| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28237 | λιγωμάρα | λι-γω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.): λιγούρα: Μ' έπιασε/μου 'ρθε ~. Πβ. λίγωμα. [< μεσν. λιγωμάρα] | |
| 28238 | λιγώνω | λι-γώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λίγω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (προφ.) 1. (για φαγητά, κυρ. γλυκά) προκαλώ ή αισθάνομαι δυσάρεστο αίσθημα κορεσμού, αναγούλα: Σιροπιασμένο όσο πρέπει, για να μη ~ει. Μας ~σαν οι μυρωδιές από τα σουβλάκια. ~θηκα από τους πολλούς κουραμπιέδες (πβ. μπουκώνω). Πβ. αναγουλιάζω. 2. ζαλίζω, δημιουργώ έντονη ευφορία, ευχαρίστηση ή ερωτικό πόθο: ~θήκαμε στα γέλια (= ξεκαρδιστήκαμε).|| Κάθε φορά που τη βλέπει, ~εται. Την κοίταζε με ~μένο βλέμμα/ύφος. Πβ. διεγείρω, εξάπτω, ερεθίζω. [< μεσν. λιγώνω < μτγν. ὀλιγῶ ΄λιγοστεύω΄] | |
| 28239 | λιγωτικός | , ή, ό λι-γω-τι-κός επίθ. (προφ.): που λιγώνει: γεύση γλυκιά, αλλά καθόλου ~ή.|| ~ή: μουσική/ομορφιά (πβ. μεθυστική). Ξέσπασε σε ~ά γέλια (= ξεκαρδίστηκε). | |
| 28240 | λιδοκαΐνη | λι-δο-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C14H22N2O) που χρησιμοποιείται κυρ. ως τοπικό αναισθητικό και αντιαρρυθμικό φάρμακο. ΣΥΝ. ξυλοκαΐνη. [< αγγλ. lidocaine, 1949] | |
| 28241 | λίζινγκ | λί-ζινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. συμβόλαιο με το οποίο ο ιδιοκτήτης περιουσιακού στοιχείου παρέχει σε ενοικιαστή το δικαίωμα χρήσης αυτού για συγκεκριμένη χρονική περίοδο έναντι καταβολής συμφωνημένου μισθώματος: αγορά/εταιρεία ~. Απόκτηση αυτοκινήτου/κατοικίας με τη μέθοδο του ~. Πβ. χρονομίσθωση. ΣΥΝ. μακροενοικίαση, χρηματοδοτική μίσθωση [< αγγλ. leasing, 1963 – παλαιότ. ορθογρ. λήζινγκ] | |
| 28242 | λιθανάγλυφο | λι-θα-νά-γλυ-φο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΙΤ. ανάγλυφος ή εγχάρακτος διάκοσμος (αυτοτελής ή τμήμα κατασκευής) σε πέτρα ή μάρμαρο: ~α μνημείων.|| (ως επίθ.) ~ο: οικόσημο/υπέρθυρο. | |
| 28243 | λιθάνθρακας | λι-θάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. στερεό ορυκτό καύσιμο που αποτελεί κατηγορία γαιανθράκων. Βλ. ανθρακ-, λιγν-ίτης, τύρφη. ΣΥΝ. πετροκάρβουνο [< γερμ. Steinkohle, γαλλ. charbon de terre] | |
| 28244 | λιθανθρακικός | , ή, ό λι-θαν-θρα-κι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τον λιθάνθρακα: ~ός: σταθμός. ~ή: μονάδα. | |
| 28245 | λιθανθρακόπισσα | λι-θαν-θρα-κό-πισ-σα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πίσσα που αποτελεί προϊόν ξηρής απόσταξης λιθανθράκων. Βλ. ξυλόπισσα. [< γερμ. Steinkohlenteer] | |
| 28246 | λιθανθρακοφόρος | , ος, ο λι-θαν-θρα-κο-φό-ρος επίθ.: ΓΕΩΛ. που περιέχει λιθάνθρακα: ~α: ιζήματα/στρώματα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λιθανθρακοφόρος περίοδος: η τέταρτη περίοδος του παλαιοζωικού γεωλογικού αιώνα (πριν από περ. 340.000.000 - 290.000.000 έτη). [< γαλλ. carbonifère] | |
| 28247 | λιθαράκι | λι-θα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) συμβολή: Έβαλε κι αυτός το ~ του για την κατάκτηση του τίτλου. Πρόσθεσε ένα μικρό ~ στην ειρήνη μεταξύ των λαών. Έχουν μπει τα πρώτα ~ια για την ίδρυση μουσείου στην περιοχή.|| Έχτισε τη φήμη του ~ ~. Πβ. σιγά-σιγά. 2. πετρούλα, πετραδάκι. | |
| 28248 | λιθάργυρος | λι-θάρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου}: ΧΗΜ. μονοξείδιο του µολύβδου (σύμβ. PbO). [< μτγν. λιθάργυρος (ἡ), γαλλ.-αγγλ. litharge] | |
| 28249 | λιθάρι | λι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πέτρα. Βλ. αγκωνάρι. 2. ΑΘΛ. λιθοβολία. ● ΦΡ.: πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω [< μεσν. λιθάρι(ν)] | |
| 28250 | λιθίαση | λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχηματισμός λίθων σε όργανο του σώματος: ~ νεφρών (= νεφρο~· βλ. οξαλικός, ψαμμίαση)/ουροποιητικού (συστήματος) (= ουρο~)/σιελογόνων αδένων (= σιαλο~)/χοληδόχου πόρου (= χολο~· βλ. χολοκυστ-εκτομή, -ίτιδα). Βλ. -ίαση, λιθοτριψία. [< αρχ. λιθίασις, γαλλ. lithiase , αγγλ. lithiasis] | |
| 28251 | λιθικός | , ή, ό λι-θι-κός επίθ.: λίθινος. Βλ. ασβεστο~, μεγα~, μεσο~, μονο~, νεο~, ξερο~, οφιο~, παλαιο~, σχιστο~, χαλκο~. [< μτγν. λιθικός, γαλλ. lithique, 20ός αι., αγγλ. lithic] | |
| 28252 | λίθινος | , η, ο λί-θι-νος επίθ.: κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ. πέτρινος: ~ος: βωμός/πέλεκυς. ~η: βάση (αγάλματος)/πλάκα. ~ο: ειδώλιο/θέατρο. ~α: εργαλεία/όπλα/σκεύη. ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Λίθου/Λίθινη Εποχή βλ. λίθος [< αρχ. λίθινος] | |
| 28253 | λίθιο | λί-θι-ο ουσ. (ουδ.) {λιθί-ου}: ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο αργυρόλευκου χρώματος (σύμβ. Li, Ζ, 3), το ελαφρύτερο από όλα τα μέταλλα και το πρώτο της τάξης των αλκαλίων· (ΨΥΧΙΑΤΡ.) φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ατόμων με μανιοκατάθλιψη: μπαταρία ~ου. Βλ. αλλύλιο, ταντάλιο, υδρίδιο.|| Βλ. αντιψυχωτικός, ψυχοληπτικά. [< γερμ. Lithium, γαλλ.-αγγλ. lithium < λίθος] | |
| 28254 | λιθο- & λιθό- & λιθ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον λίθο (πέτρα), κυρ. ως οικοδομική ύλη: λιθό-κτιστος/~στρωτος.|| Λιθο-βολισμός.|| Λιθ-άνθρακας. | |
| 28255 | λιθοβολία | λι-θο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. (παλαιότ.) αγώνισμα κατά το οποίο ο αθλητής έριχνε μια πέτρα όσο πιο μακριά μπορούσε. Βλ. -βολία. ΣΥΝ. λιθάρι (2) [< αρχ. λιθοβολία] | |
| 28256 | λιθοβολισμός | λι-θο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιθοβολώ: Τα αυτοκίνητα/οι αστυνομικές δυνάμεις δέχτηκαν άγριο ~ό.|| (ιδ. στις ισλαμικές χώρες) Καταδίκη σε θάνατο διά ~ού. Βλ. αμνηστία, φονταμενταλισμός.|| (μτφ.) ~ (= επίκριση) του πολιτικού συστήματος. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πετροβολισμός [< μτγν. λιθοβολισμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ