| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28298 | λίκνιση | λί-κνι-ση ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. αργή, πραγματική ή φαινομενική, ταλάντωση δορυφόρου, κυρ. της Σελήνης, όπως αυτή φαίνεται από το κεντρικό ουράνιο σώμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται. [< γαλλ. libration] | |
| 28299 | λίκνισμα | λί-κνι-σμα ουσ. (ουδ.) {λικνίσμ-ατα}: απαλή και ρυθμική κίνηση: αισθησιακό ~ των γοφών/του κορμιού. Απογείωσε το κοινό με τα μαγευτικά της ~ατα.|| Το ~ της βάρκας. Πβ. κούνημα. | |
| 28300 | λικνιστικός | , ή, ό λι-κνι-στι-κός επίθ. & λικνιστός: που γίνεται με λίκνισμα: ~ός: χορός. ~ό: βάδισμα. ~ές: κινήσεις. Πβ. κουνιστός. ● επίρρ.: λικνιστικά | |
| 28301 | λίκνο | λί-κνο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) τόπος όπου πρωτοεμφανίστηκε και ήκμασε ένα σημαντικό αγαθό: η Ελλάδα, το ~ της δημοκρατίας/του πολιτισμού. Πβ. εστία, πατρίδα. ΣΥΝ. γενέτειρα (2), κοιτίδα 2. (λόγ.) κούνια. Βλ. καλαθούνα, παρκοκρέβατο, πορτ-μπεμπέ. [< αρχ. λίκνον] | |
| 28302 | λικουρίνος | λι-κου-ρί-νος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καπνιστός κέφαλος. [< ιταλ. liocorno (di mare)] | |
| 28303 | λίκρα | λί-κρα ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: συνθετικό ελαστικό γυαλιστερό ύφασμα για εφαρμοστά ρούχα: κολάν/μαγιό από ~.|| (ως επίθ.) ~ κορμάκι. Μπλούζα ~. Βλ. ελαστάνη, νάιλον. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Lycra, 1958, γαλλ. ~, 1960] | |
| 28304 | λιλά | λι-λά επίθ. {άκλ.}: που έχει ανοιχτό μοβ χρώμα: ~ άνθη/σκιά (ματιών)/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Μαγιό σε μπλε-~. Πβ. βιολετί, ιώδες, μελιτζανί, μενεξεδί. [< γαλλ. lilas] | |
| 28305 | λιλί | λι-λί ουσ. (ουδ.): (οικ.) πέος ιδ. αγοριού. ΣΥΝ. πουλάκι (2), τσουτσούνι (1) ● λιλιά (τα) (ειρων.-μειωτ.) 1. μπιχλιμπίδια, στολίδια· διάσημα, παράσημα. 2. χρήματα. [< λ. νηπιακή] | |
| 28306 | λιλιίδες | λι-λι-ί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. μονοκοτυλήδονα ποώδη φυτά (οικογ. Liliaceae) με βολβό και καρπό κάψα ή ράγα. Βλ. αλόη, ασφόδελος, κρεμμύδι, κρίνος, μιγκέ, πράσο, σκόρδο, σπαράγγι, τουλίπα, υάκινθος. [< γαλλ. liliacées] | |
| 28307 | λίλιουμ | λί-λι-ουμ ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) λίλιον: ΒΟΤ. κρίνος. [< αγγλ. lilium, 1902] | |
| 28308 | λιλιπούτειος | , α, ο λι-λι-πού-τει-ος επίθ. (λόγ.): μικροσκοπικός: οι ~οι μαθητές του νηπιαγωγείου/φίλοι μας (= τα παιδιά).|| ~ο: μοντέλο κινητού. ΑΝΤ. γιγάντιος (1) [< γαλλ. lilliputien] | |
| 28309 | λίμα | λί-μα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μακρόστενο εργαλείο χειρός, με οδόντωση ή με τραχιά επιφάνεια, που χρησιμοποιείται για λείανση, λέπτυνση, κόντεμα ή ακόνισμα επιφάνειας ή αντικειμένου μέσω τριβής: μεταλλική ~. Επίπεδη (ή πλακέ)/στρογγυλή/τετράγωνη/τριγωνική ~. Λεπτή/χοντρή ~. ΣΥΝ. ρίνη. Πβ. ράσπα, τροχιστήρι. Βλ. γυαλόχαρτο.|| (ειδικότ.) ~ νυχιών/για τα νύχια. [< ιταλ. lima] | |
| 28310 | λιμάζω | λι-μά-ζω ρ. (αμτβ.) {λιμά-ξει, συνήθ. στη μτχ. -σμένος} (προφ.): πεινώ πάρα πολύ: Έχω ~ξει από την/στην πείνα. Πβ. λιμοκτονώ, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας. Βλ. λιμασμένος. [< μεσν. λιμάζω] | |
| 28311 | λιμάνι | λι-μά-νι ουσ. (ουδ.) {λιμαν-ιού | -ιών} & (λόγ.) λιμήν (ο) {λιμένος} 1. φυσικό ή τεχνητό τμήμα ακτής ή σπανιότ. όχθης, κατάλληλο για αγκυροβόληση, φορτώσεις και εκφορτώσεις πλοίων ή σκαφών· συνεκδ. η πόλη στην οποία ανήκει ή η γύρω του περιοχή: απάνεμο/ασφαλές/γραφικό/κοσμοπολίτικο ~. Αλιευτικό (βλ. ιχθυόσκαλα)/διαμετακομιστικό/διεθνές/εθνικό/ελεύθερο (: χωρίς δασμούς)/εμπορευματικό/εμπορικό/εξαγωγικό/επιβατικό (βλ. ακτοπλοΐα)/ιδιωτικό/πετρελαϊκό/στρατιωτικό (βλ. ναύσταθμος) ~. ~ αναχώρησης/νηολόγησης/προορισμού/σκαφών αναψυχής (βλ. μαρίνα). Ανάπλαση/αποκλεισμός του ~ιού. Οι αποβάθρες/η είσοδος/οι προβλήτες (βλ. μόλος)/η στρατηγική θέση/ο φάρος/η χερσαία ζώνη του ~ιού. ~ια και αεροδρόμια. Αυξημένη η κίνηση στο ~ (του νησιού). (για πλεούμενο:) Αγκυροβόλησε/άραξε (= ελλιμενίστηκε)/μπήκε/ξεμπάρκαρε/προσέκρουσε στο ~. Ετοιμάζεται να αποπλεύσει/σαλπάρει από το ~. Δεμένα τα πλοία στα ~ια της χώρας, λόγω ισχυρών ανέμων (βλ. απαγορευτικό). Πβ. λιμένας, σκάλα. Βλ. λιμενο-βραχίονας, -λεκάνη, ντοκ, ψαρολίμανο.|| Βόλτα στο ~. Μένει στο ~. Έχει πολλή υγρασία στο ~. Πβ. επίνειο. 2. (μτφ.) μέρος, κατάσταση ή πρόσωπο που προσφέρει ασφάλεια: ~ ζωής/σωτηρίας. Πβ. απάγκιο, αποκούμπι, άσυλο, καταφύγιο. ● Υποκ.: λιμανάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: πιάνει/πιάνουμε λιμάνι/στεριά (για πλοίο ή τους επιβάτες του): φτάνει/φτάνουμε σε λιμάνι. [< τουρκ. liman < μτγν. λιμένιον ‘λιμανάκι’< αρχ. λιμήν] | |
| 28312 | λιμάρης | , α, ικο λι-μά-ρης επίθ./ουσ. {λιμάρηδες} (προφ.): λιμασμένος. [< μεσν. *λιμάρης] | |
| 28313 | λιμάρισμα | λι-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιμάρω: ~ μετάλλων (βλ. ρινίσματα)/των νυχιών. Πβ. πλάνισμα. Βλ. -ισμα. [< μεσν. λιμάρισμα] | |
| 28314 | λιμάρω | λι-μά-ρω ρ. (μτβ.) {λίμαρ-α κ. -ισα, -ίστηκε, -ιστεί, -οντας, -ισμένος}: λειαίνω, λεπταίνω, κονταίνω ή ακονίζω αντικείμενο ή επιφάνεια με τη χρήση λίμας: ~ το ξύλο (= πλαν-, ροκαν-ίζω). ~αν τα κάγκελα του κελιού (: για να αποδράσουν). ΣΥΝ. ρινίζω.|| ~ισμένα: νύχια (βλ. μανικιούρ). [< μεσν. λιμάρω < ιταλ. limare] | |
| 28315 | λιμασμένος | , η, ο λι-μα-σμέ-νος επίθ. (προφ.-μειωτ.): πειναλέος: Έτρωγε σαν ~. Πβ. πεινάλας.|| (μτφ.) ~οι για εξουσία. Πβ. λιγούρης.|| Κοίταζε με ~ο βλέμμα/~α μάτια. Πβ. λαίμαργος. ΣΥΝ. λιμάρης ● επίρρ.: λιμασμένα [< μεσν. λιμασμένος] | |
| 28316 | λιμεναρχείο | [λιμεναρχεῖο] λι-με-ναρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Λ): λιμενική Αρχή· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: κεντρικό/προξενικό ~. Προϊστάμενος ~ου (= λιμενάρχης). Το ~ εξέδωσε απαγορευτικό (απόπλου). Λαθρομετανάστες εντοπίστηκαν από περιπολικό σκάφος του ~ου. Για αλλαγές στα δρομολόγια των πλοίων, ενημερωθείτε από τα κατά τόπους/τοπικά ~α. Βλ. νηολόγιο, υπο~. | |
| 28317 | λιμενάρχης | λι-με-νάρ-χης ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Λ): ανώτατος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, προϊστάμενος λιμεναρχείου: κεντρικός/προξενικός ~. Βλ. -άρχης, υπο~. [< μτγν. λιμενάρχης ‘επόπτης του λιμανιού’, γαλλ. capitaine de port] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ