη-τος επίθ. & (λόγ.) ολιγομίλητος: που μιλά λίγο, δεν φλυαρεί: ~ κι εσωστρεφής. Πβ. ολιγόλογος. ΑΝΤ. πολυλογάς, φλύαρος (1) | |
| 28221 | λίγος | , η, ο λί-γος επίθ. & (λόγ.) ολίγος 1. μικρός ως προς την ποσότητα, τον αριθμό, τη διάρκεια, την έκταση ή την ένταση: νόστιμο φαγητό με ~ες θερμίδες. Καλό, αλλά ~ο. Σε απόσταση ~ων χιλιομέτρων από το κέντρο. Δεν είναι ~οι (= ολιγάριθμοι) αυτοί που τον υποστηρίζουν. Έχει ~ες πιθανότητες επιτυχίας. Δώστα μου ~α ~α. Έφευγαν ~οι ~οι. Μιλάει αγγλικά και ~α γαλλικά. Πβ. περιορισμένος.|| Άσε να περάσει ~ καιρός και μετά ρώτα τον. ~ες ώρες ύπνου. Μας μένει ~ χρόνος. Θα είμαι εκεί σε ~α λεπτά. Σε ~ο (= βραχύ, σύντομο) χρονικό διάστημα.|| ~η προσοχή παρακαλώ! Το παντελόνι θέλει ~ο στένεμα. Σαν να κάνει ~ο κρύο.|| (ως ουσ.) Από τα ~α που θυμάμαι/ξέρω ... (ειδικότ. για πρόσ.) Πολλοί θέλουν, ~οι μπορούν. Στη συνάντηση ήμασταν ~οι και καλοί. ΣΥΝ. λιγοστός ΑΝΤ. πολύς, πολλή, πολύ 2. (μτφ.-προφ.) ανεπαρκής, ανάξιος: Αποδείχτηκε/ήταν πολύ ~ για πρόεδρος. Πβ. ακατάλληλος. ● Ουσ.: λίγοι (οι): ισχυροί ή εκλεκτοί: μέτρα/προνόμια για τους ~ους. Πβ. μεγάλοι. ΑΝΤ. πολλοί (3) ● ΦΡ.: δεν είναι και λίγο & λίγο είναι; (προφ.): είναι, απεναντίας, πολύ ή πολύ σημαντικό: ~ ~ να βγεις δεύτερος. Βλ. σχήμα λιτότητας., λίγα τα λόγια σου/λίγα λόγια (απειλητ.): πρόσεξε πώς μιλάς, μη θίγεις: ~ ~ για τους φίλους μου! Πβ. μάζεψε τη γλώσσα σου., λίγο το 'χεις; (προφ.): το θεωρείς ασήμαντο;: ~ ~ να βρεθείς ξαφνικά χωρίς δουλειά;, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα βλ. πράγμα, κάτι (λίγο) ... κάτι (λίγο) ... βλ. κάτι, κάτι λίγοι βλ. κάτι, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, μου πέφτει λίγος/πολύς βλ. πέφτω, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες βλ. μέρα, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του βλ. ψωμί ● βλ. λίγο, λιγότερος [< μεσν. λίγος] | |
| 28222 | λιγόστεμα | λι-γό-στε-μα (προφ.): ελάττωση, μείωση: ~ του χρόνου. Πβ. περιορισμός. | |
| 28223 | λιγοστεύω | λι-γο-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {λιγόστ-εψε, -έψει, λιγοστεύ-οντας}: ελαττώνω, περιορίζω: Άρχισα δίαιτα κι έχω ~έψει το αλάτι. ΑΝΤ. αυξάνω ● λιγοστεύει: γίνεται (όλο και) λιγότερος, μειώνεται: ~ουν οι ελπίδες για ανεύρεση επιζώντων. ~ουν τα λεφτά/τα περιθώρια λάθους. Τα αποθέματα μέρα με τη μέρα ~ουν. Χρόνο με τον χρόνο, ~ουν οι κάτοικοι του χωριού (ΑΝΤ. πληθαίνουν). Πβ. φυραίνω. [< μεσν. (ο)λιγοστεύω] | |
| 28224 | λιγοστός | , ή, ό λι-γο-στός επίθ.: λίγος, περιορισμένος: ~ός: κόσμος (πβ. μετρημένος, ολιγάριθμος). ~ή: βλάστηση (= αραιή)/τροφή. ~ό: νερό/φως (πβ. αμυδρό). ~ές: γνώσεις (πβ. λειψές)/ελπίδες (πβ. ισχνές)/πιθανότητες. ~ά: αποθέματα/κέρδη/χρήματα. ΑΝΤ. άφθονος, μπόλικος (1), παραπανίσιος [< μεσν. (ο)λιγοστός] | |
| 28225 | λιγότερος | , η, ο λι-γό-τε-ρος επίθ.: πιο λίγος: Καταλαμβάνει τον ~ο δυνατό χώρο.|| (ως ουσ.) Θα μου κοστίσει χίλια ευρώ το ~ο (= το ελάχιστο). Από αυτά που θα μπορούσες να πάθεις, αυτό είναι το ~ο (= το πιο ασήμαντο). ΑΝΤ. περισσότερος ● επίρρ.: λιγότερο ● ΦΡ.: λιγότερο ή περισσότερο: πιο λίγο ή πιο πολύ: ~ ~ επιτυχημένη προσπάθεια/σημαντικά γεγονότα. ● βλ. λίγος | |
| 28226 | λιγούρα | λι-γού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. έντονο αίσθημα πείνας που μπορεί να συνοδεύεται από ενόχληση στο στομάχι ή ζαλάδα: νυχτερινές ~ες. ~ες της εγκυμοσύνης. Ένιωσα/έχω/μ' έπιασε/μου 'ρθε μια ~. Έφαγα μια φρυγανιά, για να κοπεί η ~. Οι μυρωδιές μου 'φεραν ~. Τσίμπησα κάτι ελαφρύ, έτσι για τη ~. Πβ. λίγωμα. Βλ. βουλιμία. ΣΥΝ. λιγωμάρα 2. (μτφ.) έντονη επιθυμία, πόθος: ~ για γλυκό/σοκολάτα.|| ~ για εξουσία/χρήματα. Πβ. λαχτάρα. Βλ. -ούρα1. | |
| 28227 | λιγουρεύομαι | λι-γου-ρεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {λιγουρεύ-τηκα, -τεί} (προφ.): επιθυμώ έντονα, λαχταρώ: Εκείνο το κοκκινιστό από χθες πολύ το ~.|| ~εται την καρέκλα του προέδρου. Πβ. (ξερο)γλείφομαι, νοστιμεύομαι, ορέγομαι, ποθώ, χαλβαδιάζω, μου τρέχουν τα σάλια. ΣΥΝ. λιμπίζομαι | |
| 28228 | λιγουρευτός | , ή, ό λι-γου-ρευ-τός επίθ. (προφ.): λαχταριστός: ~ά: γλυκά/φαγητά. | |
| 28229 | λιγούρης | λι-γού-ρης ουσ. (αρσ.) {λιγούρηδες} & λιγούρι (το) (προφ.) 1. που πεινά διαρκώς. Πβ. λιμασμένος, πεινάλας, πειναλέος, σαλιάρης, ψωμόλυσσα. 2. (μτφ.) που λαχταρά, ποθεί κάτι· ειδικότ. για άνδρα που εκδηλώνει έντονα και απροκάλυπτα, με το βλέμμα ή/και τη συμπεριφορά του, την ερωτική του επιθυμία. Βλ. ευρω~.|| Πβ. λυσσάρης, πέφτουλας. | |
| 28230 | λιγούρικος | , η, ο λι-γού-ρι-κος επίθ. (προφ.-συνήθ. μτφ.): που χαρακτηρίζει τον λιγούρη: ~ο: βλέμμα/ύφος. | |
| 28231 | λιγούστρο | [λιγοῦστρο] λι-γού-στρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικό δενδρύλλιο ή θάμνος (επιστ. ονομασ. Ligustrum vulgare, οικογ. Oleaceae), με λευκά άνθη σε κωνικές ταξιανθίες και μοβ μπλε σκούρους καρπούς, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως φυτοφράκτης. [< ιταλ. ligustro] | |
| 28233 | λιγοψυχία | λι-γο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λογιότ.) ολιγοψυχία & (σπάν.-λαϊκό) λιγοψυχιά: έλλειψη θάρρους, ψυχικού σθένους, συνήθ. σε κρίσιμες καταστάσεις. Πβ. ατολμία, δειλία. ΣΥΝ. λιποψυχία ΑΝΤ. γενναιότητα, ευψυχία [< μεσν. (ο)λιγοψυχία] | |
| 28234 | λιγόψυχος | , η, ο λι-γό-ψυ-χος επίθ. (λόγ.) & (λογιότ.) ολιγόψυχος: που δειλιάζει μπροστά στις δυσκολίες: Αποδείχτηκε/στάθηκε/φάνηκε ~ απέναντι στην αρρώστια/μπροστά στον κίνδυνο. Πβ. άτολμος, δειλός, κιοτής, φοβητσιάρης. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. λιπόψυχος ΑΝΤ. γενναίος (1), εύψυχος, ψυχωμένος [< μεσν. λιγόψυχος < μτγν. ὀλιγόψυχος] | |
| 28235 | λιγοψυχώ | [λιγοψυχῶ] (αμτβ.) {λιγοψυχ-είς ... | λιγοψύχ-ησα, -ήσει} (λόγ.) & (λογιότ.) ολιγοψυχώ: δειλιάζω: Δεν ~ησε ούτε στιγμή. Πβ. κιοτεύω. ΣΥΝ. λιποψυχώ [< μεσν. λιγοψυχώ < μτγν. ὀλιγοψυχῶ] | |
| 28236 | λίγωμα | λί-γω-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): τάση για εμετό ή ζάλη. Πβ. λιγούρα, λιγωμάρα. [< μεσν. λίγωμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ