| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 28398 | λιονταρόψυχος | , η, ο λιο-ντα-ρό-ψυ-χος επίθ. (λογοτ.): γενναίος, ατρόμητος. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. λεοντόκαρδος | |
| 28399 | λιόντας | βλ. λιοντάρι | |
| 28400 | λιόπιτα | βλ. ελιόπιτα | |
| 28401 | λιοπύρι | λιο-πύ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αφόρητη ζέστη: Καθόταν μες στο ~. Πβ. καύσωνας, κάψα2, λάβρα. | |
| 28402 | λιόσπορος | βλ. ηλιόσπορος | |
| 28403 | λιοστάσι | λιο-στά-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ελαιώνας. Βλ. -στάσι. ΣΥΝ. λιόφυτο | |
| 28404 | λιοτριβειό | βλ. ελαιοτριβείο | |
| 28405 | λιοτρίβι | βλ. ελαιοτριβείο | |
| 28406 | λιόφυτος | , η, ο λιό-φυ-τος επίθ. (λαϊκό): ελαιόφυτος. ● Ουσ.: λιόφυτο (το): κτήμα με ελιές. ΣΥΝ. λιοστάσι | |
| 28407 | λιόφωτο, λιόφως | βλ. ηλιόφως | |
| 28408 | λιόψωμο | βλ. ελιόψωμο | |
| 28409 | λιπ γκλος | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γκλος: γυναικείο καλλυντικό σε παχύρρευστη μορφή, που δίνει λάμψη στα χείλη: διάφανο/χρωματιστό ~. Βάζω ~ (πάνω από το κραγιόν). [< αγγλ. lip gloss, 1939] | |
| 28410 | λιπαιμία | λι-παι-μί-α ουσ. (θηλ.) & λιπιδαιμία: ΙΑΤΡ. αυξημένη περιεκτικότητα του αίματος σε λιπαρές ουσίες: μεταγευματική ~. Βλ. τριγλυκερίδια, υπερλιπιδαιμία, χοληστερίνη, -αιμία. [< αγγλ. lip(a)emia, lipid(a)emia, γαλλ. lipémie, 1900, lipidémie, 1959] | |
| 28411 | λιπαιμικός | , ή, ό λι-παι-μι-κός επίθ. & λιπιδαιμικός: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λιπαιμία: ~ός: ορός. [< αγγλ. lip(a)emic, 1906, lipid(a)emic, γαλλ. lipémique, lipidémique] | |
| 28412 | λιπαίνω | λι-παί-νω ρ. (μτβ.) {λίπα-να, λιπά-νει, -νθηκε, -νθεί, λιπαίν-οντας, λιπα-σμένος} 1. αλείφω κάτι με λιπαρή ουσία για προστασία από την τριβή, τη διάβρωση ή γενικότ. τη φθορά: Σπρέι που ~ει κινούμενα μηχανική μέρη. Γρανάζια ~σμένα με γράσο (= γρασαρισμένα). 2. ΓΕΩΠ. ρίχνω λίπασμα: Χωράφι που έχει ~νθεί με κοπριά (πβ. κοπρίζω). ~σμένο: χώμα. Βλ. εμπλουτίζω. ● λιπαίνει: κάνει κάτι λιπαρό: Κρέμα που δεν ~ (= λαδώνει) τα μαλλιά. Η βιταμίνη Ε ενυδατώνει και ~ βαθιά το δέρμα. [< αρχ. λιπαίνω, γαλλ. engraisser] | |
| 28413 | λιπαναρρόφηση | βλ. λιποαναρρόφηση | |
| 28414 | λίπανση | λί-παν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. προσθήκη λιπάσματος σε καλλιεργούμενο έδαφος για διατήρηση ή βελτίωση της γονιμότητάς του: αζωτούχος/βασική (: πριν από τη μεταφύτευση)/διαφυλλική/επιφανειακή (: μετά τη μεταφύτευση)/οργανική ~. ~ κηπευτικών/φυτών. ~ με κομπόστ/κοπριά/τύρφη/φώσφορο. Βλ. υδρο~. 2. επάλειψη επιφάνειας με λιπαρή ουσία για προστασία από τριβή, διάβρωση ή γενικότ. φθορά: (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Αυτόματη ~ αλυσίδας. ~ μηχανών. Πβ. γρασάρισμα, λάδωμα. ΑΝΤ. απολίπανση (1) 3. εμπλουτισμός της επιδερμίδας με λιπαρή ουσία: φυσική ~ του δέρματος. Βλ. ενυδάτωση, σμήγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: χλωρή λίπανση & (λόγ.) χλωρά λίπανση: ΓΕΩΠ. καλλιέργεια φυτού (βίκου, λαθουριού, τριφυλλιού) το οποίο χώνεται βαθιά στη γη, ώστε να γίνει λίπασμα για άλλα. [< αγγλ. green manure] [< μτγν. λίπανσις, γαλλ. graissage] | |
| 28415 | λιπαντέλαιο | λι-πα-ντέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): λάδι για λίπανση εξαρτημάτων, μηχανημάτων, λιπαντικό έλαιο. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. μηχανέλαιο [< αγγλ. lubricating oil] | |
| 28416 | λιπαντήρας | λι-πα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχάνημα για αυτόματη λίπανση. Πβ. γρασαδόρος. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. λιπαντής (2) [< γαλλ. graisseur] | |
| 28417 | λιπαντήριο | λι-πα-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ειδικός χώρος, συνήθ. σε βενζινάδικο, για λίπανση μηχανών ή εξαρτημάτων τους: πλυντήριο-~ αυτοκινήτων. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. station de graissage] | |