| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28257 | λιθοβόλος | , ος, ο λι-θο-βό-λος επίθ. (λόγ.): που εκτοξεύει πέτρες: (στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα) ~ (πολιορκητική) μηχανή (= καταπέλτης· κ. ως ουσ. το ~ο). ● Ουσ.: λιθοβόλος (ο): πρόσωπο που πετά πέτρες· παλαιότ. αθλητής της λιθοβολίας. Βλ. -βόλος. [< αρχ. λιθοβόλοι] [< μτγν. λιθοβόλος] | |
| 28258 | λιθοβολώ | [λιθοβολῶ] λι-θο-βο-λώ ρ. (μτβ.) {λιθοβολ-είς ..., -ώντας | λιθοβόλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} ΣΥΝ. πετροβολώ 1. πετώ πέτρες με σκοπό τον τραυματισμό προσώπου ή την πρόκληση ζημιών· (ιδ. στις ισλαμικές χώρες) εκτελώ με λιθοβολισμό: Διαδηλωτές ~ησαν την πρεσβεία.|| ~ήθηκε μέχρι θανάτου. Βλ. -βολώ. 2. (μτφ.) επιτίθεμαι λεκτικά σε βάρος κάποιου, επικρίνω, κατηγορώ: Δεν διστάζει να ~ήσει ακόμα κι αυτούς που τον βοήθησαν. Πβ. στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα, στήνω κάποιον στον τοίχο. [< μτγν. λιθοβολῶ] | |
| 28259 | λιθογλυπτική | λι-θο-γλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. γλυπτική σε πέτρα: λαϊκή ~. Βλ. μαρμαρο-, ξυλο-γλυπτική, λιθοξόος. [< πβ. γαλλ. glyptique] | |
| 28260 | λιθογραφείο | [λιθογραφεῖο] λι-θο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο λιθογραφίας: τυπογραφείο-~. | |
| 28261 | λιθογραφία | λι-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κυρ. παλαιότ.) μέθοδος εκτύπωσης στοιχείων (κειμένων, σχεδίων) γραμμένων ή χαραγμένων σε επίπεδη ασβεστολιθική επιφάνεια· συνεκδ. το αντίστοιχα τυπωμένο καλλιτεχνικό συνήθ. έργο· (στη σύγχρονη εποχή) η τεχνική όφσετ: έγχρωμη ~. Έκθεση ~ών. Πβ. γκραβούρα, χαρακτικό. Βλ. στερεο~, ξυλο-, χαλκο-γραφία, φωτο~. [< γαλλ. lithographie, αγγλ. lithography] | |
| 28262 | λιθογραφικός | , ή, ό λι-θο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τη λιθογραφία ή χρησιμοποιείται σε αυτή: ~ή: εκτύπωση/πλάκα. ~ό: μελάνι/φιλμ (βλ. όφσετ). ~ά: δοκίμια. [< γαλλ. lithographique, αγγλ. lithographic] | |
| 28263 | λιθογράφος | λι-θο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνίτης ειδικός στη λιθογραφία ή καλλιτέχνης-δημιουργός λιθογραφιών: εκτυπωτής ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. λιθογράφος 'αυτός που διακοσμεί πολύτιμους λίθους', γαλλ. lithographe, αγγλ. lithographer] | |
| 28264 | λιθογραφώ | [λιθογραφῶ] λι-θο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {λιθογραφ-εί | λιθογράφ-ησε, -ήθηκε, -ημένος}: ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. εκτυπώνω με τη μέθοδο της λιθογραφίας: ~ημένος: χάρτης. ~ημένη: αφίσα. ~ημένες: σημειώσεις. ~ημένα: μεταλλικά κουτιά. Βλ. -γραφώ. [< μτγν. λιθογραφῶ 'λαξεύω σε λίθο', γαλλ. lithographier, αγγλ. lithograph] | |
| 28265 | λιθόδμητος | , η, ο λι-θόδ-μη-τος επίθ. (λόγ.): λιθόκτιστος: ~η: γέφυρα/κατασκευή. ~ο: σπίτι/φράγμα. Πβ. πέτρινος. [< μτγν. λιθόδμητος] | |
| 28266 | λιθοδομή | λι-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κατασκευή, συνήθ. τοίχων, με πέτρες: περιτοίχιση από ~. Πηγάδι χτισμένο με ~. Πβ. πλινθοδομή. Βλ. αργο~, ξηρο~. | |
| 28267 | λιθοδομία | λι-θο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. χτίσιμο, συνήθ. τοίχων, με πέτρες και κατ' επέκτ. τα πέτρινα μέρη οικοδομήματος. [< μεσν. λιθοδομία] | |
| 28268 | λιθοειδής | , ής, ές λι-θο-ει-δής επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λιθοειδές (οστούν/οστό): ΑΝΑΤ. τμήμα του κροταφικού οστού. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. os pétreux, αγγλ. petrosal/petrous bone] [< αρχ. λιθοειδής 'που μοιάζει με λίθο'] | |
| 28269 | λιθοθεραπεία | λι-θο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): εναλλακτική θεραπευτική μέθοδος που χρησιμοποιεί συνήθ. πολύτιμους λίθους. Πβ. γεμο-, κρυσταλλο-θεραπεία. [< γαλλ. lithothérapie] | |
| 28270 | λιθόκτιστος | , η, ο λι-θό-κτι-στος επίθ. (λόγ.) & λιθόχτιστος: χτισμένος, φτιαγμένος με λίθους: ~ος: ναός. ~η: βρύση/γέφυρα. ~ο: μονοπάτι/σπίτι. Πβ. λίθ-, πέτρ-ινος. ΣΥΝ. λιθόδμητος, πετρόκτιστος [πβ. μεσν. ολολιθόκτιστος] | |
| 28271 | λιθολογία | λι-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΓΕΩΛ. 1. τα χαρακτηριστικά των πετρωμάτων που σχηματίζουν ένα γεωλογικό στρώμα. 2. πετρολογία. Βλ. -λογία. [< μτγν. λιθολογία 'σωρός λίθων', γαλλ. lithologie, αγγλ. lithology] | |
| 28272 | λιθολογικός | , ή, ό λι-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη λιθολογία: ~ός: χάρτης (μιας περιοχής). ~ή: σύσταση (σχηματισμών). Πβ. πετρολογικός. [< γαλλ. lithologique, αγγλ. lithologic(al)] | |
| 28273 | λιθοξόος | λι-θο-ξό-ος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατεργάζεται λίθους, μάρμαρα. Πβ. λαξευτής, μαρμαράς, πετράς. Βλ. μαρμαρογλύπτης. [< μτγν. λιθοξόος] | |
| 28274 | λιθοπόνιο | λι-θο-πό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. λευκή χρωστική ουσία, μείγμα θειικού βαρίου και θειούχου ψευδαργύρου, που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική. [< γαλλ. lithopone, αγγλ. ~] | |
| 28275 | λιθορριπή | λι-θορ-ρι-πή ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τεχνητή κατασκευή από ογκόλιθους, βράχους ή παρόμοιο υλικό ακανόνιστου σχήματος: ~ αντιδιαβρωτικής/αντιπλημμυρικής προστασίας. Βλ. κυματοθραύστης. | |
| 28276 | λιθόρριπτος | , η, ο λι-θόρ-ρι-πτος επίθ. (επιστ.): κατασκευασμένος από μεγάλους λίθους, ακανόνιστου σχήματος, που έχουν συνήθ. τοποθετηθεί χωρίς σειρά: ~α και χωμάτινα φράγματα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ