| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28358 | λίμπρα | βλ. λίβρα | |
| 28359 | λιμπρετίστας | λι-μπρε-τί-στας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που γράφει λιμπρέτα. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. librettista, γαλλ. librettiste] | |
| 28360 | λιμπρέτο | λι-μπρέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. κείμενο όπερας, οπερέτας ή ορατορίου. [< ιταλ. libretto] | |
| 28361 | λίμπρο ντ' όρο | λί-μπρο ντ' ό-ρο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Λ, Ο): ΙΣΤ. χρυσή βίβλος. [< ιταλ. libro d'oro] | |
| 28362 | λιναρέλαιο | βλ. λινέλαιο | |
| 28363 | λινάρι | λι-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {λιναριού}: ΒΟΤ. ποώδες αγγειόσπερμο φυτό (οικογ. Linaceae, επιστ. ονομασ. Linum usitatissimum) με γαλάζια, μπλε και σπανιότ. λευκά ή ροζ άνθη, που καλλιεργείται για τις κλωστικές ίνες και τον ελαιούχο σπόρο του· συνεκδ. οι ίνες του: ύφασμα από ~ (= λινό). Βλ. γιούτα, καμβάς, καναβάτσο, καπόκ, λινάτσα, λινο-. ΣΥΝ. λίνο ● ΦΡ.: περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού βλ. πάθος [< μεσν. λινάρι(ν)] | |
| 28364 | λιναρόσπορος | λι-να-ρό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λινόσπορος: ΒΟΤ. σπόρος λιναριού: έλαιο ~ου (= λινέλαιο). Αλεύρι από ~ο. Κουλουράκια/ρόφημα με ~. | |
| 28365 | λινάτσα | λι-νά-τσα ουσ. (θηλ.) 1. χοντρό ανθεκτικό ύφασμα από λινάρι ή κάνναβη: σακιά από ~. Βλ. κάμποτ, καραβόπανο, κετσές, μουσαμάς.|| (στη ζωγραφική:) Λάδι σε ~. Βλ. καμβάς, καναβάτσο. 2. (υβριστ.) αχρείος, τιποτένιος άνθρωπος. [< ιταλ. διαλεκτ. linazza] | |
| 28366 | λίνγκουα φράνκα | λίν-γκου-α φράν-κα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. γλώσσα που χρησιμοποιούν, κατά κανόνα, άνθρωποι με διαφορετική μητρική γλώσσα, για επίτευξη ή διευκόλυνση της μεταξύ τους επικοινωνίας. Βλ. κρεολή (γλώσσα), πίτζιν, Σουαχίλι. [< ιταλ. lingua franca, γαλλ. ~ ~, αρχές του 20ού αι.] | |
| 28367 | λινγκουίνι | βλ. λιγκουίνι | |
| 28368 | λινελαϊκός | , ή, ό λι-νε-λα-ϊ-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λινελαϊκό οξύ: ΧΗΜ. πολυακόρεστο λιπαρό οξύ με δύο διπλούς δεσμούς (σύμβ. C18H32O2) που βρίσκεται σε φυτικά έλαια: Το ~ ~ είναι ω-6 λιπαρό οξύ/συστατικό της βιταμίνης F. Το ελαιόλαδο/το ηλιέλαιο/η σόγια αποτελείται από ~ ~. Βλ. ελαϊκός, στεατικός. [< αγγλ. linoleic acid] | |
| 28369 | λινέλαιο | λι-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) λιναρέλαιο: λάδι που παράγεται από λιναρόσπορο: επάλειψη ξύλου με ~.|| Το ~ είναι πλούσιο σε ω-3 λιπαρά οξέα. Βλ. -έλαιο. [< μτγν. λινέλαιον] | |
| 28370 | λινκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΠΛΗΡΟΦ. -ΔΙΑΔΙΚΤ. σύνδεσμος: (αν)ενεργό/ενδιαφέρον/χρήσιμο ~. ~ με βίντεο/φωτογραφίες. Το ~ δεν ανοίγει. Ακολούθησε/πάτα το ~. Παραθέτω μερικά ~(ς). 2. ΤΗΛΕΠ. (στις τηλεοπτικές μεταδόσεις) ζεύξη: Έπεσε το ~. Βλ. τηλεσύνδεση. [< 1: αγγλ. link, ιταλ. ~, 1986 2: αγγλ. ~, 1911] | |
| 28371 | λίνο | λί-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. λινάρι. [< αρχ. λίνον] | |
| 28372 | λινο- & λινό- & λιν- | α' συνθετικό που αναφέρεται στο 1. λινάρι: λιν-έλαιο. 2. λινό ύφασμα: λινο-μέταξος.|| Λινό-δετος. | |
| 28373 | λινογραφία | λι-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χαρακτική σε λινόλεουμ· συνεκδ. το αντίστοιχο χαρακτικό. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. linogravure, 1948, αγγλ. linography] | |
| 28374 | λινόδετος | , η, ο λι-νό-δε-τος επίθ.: (κυρ. για βιβλίο) βιβλιοδετημένος με λινό ύφασμα: ~η: έκδοση. ~ο: λεύκωμα. Βλ. δερματό-, πανό-, χαρτό-δετος. [< αρχ. λινόδετος 'δεμένος με λινό σχοινί', γαλλ. entoilé] | |
| 28375 | λινοθήκη | λι-νο-θή-κη ουσ. (θηλ.): μεγάλο ερμάριο ή ειδικός αποθηκευτικός χώρος με ράφια για λινά: η ~ του ξενοδοχείου. Βλ. -θήκη. [< αγγλ. linen-closet] | |
| 28376 | λινόλεουμ | λι-νό-λε-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λινόλαιο 1. ΤΕΧΝΟΛ. συμπαγές αδιάβροχο υλικό που κατασκευάζεται από ύφασμα γιούτας, το οποίο έχει αλειφτεί με μείγμα λινέλαιου, ρητίνης, σκόνης φελλού, ξυλάλευρου και χρωστικών ουσιών: πάτωμα από ~. Βλ. πολυβινυλοχλωρίδιο.|| Χαρακτική σε ~ (= λινογραφία). 2. (συνεκδ.) μοκέτα από αυτό το υλικό: δάπεδα επενδεδυμένα με ~. ΣΥΝ. λινοτάπητας [< γαλλ. linoléum, αγγλ. linoleum] | |
| 28377 | λινομέταξος | , η, ο λι-νο-μέ-τα-ξος επίθ.: υφασμένος από ίνες λιναριού και μεταξιού: ~ο: πουκάμισο/φουστάνι. [< μεσν. λινομέταξος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ