Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28960-28980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28240λιδοκαΐνηλι-δο-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C14H22N2O) που χρησιμοποιείται κυρ. ως τοπικό αναισθητικό και αντιαρρυθμικό φάρμακο. ΣΥΝ. ξυλοκαΐνη. [< αγγλ. lidocaine, 1949]
28241λίζινγκλί-ζινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. συμβόλαιο με το οποίο ο ιδιοκτήτης περιουσιακού στοιχείου παρέχει σε ενοικιαστή το δικαίωμα χρήσης αυτού για συγκεκριμένη χρονική περίοδο έναντι καταβολής συμφωνημένου μισθώματος: αγορά/εταιρεία ~. Απόκτηση αυτοκινήτου/κατοικίας με τη μέθοδο του ~. Πβ. χρονομίσθωση. ΣΥΝ. μακροενοικίαση, χρηματοδοτική μίσθωση [< αγγλ. leasing, 1963 – παλαιότ. ορθογρ. λήζινγκ]
28242λιθανάγλυφολι-θα-νά-γλυ-φο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΙΤ. ανάγλυφος ή εγχάρακτος διάκοσμος (αυτοτελής ή τμήμα κατασκευής) σε πέτρα ή μάρμαρο: ~α μνημείων.|| (ως επίθ.) ~ο: οικόσημο/υπέρθυρο.
28243λιθάνθρακαςλι-θάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. στερεό ορυκτό καύσιμο που αποτελεί κατηγορία γαιανθράκων. Βλ. ανθρακ-, λιγν-ίτης, τύρφη. ΣΥΝ. πετροκάρβουνο [< γερμ. Steinkohle, γαλλ. charbon de terre]
28244λιθανθρακικός, ή, ό λι-θαν-θρα-κι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τον λιθάνθρακα: ~ός: σταθμός. ~ή: μονάδα.
28245λιθανθρακόπισσαλι-θαν-θρα-κό-πισ-σα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πίσσα που αποτελεί προϊόν ξηρής απόσταξης λιθανθράκων. Βλ. ξυλόπισσα. [< γερμ. Steinkohlenteer]
28246λιθανθρακοφόρος, ος, ο λι-θαν-θρα-κο-φό-ρος επίθ.: ΓΕΩΛ. που περιέχει λιθάνθρακα: ~α: ιζήματα/στρώματα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λιθανθρακοφόρος περίοδος: η τέταρτη περίοδος του παλαιοζωικού γεωλογικού αιώνα (πριν από περ. 340.000.000 - 290.000.000 έτη). [< γαλλ. carbonifère]
28247λιθαράκιλι-θα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) συμβολή: Έβαλε κι αυτός το ~ του για την κατάκτηση του τίτλου. Πρόσθεσε ένα μικρό ~ στην ειρήνη μεταξύ των λαών. Έχουν μπει τα πρώτα ~ια για την ίδρυση μουσείου στην περιοχή.|| Έχτισε τη φήμη του ~ ~. Πβ. σιγά-σιγά. 2. πετρούλα, πετραδάκι.
28248λιθάργυροςλι-θάρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου}: ΧΗΜ. μονοξείδιο του µολύβδου (σύμβ. PbO). [< μτγν. λιθάργυρος (ἡ), γαλλ.-αγγλ. litharge]
28249λιθάριλι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πέτρα. Βλ. αγκωνάρι. 2. ΑΘΛ. λιθοβολία. ● ΦΡ.: πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω [< μεσν. λιθάρι(ν)]
28250λιθίασηλι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχηματισμός λίθων σε όργανο του σώματος: ~ νεφρών (= νεφρο~· βλ. οξαλικός, ψαμμίαση)/ουροποιητικού (συστήματος) (= ουρο~)/σιελογόνων αδένων (= σιαλο~)/χοληδόχου πόρου (= χολο~· βλ. χολοκυστ-εκτομή, -ίτιδα). Βλ. -ίαση, λιθοτριψία. [< αρχ. λιθίασις, γαλλ. lithiase , αγγλ. lithiasis]
28251λιθικός, ή, ό λι-θι-κός επίθ.: λίθινος. Βλ. ασβεστο~, μεγα~, μεσο~, μονο~, νεο~, ξερο~, οφιο~, παλαιο~, σχιστο~, χαλκο~. [< μτγν. λιθικός, γαλλ. lithique, 20ός αι., αγγλ. lithic]
28252λίθινος, η, ο λί-θι-νος επίθ.: κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ. πέτρινος: ~ος: βωμός/πέλεκυς. ~η: βάση (αγάλματος)/πλάκα. ~ο: ειδώλιο/θέατρο. ~α: εργαλεία/όπλα/σκεύη. ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Λίθου/Λίθινη Εποχή βλ. λίθος [< αρχ. λίθινος]
28253λίθιολί-θι-ο ουσ. (ουδ.) {λιθί-ου}: ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο αργυρόλευκου χρώματος (σύμβ. Li, Ζ, 3), το ελαφρύτερο από όλα τα μέταλλα και το πρώτο της τάξης των αλκαλίων· (ΨΥΧΙΑΤΡ.) φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ατόμων με μανιοκατάθλιψη: μπαταρία ~ου. Βλ. αλλύλιο, ταντάλιο, υδρίδιο.|| Βλ. αντιψυχωτικός, ψυχοληπτικά. [< γερμ. Lithium, γαλλ.-αγγλ. lithium < λίθος]
28254λιθο- & λιθό- & λιθ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον λίθο (πέτρα), κυρ. ως οικοδομική ύλη: λιθό-κτιστος/~στρωτος.|| Λιθο-βολισμός.|| Λιθ-άνθρακας.
28255λιθοβολίαλι-θο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. (παλαιότ.) αγώνισμα κατά το οποίο ο αθλητής έριχνε μια πέτρα όσο πιο μακριά μπορούσε. Βλ. -βολία. ΣΥΝ. λιθάρι (2) [< αρχ. λιθοβολία]
28256λιθοβολισμόςλι-θο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιθοβολώ: Τα αυτοκίνητα/οι αστυνομικές δυνάμεις δέχτηκαν άγριο ~ό.|| (ιδ. στις ισλαμικές χώρες) Καταδίκη σε θάνατο διά ~ού. Βλ. αμνηστία, φονταμενταλισμός.|| (μτφ.) ~ (= επίκριση) του πολιτικού συστήματος. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πετροβολισμός [< μτγν. λιθοβολισμός]
28257λιθοβόλος, ος, ο λι-θο-βό-λος επίθ. (λόγ.): που εκτοξεύει πέτρες: (στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα) ~ (πολιορκητική) μηχανή (= καταπέλτης· κ. ως ουσ. το ~ο). ● Ουσ.: λιθοβόλος (ο): πρόσωπο που πετά πέτρες· παλαιότ. αθλητής της λιθοβολίας. Βλ. -βόλος. [< αρχ. λιθοβόλοι] [< μτγν. λιθοβόλος]
28258λιθοβολώ[λιθοβολῶ] λι-θο-βο-λώ ρ. (μτβ.) {λιθοβολ-είς ..., -ώντας | λιθοβόλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} ΣΥΝ. πετροβολώ 1. πετώ πέτρες με σκοπό τον τραυματισμό προσώπου ή την πρόκληση ζημιών· (ιδ. στις ισλαμικές χώρες) εκτελώ με λιθοβολισμό: Διαδηλωτές ~ησαν την πρεσβεία.|| ~ήθηκε μέχρι θανάτου. Βλ. -βολώ. 2. (μτφ.) επιτίθεμαι λεκτικά σε βάρος κάποιου, επικρίνω, κατηγορώ: Δεν διστάζει να ~ήσει ακόμα κι αυτούς που τον βοήθησαν. Πβ. στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα, στήνω κάποιον στον τοίχο. [< μτγν. λιθοβολῶ]
28259λιθογλυπτικήλι-θο-γλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. γλυπτική σε πέτρα: λαϊκή ~. Βλ. μαρμαρο-, ξυλο-γλυπτική, λιθοξόος. [< πβ. γαλλ. glyptique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.