| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28277 | λίθος | λί-θος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΓΕΩΛ. στερεό, σκληρό, μη μεταλλικό φυσικό σώμα που συνήθ. αποτελεί θραύσμα πετρωμάτων και έχει ποικίλο μέγεθος, σχήμα και ποικίλη χημική σύσταση: αργός/οικοδομικός ~. Τεχνητοί (βλ. πλίνθος, τούβλο)/φυσικοί (βλ. γρανίτης, μάρμαρο) ~οι. Εξόρυξη/κατεργασία/κοπή ~ων. Τοίχος κατασκευασμένος με ~ους (= λίθινος, λιθόκτιστος, πέτρινος). Πβ. λιθάρι, πέτρα. Βλ. βράχος, ασβεστό-, κυβό-, μεγά-, μονό-, ογκό-, πωρό-, τσιμεντό-, φωνό-λιθος, μενίρ, ντολμέν, χαλίκι.|| (μτφ.) Οι δομικοί ~οι των οργανισμών είναι τα κύτταρα. 2. ΙΑΤΡ. μη φυσιολογικός στερεός σχηματισμός, από μεταλλικά κυρ. άλατα, σε διάφορα όργανα του σώματος: ~οι ασβεστίου/ουρικού οξέος/φωσφορικού μαγνησίου. Αφαίρεση ~ων νεφρών (βλ. λιθίαση, λιθοτριψία). Πβ. σύγκριμα. Βλ. ουρό-, χολό-λιθος. ΣΥΝ. πέτρα (3) ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Λίθου/Λίθινη Εποχή: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. προϊστορική περίοδος (περ. 2,5 εκατομμύρια χρόνια π.Χ.-3.300 π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από την κατασκευή και χρήση λίθινων αντικειμένων. Βλ. μεσο-, νεο-, παλαιο-λιθικός, Εποχή του Χαλκού. [< γαλλ. Âge de (la) pierre] , πολύτιμοι λίθοι {σπανιότ. στον εν.}: ΟΡΥΚΤ. ορυκτά των οποίων η σπανιότητα, η λάμψη και η ανθεκτικότητα τούς προσδίδουν μεγάλη εμπορική αξία και τα οποία χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοποιία. Βλ. διαμάντι, ζαφείρι, πετράδι, ρουμπίνι, σμαράγδι. [< γαλλ. pierres précieuses] , ακρογωνιαίος λίθος βλ. ακρογωνιαίος, ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες βλ. ημιπολύτιμος, θεμέλιος λίθος βλ. θεμέλιος ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα βλ. πέτρα, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω βλ. αναμάρτητος, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος βλ. ανάθεμα [< αρχ. λίθος (ὁ), γαλλ. pierre, αγγλ. stone] | |
| 28278 | λίθος | λί-θος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πέτρα. ● ΣΥΜΠΛ.: λυδία λίθος 1. (μτφ.) καθετί με το οποίο δοκιμάζεται η αποτελεσματικότητα, η αξία, η αντοχή κάποιου: ~ ~ αποτελεί για την κυβέρνηση η οικονομία. 2. (παλαιότ.) μαύρη, σκληρή πέτρα πάνω στην οποία έτριβαν το χρυσάφι και το ασήμι, για να ελέγξουν τον βαθμό γνησιότητας, καθαρότητάς τους. Βλ. ίασπις., φιλοσοφική λίθος: μαγική ουσία που πιστευόταν ότι θα μπορούσε να μετατρέψει τα ευτελή μέταλλα σε χρυσό, να γιατρέψει όλες τις ασθένειες και να χαρίσει στον κάτοχό της την αθανασία. Βλ. αλχημεία. [< γαλλ. (la) pierre philosophale] [< αρχ. λίθος (ἡ)] | |
| 28279 | λιθόσπερμο | λι-θό-σπερ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. βότανο ή θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Lithospermum arvense, Buglossoides arvensis), με λευκά, κίτρινα ή μπλε άνθη. [< μτγν. λιθόσπερμον, αγγλ. lithospermon] | |
| 28280 | λιθοστρώνω | λι-θο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {λιθόστρω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): καλύπτω εδαφική έκταση με επίπεδες κατεργασμένες πέτρες, προκειμένου να γίνει κατάλληλη για κυκλοφορία: Η πλατεία ~θηκε. ~μένος: δρόμος/κήπος. ~μένη: αυλή. ~μένο: λιμάνι/μονοπάτι. Πβ. πλακοστρώνω. | |
| 28281 | λιθόστρωση | λι-θό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιθοστρώνω· συνεκδ. λιθόστρωτο: ~ δρόμου. Ανάπλαση κεντρικής πλατείας με παραδοσιακή ~.|| Σημάδια από παλαιά ~. Πβ. πλακόστρωση. [< γαλλ. empierrement] | |
| 28282 | λιθόστρωτος | , η, ο λι-θό-στρω-τος επίθ. (λόγ.): που έχει λιθοστρωθεί: ~ος: δρόμος. ~η: αυλή/πλατεία. ~ο: μονοπάτι. ~α: σοκάκια. Πβ. πλακόστρωτος. Βλ. -στρωτος. ● Ουσ.: λιθόστρωτο (το): ενν. τμήμα εδάφους, συνήθ. δρόμος. Πβ. λιθόστρωση. Βλ. καλντερίμι. [< μτγν. τό λιθόστρωτον] [< αρχ. λιθόστρωτος] | |
| 28283 | λιθόσφαιρα | λι-θό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. το άκαμπτο, εξωτερικό, στερεό περίβλημα της Γης, πάχους ογδόντα ως εκατόν πενήντα περ. χιλιομέτρων, που αποτελείται από τον φλοιό και το ανώτερο τμήμα του μανδύα: ηπειρωτική/ωκεανική ~. Βλ. ασθενόσφαιρα, τεκτονικός. [< γερμ. Lithosphäre, γαλλ. lithosphère, 1907, αγγλ. lithosphere] | |
| 28284 | λιθοσφαιρικός | , ή, ό λι-θο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη λιθόσφαιρα: ~ός: μανδύας. ~ή: παραμόρφωση. ~ό: ρήγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονική/λιθοσφαιρική πλάκα: καθένα από τα μεγαλύτερα ή μικρότερα τμήματα στα οποία διαιρείται η λιθόσφαιρα, πάχους περ. εκατό χιλιομέτρων, τα οποία μετακινούνται, προκαλώντας τα διάφορα τεκτονικά φαινόμενα: αφρικανική/ευρασιατική ~ ~. Μετακίνηση/σύγκλιση/τεκτονική των ~ών ~ών. Βλ. ηφαιστει-, σεισμικ-ότητα, ορογένεση. [< γαλλ. lithosphérique, αγγλ. lithospheric, 1970] | |
| 28285 | λιθοτεχνία | λι-θο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. κατασκευή εργαλείων, όπλων από φυσικούς λίθους κατά την προϊστορική κυρ. εποχή· συνεκδ. λίθινο αντικείμενο της περιόδου αυτής: αιγυπτιακή/μινωική ~.|| {συνήθ. στον πληθ.} ~ες από πυριτόλιθο. Παλαιολιθικές ~ες. Βλ. -τεχνία. [< γαλλ. industrie lithique] | |
| 28286 | λιθοτομία | λι-θο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική τομή για αφαίρεση λίθων από την ουροδόχο κύστη. Βλ. -τομή. [< αρχ. λιθοτομία] | |
| 28287 | λιθοτρίπτης | λι-θο-τρί-πτης ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. μηχάνημα παραγωγής κρουστικών κυμάτων για λιθοτριψία: εξωσωματικός/ηλεκτρομαγνητικός ~. [< γαλλ. lithotri(p)teur, αγγλ. lithotripter] | |
| 28288 | λιθοτριψία | λι-θο-τρι-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχετικά ανώδυνη και αναίμακτη μέθοδος θρυμματισμού των λίθων του ουροποιητικού συστήματος με κρουστικά κύματα που εκπέμπονται από ειδικό μηχάνημα: εξωσωματική ~. [< γαλλ. lithotritie, αγγλ. lithotripsy] | |
| 28289 | λιθουανικός | ,-ή, -ό λι-θου-α-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Λιθουανία ή/και τους Λιθουανούς. ● Ουσ.: Λιθουανικά (τα) & (επίσ.) Λιθουανική (η): η λιθουανική γλώσσα. | |
| 28290 | Λιθουανός, Λιθουανή | Λι-θου-α-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Λιθουανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την λιθουανική υπηκοότητα. | |
| 28291 | λιθόχτιστος | , η, ο βλ. λιθόκτιστος | |
| 28292 | λιθρίνι | βλ. λυθρίνι | |
| 28293 | λιθώδης | , ης, ες λι-θώ-δης επίθ. {λιθώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (σπάν.-λόγ.): που μοιάζει με πέτρα ή αποτελείται από πέτρες: ~ης: σχηματισμός. ~ες: έδαφος. Πβ. πετρώδης. Βλ. -ώδης. [< αρχ. λιθώδης] | |
| 28294 | λιθώνας | λι-θώ-νας ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. σχηματισμός από θραύσματα πετρωμάτων που μεταφέρθηκαν από παγετώνες και έχουν αποτεθεί στο έδαφος: ασβεστώδεις/πυριτικοί ~ες. Βλ. -ώνας. [< γαλλ. moraine] | |
| 28295 | λικέρ | λι-κέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό αλκοολούχο ποτό με έντονο άρωμα συνήθ. από φρούτα, άνθη ή φύλλα: φρουτώδες ~. Σπιτικά ~. ~ απόσταξης/εκχύλισης. ~ καφέ/κίτρο/λεμόνι/μανταρίνι/μαστίχα/πορτοκάλι. Οίνος ~ (βλ. μαυροδάφνη, πορτό). Ρόφημα σοκολάτας/σοκολατάκια με ~. Βλ. βενεδικτίνη, μέντα, τσέρι. ΣΥΝ. ηδύποτο ● Υποκ.: λικεράκι (το) [< γαλλ. liqueur] | |
| 28297 | λικνίζω | λι-κνί-ζω ρ. (μτβ.) {λίκνι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, λικνίζ-οντας, -όμενος, συνηθέστ. μεσοπαθ.}: κουνώ κάτι με απαλό και ρυθμικό τρόπο: Λίκνιζε με χάρη το κορμί/τους γοφούς της. Το κοινό άρχισε να ~εται σε ανατολίτικους ρυθμούς/στους ήχους της μουσικής. Πβ. χορεύω.|| Η βάρκα λικνιζόταν στο απαλό αεράκι/στα νερά της θάλασσας (πβ. ταλαντεύομαι). [< μτγν. λικμίζω ‘λιχνίζω, σείω, τραντάζω’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ