Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2880-2900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1919άκτιστος, η/ος, ο [ἄκτιστος] ά-κτι-στος επίθ. 1. & άχτιστος: που δεν έχει ή δεν μπορεί να κτιστεί: ~η: περιοχή. ~ο: οικόπεδο/σπίτι. ΑΝΤ. κτιστός (1), οικοδομημένος (1) 2. ΘΕΟΛ. (για την Αγία Τριάδα) που δεν έχει δημιουργηθεί, αλλά υπάρχει προαιώνια: Ο ~ (θείος) Λόγος. Πβ. άυλος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το κτιστό και το ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: άκτιστο(ν) φως: ΘΕΟΛ. το υπέρλαμπρο θείο φως που περιέβαλε τους Ησυχαστές στην προσευχή τους ως μέθεξη του Θεού και των ενεργειών του· το φως που περιέβαλε τον Χριστό στο όρος Θαβώρ· η ίδια η ενέργεια του Θεού: Τον πλημμύρισε το ~ ~. [< 2: μτγν. ἄκτιστος]
1920ακτογραμμή[ἀκτογραμμή] α-κτο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γραμμή, κατά μήκος των ακτών, που καθορίζει τα όρια μεταξύ στεριάς και θάλασσας και συνεκδ. το μήκος της έκτασής της: φυσική ~. Αεροφωτογραφίες/μετατοπίσεις ~ών. Παράκτια ζώνη και ~.|| Η μόλυνση εκτείνεται σε ~ ... χιλιομέτρων. [< αγγλ. coastline]
1921ακτογραφία[ἀκτογραφία] α-κτο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΓΡ. επιστημονικός κλάδος της γεωγραφίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της γεωφυσικής διαμόρφωσης των ακτών και την περιγραφή τους. Βλ. -γραφία.
1922ακτογραφικός, ή, ό [ἀκτογραφικός] α-κτο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που έχει σχέση με την ακτογραφία: ~ός: όρος. ~ά: στοιχεία (π.χ. χερσόνησοι, κόλποι, ακρωτήρια).
1923ακτοπλοΐα[ἀκτοπλοΐα] α-κτο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) 1. μεταφορά με πλοία επιβατών και εμπορευμάτων στα λιμάνια ενός κράτους: ελληνική ~. Φουντώνει ο ανταγωνισμός στην ~. Βλ. -πλοΐα. 2. ναυσιπλοΐα κοντά στις ακτές. [< γερμ. Küstenfahrt]
1924ακτοπλοϊκός, ή, ό [ἀκτοπλοϊκός] α-κτο-πλο-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ακτοπλοΐα ή/και τον ακτοπλόο: ~ός: κόμβος/πράκτορας/στόλος/χάρτης. ~ή: οδηγία/συγκοινωνία/σύνδεση. ~ό: δίκτυο/δρομολόγιο. ~ές: γραμμές/εταιρείες. ~ά: εισιτήρια. ● επίρρ.: ακτοπλοϊκώς [-ῶς] [< γαλλ. côtier]
1925ακτοπλόος[ἀκτοπλόος] α-κτο-πλό-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): πρόσωπο που έχει την εκμετάλλευση ενός ή περισσοτέρων πλοίων ακτοπλοΐας: ~ εφοπλιστής. [< γαλλ. caboteur]
1926ακτοφύλακας[ἀκτοφύλακας] α-κτο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που υπηρετεί στην Ακτοφυλακή. Πβ. λιμενικός. Βλ. -φύλακας.
1927ακτοφυλακή[ἀκτοφυλακή] α-κτο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): υπηρεσία αρμόδια για την επίβλεψη και φύλαξη των ακτών μιας χώρας (υπεύθυνη για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, των λαθρομεταναστών, την καταπολέμηση της ρύπανσης, τη διάσωση ναυαγών): ευρωπαϊκή ~. Βλ. -φυλακή. ● ΣΥΜΠΛ.: Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή βλ. λιμενικός [< γαλλ. garde-côtière/-côte, γερμ. Küstenwacht]
1928ακτοφυλακίδα[ἀκτοφυλακίδα] α-κτο-φυ-λα-κί-δα ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. σκάφος που χρησιμοποιείται από την Ακτοφυλακή. Πβ. ακταιωρός.
1929ακτύπητος, η, ο βλ. αχτύπητος
1930ακυβερνησία[ἀκυβερνησία] α-κυ-βερ-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): απουσία διακυβέρνησης· κυβερνητική αστάθεια ή ανικανότητα: ~ του κράτους. Χάος και ~. Κατάσταση πλήρους ~ας (πβ. αναρχία). Παράταση της αβεβαιότητας και της ~ας (πβ. κακοδιοίκηση). Η χώρα διανύει περίοδο/έχει περιέλθει σε καθεστώς ~ας.|| ~ σκάφους (: χωρίς κυβερνήτη ή σύστημα πλοήγησης). [< μτγν. ἀκυβερνησία]
1931ακυβέρνητος, η, ο [ἀκυβέρνητος] α-κυ-βέρ-νη-τος επίθ. 1. (για σκάφος, όχημα) που δεν έχει κυβερνήτη ή δεν ελέγχεται από οδηγό ή σύστημα πλοήγησης: ~η: θαλαμηγός/νταλίκα. Το καράβι έμεινε/πλέει ~ο μεσοπέλαγα. (σπανιότ.) Είμαστε δύο ώρες ~οι (: σε ~ο πλοίο). 2. που δεν έχει κυβέρνηση ή διοίκηση· που κακοδιοικείται: ~ος: δήμος/τόπος. ~η: πόλη/πολιτεία (ΑΝΤ. ευνομούμενη)/χώρα (= άναρχη). ~ο: κράτος. Ο οργανισμός έχει μείνει ~ (= χωρίς διοίκηση, αδιοίκητος).|| Πνευματικά ~η (= ακαθοδήγητη) κοινωνία. 3. (μτφ.) που είναι αδύνατον ή δεν είναι εύκολο να κυβερνηθεί, να εξουσιαστεί ή να ελεγχθεί: ~ος: λαός. ~ο: πάθος (= ανεξέλεγκτο). ~α: συναισθήματα (ΑΝΤ. ελεγχόμενα). [< μτγν. ἀκυβέρνητος, γαλλ. ingouvernable]
1932άκυκλος, η, ο [ἂκυκλος] ά-κυ-κλος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλειφατική/άκυκλη ένωση βλ. αλειφατικός [< αγγλ. acyclic, γαλλ. acyclique, περ. 1920]
1933ακυκλοφόρητος, η, ο [ἀκυκλοφόρητος] α-κυ-κλο-φό-ρη-τος επίθ.: για κάτι που δεν έχει διατεθεί στο εμπόριο, στην αγορά ή δεν έχει διαδοθεί: ~η: σειρά (προϊόντων)/συλλογή ποιημάτων (= ανέκδοτη)/ταινία. ~ο: άλμπουμ/βιβλίο (= αδημοσίευτο, ΑΝΤ. δημοσιευμένο)/έργο/υλικό. ~ες: ηχογραφήσεις. ~α: (χαρτο)νομίσματα/τραγούδια.|| ~η: είδηση.
1934ακύμαντος, η, ο [ἀκύμαντος] α-κύ-μα-ντος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει κυματισμούς, δεν αναταράσσεται από κύματα: ~ος: κόλπος/όρμος. ~η: επιφάνεια (του νερού)/θάλασσα (= γαλήνια, ήρεμη)/λίμνη. ~ο: πέλαγος. ~α: νερά. ΑΝΤ. κυματώδης (1), τρικυμισμένος (1) 2. (μτφ.-λογοτ.) που δεν έχει διακυμάνσεις ή περιπέτειες: ~ος: βίος (ΑΝΤ. πολυκύμαντος). ~η: ζωή (= ήσυχη, ΑΝΤ. ταραγμένη, ταραχώδης)/καθημερινότητα/πορεία (= σταθερή). [< 1: αρχ. ἀκύμαντος 2: μτγν. ~]
1935άκυρο[ἄκυρο] ά-κυ-ρο επιφών. 1. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικό παράγγελμα που ακυρώνει άλλο προηγούμενο: Λόχος! ~! 2. (κατ' επέκτ.) για υπόσχεση ή συμφωνία που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί: Άσε το ραντεβού, ~! [< αρχ. ἄκυρος]
1936ακυρολεξία[ἀκυρολεξία] α-κυ-ρο-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.) & (καταχρ.) ακυριολεξία: σημασιολογικά λανθασμένη ή ανακριβής χρήση λέξεων ή φράσεων: μεταφραστικές ~ες. Ασυνταξίες/σολοικισμοί, ~ες και ασάφειες. Η ~ της φράσης "ενέκυψε θύελλα" (ορθό: ενέσκηψε). [< μεσν. ακυρολεξία]
1937άκυρος, η, ο [ἄκυρος] ά-κυ-ρος επίθ. 1. που δεν ισχύει, ειδικότ. που δεν έχει νομική ισχύ: ~ος: αγώνας/γάμος/διαγωνισμός/κωδικός/νόμος/πλειστηριασμός. ~η: απόλυση/απόφαση/διαθήκη/δικαιοπραξία/εκλογή/σύμβαση/συμφωνία. ~ο: έγγραφο/συμβόλαιο/ψηφοδέλτιο (: που δεν γίνεται αποδεκτό κατά την καταμέτρηση). Καταχρηστικός και ~ όρος.|| (ΑΘΛ.) ~η: βολή/εκκίνηση. ~ο: άλμα/αποτέλεσμα. ΑΝΤ. έγκυρος (1) 2. (αργκό-αρνητ. συνυποδ.) άσχετος, αταίριαστος: Τι λέει ο ~; Είσαι τελείως ~η. ~ο το ντύσιμό της.|| Τους πετύχαμε σε ~η φάση. ● Ουσ.: άκυρα (τα): το σύνολο των άκυρων ψηφοδελτίων σε εκλογές. ● ΦΡ.: θεωρώ/καθιστώ/κηρύσσω κάτι άκυρο: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ακυρώνω: Το δικαστήριο κηρύσσει ~η την πτώχευση της εταιρείας. Η αίτηση θεωρήθηκε αυτοδικαίως ~η. Η μη τήρηση της νομοθεσίας καθιστά ~α τα τιμολόγια. έφαγε άκυρο βλ. τρώω [< αρχ. ἄκυρος 1: αγγλ. invalid]
1938ακυρότητα[ἀκυρότητα] α-κυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ιδιότητα του άκυρου, έλλειψη νομικής ισχύος και κύρους: απόλυτη/δικονομική ~. ~ διαδικασίας/διαταγής πληρωμής/δικαιοπραξίας/εγγραφής/κατηγορητηρίου/πλειστηριασμού/πράξεων μεταβίβασης ακινήτων. Ένσταση/ποινή ~ας. Αίρεται η ~. Αυτοδίκαιη ~ των τίτλων. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ~. ~ ενός όρου επιφέρει ~ στο σύνολο του συμβολαίου. Βλ. ακύρωση, -ότητα. ΑΝΤ. εγκυρότητα (1), ισχύς (2), κύρος (2) [< μτγν. ἀκυρότης, γαλλ. annulation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.