Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28980-29000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28260λιθογραφείο[λιθογραφεῖο] λι-θο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο λιθογραφίας: τυπογραφείο-~.
28261λιθογραφίαλι-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κυρ. παλαιότ.) μέθοδος εκτύπωσης στοιχείων (κειμένων, σχεδίων) γραμμένων ή χαραγμένων σε επίπεδη ασβεστολιθική επιφάνεια· συνεκδ. το αντίστοιχα τυπωμένο καλλιτεχνικό συνήθ. έργο· (στη σύγχρονη εποχή) η τεχνική όφσετ: έγχρωμη ~. Έκθεση ~ών. Πβ. γκραβούρα, χαρακτικό. Βλ. στερεο~, ξυλο-, χαλκο-γραφία, φωτο~. [< γαλλ. lithographie, αγγλ. lithography]
28262λιθογραφικός, ή, ό λι-θο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τη λιθογραφία ή χρησιμοποιείται σε αυτή: ~ή: εκτύπωση/πλάκα. ~ό: μελάνι/φιλμ (βλ. όφσετ). ~ά: δοκίμια. [< γαλλ. lithographique, αγγλ. lithographic]
28263λιθογράφοςλι-θο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνίτης ειδικός στη λιθογραφία ή καλλιτέχνης-δημιουργός λιθογραφιών: εκτυπωτής ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. λιθογράφος 'αυτός που διακοσμεί πολύτιμους λίθους', γαλλ. lithographe, αγγλ. lithographer]
28264λιθογραφώ[λιθογραφῶ] λι-θο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {λιθογραφ-εί | λιθογράφ-ησε, -ήθηκε, -ημένος}: ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. εκτυπώνω με τη μέθοδο της λιθογραφίας: ~ημένος: χάρτης. ~ημένη: αφίσα. ~ημένες: σημειώσεις. ~ημένα: μεταλλικά κουτιά. Βλ. -γραφώ. [< μτγν. λιθογραφῶ 'λαξεύω σε λίθο', γαλλ. lithographier, αγγλ. lithograph]
28265λιθόδμητος, η, ο λι-θόδ-μη-τος επίθ. (λόγ.): λιθόκτιστος: ~η: γέφυρα/κατασκευή. ~ο: σπίτι/φράγμα. Πβ. πέτρινος. [< μτγν. λιθόδμητος]
28266λιθοδομήλι-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κατασκευή, συνήθ. τοίχων, με πέτρες: περιτοίχιση από ~. Πηγάδι χτισμένο με ~. Πβ. πλινθοδομή. Βλ. αργο~, ξηρο~.
28267λιθοδομίαλι-θο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. χτίσιμο, συνήθ. τοίχων, με πέτρες και κατ' επέκτ. τα πέτρινα μέρη οικοδομήματος. [< μεσν. λιθοδομία]
28268λιθοειδής, ής, ές λι-θο-ει-δής επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λιθοειδές (οστούν/οστό): ΑΝΑΤ. τμήμα του κροταφικού οστού. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. os pétreux, αγγλ. petrosal/petrous bone] [< αρχ. λιθοειδής 'που μοιάζει με λίθο']
28269λιθοθεραπείαλι-θο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): εναλλακτική θεραπευτική μέθοδος που χρησιμοποιεί συνήθ. πολύτιμους λίθους. Πβ. γεμο-, κρυσταλλο-θεραπεία. [< γαλλ. lithothérapie]
28270λιθόκτιστος, η, ο λι-θό-κτι-στος επίθ. (λόγ.) & λιθόχτιστος: χτισμένος, φτιαγμένος με λίθους: ~ος: ναός. ~η: βρύση/γέφυρα. ~ο: μονοπάτι/σπίτι. Πβ. λίθ-, πέτρ-ινος. ΣΥΝ. λιθόδμητος, πετρόκτιστος [πβ. μεσν. ολολιθόκτιστος]
28271λιθολογίαλι-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΓΕΩΛ. 1. τα χαρακτηριστικά των πετρωμάτων που σχηματίζουν ένα γεωλογικό στρώμα. 2. πετρολογία. Βλ. -λογία. [< μτγν. λιθολογία 'σωρός λίθων', γαλλ. lithologie, αγγλ. lithology]
28272λιθολογικός, ή, ό λι-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη λιθολογία: ~ός: χάρτης (μιας περιοχής). ~ή: σύσταση (σχηματισμών). Πβ. πετρολογικός. [< γαλλ. lithologique, αγγλ. lithologic(al)]
28273λιθοξόοςλι-θο-ξό-ος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατεργάζεται λίθους, μάρμαρα. Πβ. λαξευτής, μαρμαράς, πετράς. Βλ. μαρμαρογλύπτης. [< μτγν. λιθοξόος]
28274λιθοπόνιολι-θο-πό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. λευκή χρωστική ουσία, μείγμα θειικού βαρίου και θειούχου ψευδαργύρου, που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική. [< γαλλ. lithopone, αγγλ. ~]
28275λιθορριπήλι-θορ-ρι-πή ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τεχνητή κατασκευή από ογκόλιθους, βράχους ή παρόμοιο υλικό ακανόνιστου σχήματος: ~ αντιδιαβρωτικής/αντιπλημμυρικής προστασίας. Βλ. κυματοθραύστης.
28276λιθόρριπτος, η, ο λι-θόρ-ρι-πτος επίθ. (επιστ.): κατασκευασμένος από μεγάλους λίθους, ακανόνιστου σχήματος, που έχουν συνήθ. τοποθετηθεί χωρίς σειρά: ~α και χωμάτινα φράγματα.
28277λίθοςλί-θος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΓΕΩΛ. στερεό, σκληρό, μη μεταλλικό φυσικό σώμα που συνήθ. αποτελεί θραύσμα πετρωμάτων και έχει ποικίλο μέγεθος, σχήμα και ποικίλη χημική σύσταση: αργός/οικοδομικός ~. Τεχνητοί (βλ. πλίνθος, τούβλο)/φυσικοί (βλ. γρανίτης, μάρμαρο) ~οι. Εξόρυξη/κατεργασία/κοπή ~ων. Τοίχος κατασκευασμένος με ~ους (= λίθινος, λιθόκτιστος, πέτρινος). Πβ. λιθάρι, πέτρα. Βλ. βράχος, ασβεστό-, κυβό-, μεγά-, μονό-, ογκό-, πωρό-, τσιμεντό-, φωνό-λιθος, μενίρ, ντολμέν, χαλίκι.|| (μτφ.) Οι δομικοί ~οι των οργανισμών είναι τα κύτταρα. 2. ΙΑΤΡ. μη φυσιολογικός στερεός σχηματισμός, από μεταλλικά κυρ. άλατα, σε διάφορα όργανα του σώματος: ~οι ασβεστίου/ουρικού οξέος/φωσφορικού μαγνησίου. Αφαίρεση ~ων νεφρών (βλ. λιθίαση, λιθοτριψία). Πβ. σύγκριμα. Βλ. ουρό-, χολό-λιθος. ΣΥΝ. πέτρα (3) ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Λίθου/Λίθινη Εποχή: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. προϊστορική περίοδος (περ. 2,5 εκατομμύρια χρόνια π.Χ.-3.300 π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από την κατασκευή και χρήση λίθινων αντικειμένων. Βλ. μεσο-, νεο-, παλαιο-λιθικός, Εποχή του Χαλκού. [< γαλλ. Âge de (la) pierre] , πολύτιμοι λίθοι {σπανιότ. στον εν.}: ΟΡΥΚΤ. ορυκτά των οποίων η σπανιότητα, η λάμψη και η ανθεκτικότητα τούς προσδίδουν μεγάλη εμπορική αξία και τα οποία χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοποιία. Βλ. διαμάντι, ζαφείρι, πετράδι, ρουμπίνι, σμαράγδι. [< γαλλ. pierres précieuses] , ακρογωνιαίος λίθος βλ. ακρογωνιαίος, ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες βλ. ημιπολύτιμος, θεμέλιος λίθος βλ. θεμέλιος ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα βλ. πέτρα, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω βλ. αναμάρτητος, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος βλ. ανάθεμα [< αρχ. λίθος (ὁ), γαλλ. pierre, αγγλ. stone]
28278λίθοςλί-θος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πέτρα. ● ΣΥΜΠΛ.: λυδία λίθος 1. (μτφ.) καθετί με το οποίο δοκιμάζεται η αποτελεσματικότητα, η αξία, η αντοχή κάποιου: ~ ~ αποτελεί για την κυβέρνηση η οικονομία. 2. (παλαιότ.) μαύρη, σκληρή πέτρα πάνω στην οποία έτριβαν το χρυσάφι και το ασήμι, για να ελέγξουν τον βαθμό γνησιότητας, καθαρότητάς τους. Βλ. ίασπις., φιλοσοφική λίθος: μαγική ουσία που πιστευόταν ότι θα μπορούσε να μετατρέψει τα ευτελή μέταλλα σε χρυσό, να γιατρέψει όλες τις ασθένειες και να χαρίσει στον κάτοχό της την αθανασία. Βλ. αλχημεία. [< γαλλ. (la) pierre philosophale] [< αρχ. λίθος (ἡ)]
28279λιθόσπερμολι-θό-σπερ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. βότανο ή θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Lithospermum arvense, Buglossoides arvensis), με λευκά, κίτρινα ή μπλε άνθη. [< μτγν. λιθόσπερμον, αγγλ. lithospermon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.