| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28318 | λιμένας | λι-μέ-νας ουσ. (αρσ.) {κ. λόγ. γεν. -ος} (επίσ.): λιμάνι. Βλ. αερο~, προ~. ● Υποκ.: λιμενίσκος (ο) [< μεσν. λιμένας < αρχ. λιμήν] | |
| 28319 | λιμενεργάτης | λι-με-νερ-γά-της ουσ. (αρσ.): εργάτης σε λιμενικές εγκαταστάσεις. Βλ. ναυτεργάτης, φορτοεκφορτωτής. | |
| 28320 | λιμενεργατικός | , ή, ό λι-με-νερ-γα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους λιμενεργάτες: ~ό: προσωπικό. ~ές: κινητοποιήσεις. | |
| 28321 | λιμενικός | , ή, ό λι-με-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λιμάνι ή το Λιμενικό Σώμα: ~ή: Αστυνομία/ζώνη. ~οί: φόροι. ~ές: εγκαταστάσεις (παραλαβής αποβλήτων πλοίων)/υπηρεσίες (βλ. φορτοεκφόρτωση)/υποδομές. ~ά: τέλη. Εθνική Λ~ή Πολιτική. (Δημοτικό) Λ~ό Ταμείο (: φορέας διαχείρισης λιμένα). Λ~ά Τμήματα και Λ~οί Σταθμοί (: υπηρεσίες που υπάγονται στις ~ές Αρχές). Βλ. αερο~. ● Ουσ.: λιμενικός (ο/η) (κ. με κεφαλ. Λ): μέλος του Λιμενικού Σώματος. Βλ. αστυνομικός. ● ΣΥΜΠΛ.: λιμενική Αρχή: διοικητική υπηρεσία λιμανιού: Άδεια ναυαγοσώστη που εκδίδεται από την οικεία ~ ~. ~ές Αρχές (: Κεντρικά Λιμεναρχεία, Λιμεναρχεία και Υπολιμεναρχεία)., Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή (ακρ. ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.) & (προφ.) Λιμενικό: Σώμα Ασφαλείας υπεύθυνο για τη φύλαξη των θαλάσσιων συνόρων και λιμανιών της χώρας, την παροχή βοήθειας και διάσωσης, την πάταξη της παράνομης δράσης στη θάλασσα, καθώς και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος: Αξιωματικός (βλ. ανθυπασπιστής, (ανθ)υπο-, αντι-, αρχι-πλοίαρχος, αντιναύαρχος, αρχι-, επι-κελευστής, λιμεν-, πλωτ-άρχης, λιμενοφύλακας, σημαιοφόρος)/Αρχηγός/ελικόπτερο/πλωτό περιπολικό του ~ού ~ατος. Βλ. αεροναυαγοσωστικό. | |
| 28322 | λιμενοβραχίονας | λι-με-νο-βρα-χί-ο-νας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): προβλήτα λιμανιού, η οποία μοιάζει με βραχίονα και λειτουργεί ως κυματοθραύστης. Πβ. μόλος. | |
| 28323 | λιμενοδείκτης | λι-με-νο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. πορτολάνος. Βλ. -δείκτης. | |
| 28324 | λιμενολεκάνη | λι-με-νο-λε-κά-νη ουσ. (θηλ.): κλειστό τμήμα λιμανιού, κατάλληλο για αγκυροβόλημα πλοίων: εκβάθυνση ~ης. Βλ. μαρίνα. | |
| 28325 | λιμενοσταθμάρχης | λι-με-νο-σταθ-μάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): προϊστάμενος λιμενικού σταθμού. | |
| 28326 | λιμενοφύλακας | λι-με-νο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπαξιωματικός του Λιμενικού Σώματος που βρίσκεται στην κατώτερη ιεραρχικά βαθμίδα. Βλ. κελευστής, λιμενικός, -φύλακας. [< αρχ. λιμενοφύλαξ ‘φρουρός του λιμανιού’] | |
| 28327 | λιμήν | βλ. λιμάνι | |
| 28328 | λίμιτ απ | λί-μιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. ανώτατη επιτρεπόμενη ημερήσια αύξηση στην τιμή προϊόντος ή χρεογράφου κατά τη διάρκεια χρηματιστηριακής συνεδρίασης: Η μετοχή έκανε ~ ~.|| (μτφ.-προφ.) ~ ~ στην ανεργία. Το κέφι χτύπησε ~ ~. Πβ. απόγειο, αποκορύφωμα, ζενίθ, μάξιμουμ. ΑΝΤ. λίμιτ ντάουν [< αγγλ. limit up] | |
| 28329 | λίμιτ ντάουν | λί-μιτ ντά-ουν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. μέγιστη επιτρεπόμενη ημερήσια πτώση της τιμής προϊόντος ή χρεογράφου στη διάρκεια χρηματιστηριακής συνεδρίασης: Η μετοχή κλείδωσε στο ~.|| (μτφ.-προφ.) Στο ~ ~ η δημοτικότητα του συγκροτήματος. Πβ. ναδίρ. ΑΝΤ. λίμιτ απ [< αγγλ. limit down] | |
| 28330 | λιμνάζει | λι-μνά-ζει ρ. (αμτβ.) {λίμνα-σε, λιμνά-σει, (λόγ. μτχ. ενεστ.) λιμνάζ-ων, -ουσα, -ον, λιμνα-σμένος} 1. σχηματίζει λίμνη: Νερά που ~ουν. 2. (μτφ.) μένει στάσιμο, δεν εξελίσσεται: Θέμα/πρόβλημα/υπόθεση που ~ (= εκκρεμεί) επί δεκαετίες. ~ουν (= βαλτώνουν, τελματώνουν) τα έργα στην περιοχή. [< αρχ. λιμνάζω, γαλλ. stagner] | |
| 28331 | λιμνάζων | , ουσα, ον λι-μνά-ζων επίθ. {λιμνάζ-οντος | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων} (λόγ.): εκκρεμής, στάσιμος: ~ουσα: υπόθεση (πβ. τελματώδης). ~ον: πρόβλημα. ~οντα: χρέη.|| ~οντες: φοιτητές (= αιώνιοι). ● ΣΥΜΠΛ.: λιμνάζοντα νερά/ύδατα 1. που λιμνάζουν: ~ ~ με νούφαρα. Βλ. βούρκος, έλος. 2. (μτφ.) παγιωμένη, στάσιμη κατάσταση: Η αποκάλυψη του σκανδάλου τάραξε τα ~ ~ της τοπικής κοινωνίας. [< αρχ. λιμνάζων, γαλλ. stagnant] | |
| 28332 | λιμναίος | , α, ο [λιμναῖος] λι-μναί-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται, ανήκει, ζει ή αναπτύσσεται μέσα ή κοντά σε λίμνη: ~ος: οικισμός (= παραλίμνιος). ~ο: οικοσύστημα/σπήλαιο (= λιμνοσπήλαιο). Πβ. λιμνίσιος. Βλ. θαλάσσιος, ποτάμιος, χερσαίος, ωκεάνιος. [< αρχ. λιμναῖος] | |
| 28333 | λίμνασμα | λί-μνα-σμα ουσ. (ουδ.): ακινησία, στασιμότητα: ~ του νερού.|| (μτφ.) ~ της οικονομίας. Πβ. αδράνεια, αποτελμάτωση, μαρασμός. [< μεσν. λίμνασμα, γαλλ. stagnation] | |
| 28334 | λίμνη | λί-μνη ουσ. (θηλ.) {λιμν-ών} 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. μεγάλη εδαφική κοιλότητα με φαινομενικά στάσιμο, γλυκό ή σπανιότ. αλμυρό νερό: ελώδης/ηφαιστειακή/καρστική/παγωμένη/τεχνητή/μεσοτροφική/ολιγοτροφική ~. Αλπικές ~ες. Η ιχθυοπανίδα/η λεκάνη/ο πυθμένας/η στάθμη/ο υγροβιότοπος/το φράγμα της ~ης. Στην όχθη της ~ης (= ακρολιμνιά· βλ. κροκάλα, παραλίμνιος). Αποξήρανση/αποστράγγιση/ρύπανση/υπερχείλιση (βλ. ανάχωμα, υγρά λιβάδια) της ~ης. Τα ψάρια των ~ών (= λιμνίσια). Βαρκάδα/κολύμπι/ψάρεμα στη ~. Στους καλαμιώνες της ~ης ζουν πολλά είδη ενδημικών πουλιών. Βλ. λιμνοθάλασσα, ποτάμι. 2. (μτφ.) μεγάλη ποσότητα υγρού συγκεντρωμένη σε κάποιο σημείο: ~ αίματος. ● Υποκ.: λιμνούλα (η): ~ με νούφαρα. [< 1: αρχ. λίμνη] | |
| 28335 | λιμνίσιος | , ια, ιο λι-μνί-σιος επίθ.: που βρίσκεται, ζει ή αναπτύσσεται μέσα σε λίμνες: ~ια: ψάρια (: κυπρίνος, πέρκα, πέστροφα, τσιρόνι). Πβ. λιμναίος. Βλ. ποταμίσιος, -ίσιος. [< μτγν. λιμνήσιος 'ως όνομα βατράχου'] | |
| 28336 | λιμνοδεξαμενή | λι-μνο-δε-ξα-με-νή ουσ. (θηλ.): μικρός ταμιευτήρας που δημιουργείται είτε στην κοίτη ποταμού ή χειμάρρου, με την κατασκευή φράγματος, είτε συνήθ. έξω από αυτή, σε φυσικές ή τεχνητές λεκάνες κατάκλυσης, στις οποίες μεταφέρεται το νερό μέσω αγωγού, που ξεκινά από φράγμα εκτροπής του χειμάρρου: ~ές για άρδευση. Πβ. ομβρο-, υδατο-δεξαμενή. Βλ. γεωμεμβράνη, υδατοσυλλογή. | |
| 28337 | λιμνοθάλασσα | λι-μνο-θά-λασ-σα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. ρηχή παράκτια υδατοσυλλογή, η οποία επικοινωνεί με τη θάλασσα μέσω διαύλου και της οποίας το νερό προέρχεται από ποταμό, χείμαρρο, ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα ή από τη θάλασσα: αξιοποίηση των ~ών (βλ. ιχθυοτροφείο, υδατοκαλλιέργεια). Οι ~ες αποτελούν οικοσυστήματα με υψηλή βιοποικιλότητα (: κέφαλος, λαβράκι, σπάρος, τσιπούρα, χέλι). Βλ. πελάδα, υγρότοπος.|| (Τροπικές) κοραλλιογενείς ~ες. Βλ. ατόλη. [< αρχ. λιμνοθάλασσα, γαλλ. lagune] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ