Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29040-29060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28338λιμνοθαλάσσιος, α, ο λι-μνο-θα-λάσ-σι-ος επίθ.: που σχετίζεται με λιμνοθάλασσα: ~ο: οικοσύστημα. ~α: ιζήματα.
28339λιμνολογίαλι-μνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Λ): ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά τη δομή και τη λειτουργία των λιμναίων οικοσυστημάτων και γενικότ. των οικοσυστημάτων των εσωτερικών υδάτων. Βλ. υδρολογία. [< γαλλ. limnologie, αγγλ. limnology]
28340λιμνοσπήλαιολι-μνο-σπή-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. σπήλαιο με μία ή περισσότερες λίμνες: βαραθρώδες ~.
28341λίμολί-μο ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (προφ.): λιμουζίνα. [< αμερικ. limo, 1968]
28342λιμοκοντόροςλι-μο-κο-ντό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): νεαρός με επιτηδευμένη και επιδεικτική εμφάνιση και συμπεριφορά. Πβ. κομψευόμενος, τζιτζιφιόγκος, φιγουρατζής, χλεχλές. Βλ. δανδής.
28343λιμοκτονίαλι-μο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.): θάνατος από ασιτία· μεγάλη πείνα λόγω φτώχειας, στέρηση των αναγκαίων για επιβίωση: Πληθυσμός που απειλείται με/οδηγείται σε (μαζική) ~.|| (επιτατ.) Δίαιτα μέχρι ~ας. Βλ. -κτονία. [< πβ. αρχ. λιμοκτονία 'θεραπεία με αποχή από την τροφή, νηστεία']
28344λιμοκτονώ[λιμοκτονῶ] λι-μο-κτο-νώ ρ. (αμτβ.) {λιμοκτον-είς..., -ώντας, λόγ. μτχ. -ούντες, -ούντα | λιμοκτόν-ησε, -ήσει}: πεθαίνω από ασιτία· πεινώ πολύ εξαιτίας μεγάλης ένδειας, είμαι πολύ φτωχός, στερούμαι τα βασικά για την επιβίωσή μου: ~ούν και υποσιτίζονται. ~ούντα παιδιά του Τρίτου Κόσμου.|| (προφ.-επιτατ.) Είχα να φάω από χθες. Κόντεψα να ~ήσω! Πβ. λιμάζω, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας.|| ~ούντες: συνταξιούχοι. Πβ. δεν έχει ψωμί να φάει, ψωμολυσσάω. [< αρχ. λιμοκτονῶ]
28345λιμονένιολι-μο-νέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & λεμονένιο: ΧΗΜ. υδρογονάνθρακας της ομάδας των τερπενίων (σύμβ. C10H16), που βρίσκεται κυρ. στα αιθέρια έλαια των εσπεριδοειδών και έχει άρωμα λεμονιού. [< αγγλ. limonene, γαλλ. limonène, 1905]
28346λιμοντσέλολι-μον-τσέ-λο ουσ. (ουδ.) & λεμοντσέλο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό λικέρ λεμονιού. Βλ. λεμον-άδα, -ίτα. [< ιταλ. limoncello, αγγλ. ~, 1993]
28347λιμόςλι-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μεγάλη πείνα που μαστίζει τον πληθυσμό μιας περιοχής, εξαιτίας παρατεταμένης έλλειψης τροφίμων: ~ απειλεί/πλήττει τη χώρα. Πβ. ασιτία, σιτοδεία. ● ΦΡ.: σεισμοί, λοιμοί/λιμοί και καταποντισμοί βλ. σεισμός [< αρχ. λιμός]
28348λιμουζίναλι-μου-ζί-να ουσ. (θηλ.): μεγάλο, πολυτελές αυτοκίνητο: αστραφτερή/γαμήλια/θωρακισμένη/μαύρη/υπουργική ~. Ενοικίαση ~ας. ~ με σοφέρ. Μεταφορά (υψηλών προσώπων) με ~. Πβ. κούρσα. ΣΥΝ. λίμο [< γαλλ. limousine, 1903]
28349λίμπαλί-μπα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): δεξαμενή όπου τοποθετούσαν το λάδι στο ελαιοτριβείο· γούρνα για πλύσιμο δερμάτων. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες βλ. γυαλί [< ιταλ. διαλεκτ. limba < λατ. lembus < αρχ. λέμβος]
28350λιμπεραλισμόςλι-μπε-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. φιλελευθερισμός. Βλ. -ισμός.
28351λιμπεραλιστήςλι-μπε-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του φιλελευθερισμού. [< γαλλ. libéraliste]
28352λιμπεραλιστικός, ή, ό λι-μπε-ρα-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον φιλελευθερισμό. ΣΥΝ. φιλελεύθερος (2) [< γαλλ. libéraliste]
28353λίμπερολί-μπε-ρο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Λ) ΑΘΛ. 1. (στο ποδόσφαιρο) αμυντικός με ελευθερία κινήσεων ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα. Βλ. μπακ, στόπερ, χαφ. 2. βολεϊμπολίστας που παίζει μόνο στην αμυντική γραμμή, μπορεί να αντικαταστήσει απεριόριστες φορές τους συμπαίκτες του στην άμυνα και φορά φανέλα διαφορετικού χρώματος από αυτούς. [< 1: γαλλ. libero, 1913, αγγλ. libero, 1969, ιταλ. (battitore) libero 2: αγγλ. libero, 1998]
28354λίμπερτιλί-μπερ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Λ) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. τύπος φορτηγών πλοίων τα οποία ναυπηγήθηκαν στις ΗΠΑ κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτέλεσαν τα βασικά σκάφη μεταφοράς εφοδίων. [< αγγλ. Liberty ship, 1941]
28355λιμπίζομαιλι-μπί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {λιμπί-στηκα, -στεί} (προφ.): λαχταρώ, λιγουρεύομαι: Αυτό το παγωτάκι πολύ το ~! Πβ. γλείφομαι, ορέγομαι, ποθώ. ΣΥΝ. νοστιμεύομαι [< μεσν. λιμπίζομαι]
28356λίμπιντολί-μπι-ντο ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} 1. σεξουαλική διάθεση, επιθυμία: ανδρική/γυναικεία/μειωμένη/πεσμένη ~. Τροφές που ανεβάζουν τη ~ (: αφροδισιακές). 2. ΨΥΧΑΝ. (στη φροϋδική θεωρία) γενετήσια ορμή. Βλ. ενόρμηση. [< γερμ. Libido, 1913]
28357λιμπιστικός, ή, ό λι-μπι-στι-κός επίθ. & (σπάν.) λιμπιστός & λιμπιστερός (προφ.): λαχταριστός: ~ές: λιχουδιές.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.