| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28378 | λινός | , ή, ό λι-νός επίθ.: κατασκευασμένος από ίνες λιναριού: ~ό: πανί/παντελόνι/πουκάμισο. Βλ. βαμβακερός.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. ύφασμα) τσαλακώνει εύκολα. ● Ουσ.: λινά (τα) 1. ενν. είδη (π.χ. μαξιλαροθήκες, σεντόνια, πετσέτες, τραπεζομάντιλα) ή ρούχα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ενισχυτικά πλέγματα ελαστικών: ακτινωτά/σταυρωτά ~. [< μεσν. λινός] | |
| 28379 | λινόσπορος | βλ. λιναρόσπορος | |
| 28380 | λινοτάπητας | λι-νο-τά-πη-τας ουσ. (αρσ.): λινόλεουμ. | |
| 28381 | λινοτύπης | λι-νο-τύ-πης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): τυπογράφος, χειριστής λινοτυπικής μηχανής. [< γαλλ. linotypiste, 1904, αγγλ. linotypist, linotyper] | |
| 28382 | λινοτυπία | λι-νο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΤΥΠΟΓΡ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μέθοδος στοιχειοθεσίας με τη χρήση ειδικής μηχανής· συνεκδ. κείμενο ή σχέδιο εκτυπωμένο με τη συγκεκριμένη τεχνική: Η ~ και η μονοτυπία έχουν αντικατασταθεί από τη φωτοστοιχειοθεσία. Βλ. όφσετ, -τυπία.|| Ασπρόμαυρες/έγχρωμες ~ες. [< γαλλ. linotypie, 1911, αμερικ. εμπορ. ονομασ. Linotype, 1888] | |
| 28383 | λινοτυπικός | , ή, ό λι-νο-τυ-πι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη λινοτυπία. Βλ. μονοτυπικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λινοτυπική μηχανή (παλαιότ.): που παρήγε, με τη χρήση πληκτρολογίου, σειρές ανάγλυφων χαρακτήρων, οι οποίοι, στη συνέχεια, μελανώνονταν, ώστε να αποτυπωθεί το κείμενο στο χαρτί. [< γαλλ. linotype, αγγλ. εμπορ. ονομασ. Linotype] | |
| 28384 | λιντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. λίντερ}: ΜΟΥΣ. γερμανικό μελοποιημένο ποίημα (τραγούδι), που καθιερώθηκε τον 19ο αι. [< γερμ. Lied] | |
| 28385 | λιντσάρισμα | λι-ντσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {λιντσαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιντσάρω: δημόσιο/ομαδικό ~ (του δράστη/κατηγορούμενου). Απειλή/απόπειρα ~ατος. Βλ. αυτοδικία.|| (σπάν.-μτφ.) Λεκτικό ~ (πβ. επίθεση). Βλ. -ισμα. [< αγγλ. lynching] | |
| 28386 | λιντσάρω | λι-ντσά-ρω ρ. (μτβ.) {λίντσαρ-ε κ. λιντσάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, λιντσάρ-οντας, σπάν. -ισμένος} (προφ.): (κυρ. για εξαγριωμένο πλήθος) επιτίθεμαι εναντίον προσώπου, συνήθ. εγκληματία, για να τον χτυπήσω ή, σε ακραία περίπτωση, να τον σκοτώσω: Προσπάθησαν να ~ουν τον δολοφόνο. Κινδύνεψε/κόντεψε να ~ιστεί. Βλ. αυτοδικώ. [< αγγλ. lynch, ιταλ. linciare] | |
| 28387 | λιο- & λιό-1 | (λαϊκό): α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στον ήλιο: λιο-πύρι. Λιό-σπορος (πβ. ηλιο-).|| (λογοτ.) Λιό-γερμα. [< μεσν. ηλιο-] | |
| 28388 | λιο- & λιό-2 | (λαϊκό): α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στην ελιά: λιο-μάζωμα/~τρίβι. Λιό-δεντρο. Πβ. ελαιο-. [< μεσν. λιο-] | |
| 28389 | λιόγερμα | λιό-γερ-μα ουσ. (ουδ.) & ηλιόγερμα (λαϊκό-λογοτ.): δύση, ηλιοβασίλεμα. ΣΥΝ. γέρμα (1) | |
| 28390 | λιόδεντρο | βλ. ελαιόδενδρο | |
| 28391 | λιόλαδο | βλ. ελαιόλαδο | |
| 28392 | λιόλουστος | , η, ο βλ. ηλιόλουστος | |
| 28393 | λιομάζωμα | λιο-μά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): συγκομιδή των ελαιόκαρπων. | |
| 28394 | λιοντάρι | λιο-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) {λιονταρ-ιού} 1. ΖΩΟΛ. & (λόγ.) λέων (ο), λεοντάρι (το) & (λαϊκό-λογοτ.) λιόντας (ο): μεγάλο, δυνατό, σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των αιλουροειδών (επιστ. ονομασ. Panthera leo), με καστανόξανθο τρίχωμα και θυσανωτή ουρά, που ζει σε μικρές αγέλες στην Αφρική και την Ασία· το αρσενικό έχει χαρακτηριστική πλούσια χαίτη: ~, ο βασιλιάς της ζούγκλας/των ζώων. Βρυχηθμός ~ιού. ~ια και τίγρεις. Βλ. θηρίο, λιονταρίνα, σαβάνα, σαφάρι.|| Μάχονται σαν ~ια (= ατρόμητα, γενναία). 2. ΑΣΤΡΟΛ. (προφ.) Λέων. ● Υποκ.: λιονταράκι (το): Πβ. σκύμνος. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιο λιοντάρι & (λόγ.) θαλάσσιος λέων: ΖΩΟΛ. θαλάσσιο θηλαστικό (οικογ. Otariidae) συγγενικό με τη φώκια, που τρέφεται με ψάρια, καλαμάρια και καρκινοειδή. [< αγγλ. sea-lion] ● ΦΡ.: σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι [< μεσν. λιοντάρι(ν)] | |
| 28395 | λιονταρίνα | λιο-ντα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. λέαινα. 2. ΑΣΤΡΟΛ. (προφ.) γυναίκα Λέων στο ζώδιο. | |
| 28396 | λιονταρίσιος | , ια, ιο λιο-ντα-ρί-σιος επίθ. 1. που σχετίζεται με το λιοντάρι ή μοιάζει με αυτό: ~ια: χαίτη. ~ιο: κεφάλι. Βλ. -ίσιος. ΣΥΝ. λεόντειος (2) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, θάρρος, αποφασιστικότητα: ~ια: καρδιά. Πβ. παλικαρίσιος. ● επίρρ.: λιονταρίσια | |
| 28397 | λιονταρόψαρο | βλ. λεοντόψαρο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ