Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2880-2900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1928ακτοφυλακίδα[ἀκτοφυλακίδα] α-κτο-φυ-λα-κί-δα ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. σκάφος που χρησιμοποιείται από την Ακτοφυλακή. Πβ. ακταιωρός.
1929ακτύπητος, η, ο βλ. αχτύπητος
1930ακυβερνησία[ἀκυβερνησία] α-κυ-βερ-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): απουσία διακυβέρνησης· κυβερνητική αστάθεια ή ανικανότητα: ~ του κράτους. Χάος και ~. Κατάσταση πλήρους ~ας (πβ. αναρχία). Παράταση της αβεβαιότητας και της ~ας (πβ. κακοδιοίκηση). Η χώρα διανύει περίοδο/έχει περιέλθει σε καθεστώς ~ας.|| ~ σκάφους (: χωρίς κυβερνήτη ή σύστημα πλοήγησης). [< μτγν. ἀκυβερνησία]
1931ακυβέρνητος, η, ο [ἀκυβέρνητος] α-κυ-βέρ-νη-τος επίθ. 1. (για σκάφος, όχημα) που δεν έχει κυβερνήτη ή δεν ελέγχεται από οδηγό ή σύστημα πλοήγησης: ~η: θαλαμηγός/νταλίκα. Το καράβι έμεινε/πλέει ~ο μεσοπέλαγα. (σπανιότ.) Είμαστε δύο ώρες ~οι (: σε ~ο πλοίο). 2. που δεν έχει κυβέρνηση ή διοίκηση· που κακοδιοικείται: ~ος: δήμος/τόπος. ~η: πόλη/πολιτεία (ΑΝΤ. ευνομούμενη)/χώρα (= άναρχη). ~ο: κράτος. Ο οργανισμός έχει μείνει ~ (= χωρίς διοίκηση, αδιοίκητος).|| Πνευματικά ~η (= ακαθοδήγητη) κοινωνία. 3. (μτφ.) που είναι αδύνατον ή δεν είναι εύκολο να κυβερνηθεί, να εξουσιαστεί ή να ελεγχθεί: ~ος: λαός. ~ο: πάθος (= ανεξέλεγκτο). ~α: συναισθήματα (ΑΝΤ. ελεγχόμενα). [< μτγν. ἀκυβέρνητος, γαλλ. ingouvernable]
1932άκυκλος, η, ο [ἂκυκλος] ά-κυ-κλος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλειφατική/άκυκλη ένωση βλ. αλειφατικός [< αγγλ. acyclic, γαλλ. acyclique, περ. 1920]
1933ακυκλοφόρητος, η, ο [ἀκυκλοφόρητος] α-κυ-κλο-φό-ρη-τος επίθ.: για κάτι που δεν έχει διατεθεί στο εμπόριο, στην αγορά ή δεν έχει διαδοθεί: ~η: σειρά (προϊόντων)/συλλογή ποιημάτων (= ανέκδοτη)/ταινία. ~ο: άλμπουμ/βιβλίο (= αδημοσίευτο, ΑΝΤ. δημοσιευμένο)/έργο/υλικό. ~ες: ηχογραφήσεις. ~α: (χαρτο)νομίσματα/τραγούδια.|| ~η: είδηση.
1934ακύμαντος, η, ο [ἀκύμαντος] α-κύ-μα-ντος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει κυματισμούς, δεν αναταράσσεται από κύματα: ~ος: κόλπος/όρμος. ~η: επιφάνεια (του νερού)/θάλασσα (= γαλήνια, ήρεμη)/λίμνη. ~ο: πέλαγος. ~α: νερά. ΑΝΤ. κυματώδης (1), τρικυμισμένος (1) 2. (μτφ.-λογοτ.) που δεν έχει διακυμάνσεις ή περιπέτειες: ~ος: βίος (ΑΝΤ. πολυκύμαντος). ~η: ζωή (= ήσυχη, ΑΝΤ. ταραγμένη, ταραχώδης)/καθημερινότητα/πορεία (= σταθερή). [< 1: αρχ. ἀκύμαντος 2: μτγν. ~]
1935άκυρο[ἄκυρο] ά-κυ-ρο επιφών. 1. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικό παράγγελμα που ακυρώνει άλλο προηγούμενο: Λόχος! ~! 2. (κατ' επέκτ.) για υπόσχεση ή συμφωνία που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί: Άσε το ραντεβού, ~! [< αρχ. ἄκυρος]
1936ακυρολεξία

[ἀκυρολεξία] α-κυ-ρο-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.) & (καταχρ.) ακυριολεξία: σημασιολογικά λανθασμένη ή ανακριβής χρήση λέξεων ή φράσεων: μεταφραστικές ~ες. Ασυνταξίες/σολοικισμοί, ~ες και ασάφειες. Η ~ της φράσης "ενέκυψε θύελλα" (ορθό: ενέσκηψε). [< μεσν. ακυρολεξία]

1937άκυρος, η, ο [ἄκυρος] ά-κυ-ρος επίθ. 1. που δεν ισχύει, ειδικότ. που δεν έχει νομική ισχύ: ~ος: αγώνας/γάμος/διαγωνισμός/κωδικός/νόμος/πλειστηριασμός. ~η: απόλυση/απόφαση/διαθήκη/δικαιοπραξία/εκλογή/σύμβαση/συμφωνία. ~ο: έγγραφο/συμβόλαιο/ψηφοδέλτιο (: που δεν γίνεται αποδεκτό κατά την καταμέτρηση). Καταχρηστικός και ~ όρος.|| (ΑΘΛ.) ~η: βολή/εκκίνηση. ~ο: άλμα/αποτέλεσμα. ΑΝΤ. έγκυρος (1) 2. (αργκό-αρνητ. συνυποδ.) άσχετος, αταίριαστος: Τι λέει ο ~; Είσαι τελείως ~η. ~ο το ντύσιμό της.|| Τους πετύχαμε σε ~η φάση. ● Ουσ.: άκυρα (τα): το σύνολο των άκυρων ψηφοδελτίων σε εκλογές. ● ΦΡ.: θεωρώ/καθιστώ/κηρύσσω κάτι άκυρο: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ακυρώνω: Το δικαστήριο κηρύσσει ~η την πτώχευση της εταιρείας. Η αίτηση θεωρήθηκε αυτοδικαίως ~η. Η μη τήρηση της νομοθεσίας καθιστά ~α τα τιμολόγια. έφαγε άκυρο βλ. τρώω [< αρχ. ἄκυρος 1: αγγλ. invalid]
1938ακυρότητα[ἀκυρότητα] α-κυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ιδιότητα του άκυρου, έλλειψη νομικής ισχύος και κύρους: απόλυτη/δικονομική ~. ~ διαδικασίας/διαταγής πληρωμής/δικαιοπραξίας/εγγραφής/κατηγορητηρίου/πλειστηριασμού/πράξεων μεταβίβασης ακινήτων. Ένσταση/ποινή ~ας. Αίρεται η ~. Αυτοδίκαιη ~ των τίτλων. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ~. ~ ενός όρου επιφέρει ~ στο σύνολο του συμβολαίου. Βλ. ακύρωση, -ότητα. ΑΝΤ. εγκυρότητα (1), ισχύς (2), κύρος (2) [< μτγν. ἀκυρότης, γαλλ. annulation]
1939ακυρώνω[ἀκυρώνω] α-κυ-ρώ-νω ρ. {ακύρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, ακυρών-οντας, ακυρω-μένος} 1. καθιστώ κάτι άκυρο, αίρω την ισχύ του, καταργώ: ~ κράτηση εισιτηρίου/συμφωνία. Το τιμολόγιο πρέπει να ~θεί. Η εταιρεία ~σε (= έλυσε) το συμβόλαιο. Το δικαστήριο ~σε τον διορισμό της/τις νέες προσλήψεις/την υπουργική απόφαση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας θα ~σει τον διαγωνισμό. Ο διαιτητής ~σε το γκολ. Η επιτροπή ~σε την πρώτη ιστιοδρομία. Οι εκλογές/οι εξετάσεις ~θηκαν. ~μένο: διαβατήριο. Πβ. αναιρώ, ανακαλώ. ΑΝΤ. επικυρώνω.|| ~ εισιτήριο (= επικυρώνω· σφραγίζω εισιτήριο των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς σε ακυρωτικό μηχάνημα).|| (μτφ.) Με τις πράξεις του ~ει τους ισχυρισμούς του (= αυτοαναιρείται). ΑΝΤ. κυρώνω 2. ματαιώνω κάτι που είχε προσχεδιαστεί: ~ το ραντεβού/τη συνάντησή μας. ~εται η εκδήλωση/παράσταση/συνέντευξη. Η παραγγελία/η περιοδεία/η συναυλία/το ταξίδι ~θηκε. Τα σχέδιά μας ~θηκαν. ~θηκαν όλες οι πτήσεις για ... [< μτγν. ἀκυρῶ, γαλλ. annuler, invalider]
1940ακύρωση[ἀκύρωση] α-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. κατάργηση, άρση της ισχύος: άμεση/δικαστική/έγγραφη/έμμεση/μερική/ολική ~. ~ άδειας/ανάθεσης/απόφασης/γάμου (βλ. διαζύγιο)/γραπτού/δημοπράτησης/διαβατηρίου/διαγωνισμού/διαθήκης/δικαιοπραξίας/διορισμού/εγγραφής/εκλογής/εντολής/νόμου/ομολογιών/παραγγελίας/πιστωτικής κάρτας/πράξης/προστίμου/σύμβασης/συμβολαίου/συμφωνίας/τροπολογίας. Δικαίωμα/λόγος/όροι/τέλη ~ης. Πβ. αναίρεση, ανάκληση, κατάργηση, λύση. Βλ. αυτο~.|| ~ εισιτηρίου (= επικύρωση).|| ~ αθλητή/ομάδας (: άρση της δυνατότητας συμμετοχής ή πρόκρισης σε αγώνισμα ή αγώνα). 2. ματαίωση: (έγκαιρη) ~ επίσημης επίσκεψης/παραστάσεων/πτήσης/ταξιδιού. ~ώσεις (προγραμματισμένων) δρομολογίων. Μαζικές ~ώσεις (κρατήσεων). ● ΣΥΜΠΛ.: αίτηση ακύρωσης/ακυρώσεως: ΝΟΜ. ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και προσβάλλει διοικητικές πράξεις: ~ ~ άδειας/απόφασης/διορισμού/προκήρυξης. ~ ~ κατά της απόφασης των υπουργών .../του Προεδρικού Διατάγματος. Απορρίφθηκε η/εκδικάστηκε η/υποβλήθηκε ~ ~. Έγινε δεκτή η ~ ~. Παραιτήθηκε από την ~ ~. [< μτγν. ἀκύρωσις, γαλλ. annulation, invalidation 2: αγγλ. cancellation]
1941ακυρωσίαβλ. ακυρωσιμότητα
1943ακυρωσιμότητα[ἀκυρωσιμότητα] α-κυ-ρω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ακυρωσία: ΝΟΜ. δυνατότητα ακύρωσης δικαιοπραξίας νομικά έγκυρης, επειδή ενυπάρχει σε αυτή ελάττωμα: ~ γάμου/όρου/πράξεων/σύμβασης. ~ λόγω απειλής/πλάνης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. annulabilité]
1944ακυρωτέος, α, ο [ἀκυρωτέος] α-κυ-ρω-τέ-ος επίθ.: ΝΟΜ. που επιβάλλεται να ακυρωθεί, να ανακληθεί: ~ος: διαγωνισμός. ~α: απόφαση/σύμβαση. ~ο: διάταγμα/συμβόλαιο/φύλλο αγώνα. Βλ. -τέος. [< μτγν. ἀκυρωτέος]
1945ακυρωτικός, ή, ό [ἀκυρωτικός] α-κυ-ρω-τι-κός επίθ. 1. που ακυρώνει, που μπορεί να κρίνει ή να καταστήσει κάτι άκυρο: ~ός: δικαστής/νόμος/όρος. ~ή: αίτηση/απόφαση/αρμοδιότητα/δίκη/πράξη/συμφωνία. ~ό: αίτημα/δεδικασμένο/στοιχείο/τιμολόγιο. ΣΥΝ. αναιρετικός ΑΝΤ. επικυρωτικός, κυρωτικός (1) 2. που οφείλεται σε ακύρωση: ~ά: τέλη (κράτησης).|| (ως ουσ.) Τα εισιτήρια ακυρώνονται χωρίς ~ά (ενν. τέλη). ● επίρρ.: ακυρωτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Ακυρωτικό Δικαστήριο: ΝΟΜ. ανώτατο δικαστήριο που ακυρώνει δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες προσβάλλονται με ένδικα μέσα· ο Άρειος Πάγος δικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων και ορισμένων βουλευμάτων και το Συμβούλιο Επικρατείας κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων: Προσέφυγαν σε ~ ~. [< γαλλ. Cour de cassation] , ακυρωτικό μηχάνημα: ειδικό μηχάνημα στα ΜΜΜ που σφραγίζει το εισιτήριο και καταργεί τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησής του: Επικυρώστε το εισιτήριο στο ~ ~. [< γαλλ. abrogatif]
1946ακυτταρικός, ή, ό [ἀκυτταρικός] α-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που δεν δομείται από κύτταρα ή που περιέχει μέρος μόνο του κυττάρου: ~ός: μικροοργανισμός. ~ή: δομή/κυψελίδα. ~ό: αντιγόνο/εμβόλιο (κοκίτη)/υλικό. Οι ιοί θεωρούνται ~ές μορφές ζωής. [< γαλλ. acellulaire, 1910]
1947ακώλυτος, η, ο [ἀκώλυτος] α-κώ-λυ-τος επίθ. (λόγ.): (για κάτι) που δεν κωλύεται, δεν παρεμποδίζεται ή δεν απαγορεύεται: ~ος: διάλογος. ~η: διέλευση/κυκλοφορία/λειτουργία/πορεία/πρόσβαση/συνέχιση του αγώνα (= απρόσκοπτη)/χρήση. ~ο: αγαθό/(ΝΟΜ.) δικαίωμα/όφελος. ~η (= ελεύθερη) διεξαγωγή των αγώνων.|| (ως ουσ.) Διασφαλίστηκε το ~ο και το ασφαλές του (αν)εφοδιασμού. Πβ. αδιακώλυτος, ανεμπόδιστος. ● επίρρ.: ακώλυτα & (λόγ.) ακωλύτως [< μτγν. ἀκώλυτος]
1948άκων, ουσα, ον [ἄκων] ά-κων επίθ. {εύχρ. το αρσ.} (αρχαιοπρ., με επιρρ. χρ.): που κάνει ή παθαίνει κάτι αθέλητα, αναγκαστικά: Προσήλθε ~ στις διαπραγματεύσεις. Κάνω κάτι ~. Πβ. ακούσιος. ΑΝΤ. εκών ● ΦΡ.: εκών άκων: που συμβαίνει παρά τη θέληση κάποιου, με το ζόρι: Εκόντες άκοντες (= θέλοντας και μη) αναγκάστηκαν να ενδώσουν. [< αρχ. ἄκων]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.