| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28418 | λιπαντής | λι-πα-ντής ουσ. (αρσ.) 1. τεχνίτης ειδικευμένος στη λίπανση μηχανών. 2. (σπάν.) λιπαντήρας. [< γαλλ. graisseur] | |
| 28419 | λιπαντικός | , ή, ό λι-πα-ντι-κός επίθ.: που χρησιμεύει για λίπανση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: κρέμα/ουσία (π.χ. βαζελίνη). ~ό: έλαιο/λάδι/σπρέι.|| (ΓΕΩΠ.) Η ~ή αξία των οργανικών λιπασμάτων. ● Ουσ.: λιπαντικό (το) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. παχύρρευστη συνήθ. ουσία επάλειψης αντικειμένων, επιφανειών για μείωση των τριβών, προστασία από τη διάβρωση ή γενικότ. τη φθορά: πολύτυπα/συνθετικά ~ά. ~ά αυτοκινήτου. ~ά και καύσιμα/λάδια κινητήρων. Βλ. κερί, λάδι, λίπος. [< γαλλ. lubrifiant, 1903] [< μτγν. λιπαντικός 'που αναφέρεται στην επάλειψη με λίπος', γαλλ. de graissage] | |
| 28420 | λιπαρός | , ή, ό λι-πα-ρός επίθ.: που περιέχει, εκκρίνει ή αποτελείται από λίπος, λάδι ή άλλη παρόμοια ως προς τη σύσταση ουσία: ~ά: κρέατα/τυριά/ψάρια (π.χ. σολομός, τόνος). ΑΝΤ. άπαχος.|| ~ό: δέρμα. ~ά: μαλλιά (ΑΝΤ. ξηρά).|| ~ή: βρομιά (= λίγδα).|| ~ή: κρέμα (: με ~ή υφή). Πβ. ελαιώδης.|| (ΧΗΜ.) ~ές: ύλες. Βλ. κηροί, λιπαρά οξέα, λιπίδια, στερόλη, τοκοφερόλη. ● Ουσ.: λιπαρά (τα): ουσίες που περιέχουν λίπος: ζωικά (βλ. αβγό, γάλα, κρέας)/φυτικά (βλ. δημητριακά, ελιά, ξηροί καρποί) ~. Γιαούρτι με λίγα/χαμηλά ~. Τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ~. Βλ. χοληστερίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: τρανς λιπαρά (οξέα): ΧΗΜ. ακόρεστα λιπαρά οξέα που προέρχονται από την υδρογόνωση φυτικών ελαίων και βρίσκονται κυρ. στα επεξεργασμένα τρόφιμα (π.χ. μαργαρίνη). Πβ. υδρογονωμένος. [< αγγλ. trans fatty acids, trans-fat, 1978] , ακόρεστα λιπαρά οξέα βλ. ακόρεστος, κορεσμένα λιπαρά οξέα βλ. κορεσμένος, λιπαρά οξέα βλ. οξύ [< αρχ. λιπαρός, γαλλ. gras, αγγλ. fatty, oily] | |
| 28421 | λιπαρότητα | λι-πα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λιπαρού: (έντονη) ~ δέρματος (βλ. ακμή). Σαμπουάν για ρύθμιση της/κατά της ~ας των μαλλιών. Κρέμα που δεν αφήνει αίσθηση/ίχνη ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ξηρότητα [< αρχ. λιπαρότης ‘λίπος, υγρασία’] | |
| 28422 | λιπάση | λι-πά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που βοηθά στην υδρόλυση του λίπους σε λιπαρά οξέα και γλυκερόλη: λιποπρωτεϊνική/παγκρεατική ~. [< γαλλ.-αγγλ. lipase] | |
| 28423 | λίπασμα | λί-πα-σμα ουσ. (ουδ.) {λιπάσμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΓΕΩΠ. κάθε ουσία που προστίθεται σε καλλιεργούμενο έδαφος για διατήρηση ή βελτίωση της γονιμότητάς του: διαφυλλικά/στερεά (π.χ. κοκκώδη, κρυσταλλικά)/υγρά/υδατοδιαλυτά ~ατα. Βιολογικά/ζωικά/οργανικά/φυσικά/φυτικά/χλωρά ~ατα (βλ. κοπριά). Αζωτούχα/καλιούχα/σύνθετα ή μικτά (: που περιέχουν περισσότερα από ένα θρεπτικά συστατικά)/φωσφορικά ~ατα. Ανόργανα/συνθετικά/χημικά ~ατα (: που έχουν υποστεί βιομηχανική επεξεργασία ή συντίθενται βιομηχανικά). ~ για δέντρα/φυτά. ~ατα βραδείας απελευθέρωσης. Βλ. ευτροφισμός. [< μτγν. λίπασμα 'λιπαρή ουσία, (για ποταμό) που κάνει με τη λάσπη του γόνιμο το έδαφος', γαλλ. engrais] | |
| 28424 | λιπασματοδιανομέας | λι-πα-σμα-το-δι-α-νο-μέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη διασπορά λιπασμάτων σε καλλιέργειες. [< αγγλ. fertilizer distributor] | |
| 28425 | λιπασματολογία | λι-πα-σμα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος που εξετάζει τις ιδιότητες των λιπασμάτων και τη χρήση τους στις καλλιέργειες: εδαφολογία και ~. Βλ. -λογία. | |
| 28426 | λιπασματοποίηση | λι-πα-σμα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. κομποστοποίηση. Βλ. -ποίηση. | |
| 28427 | λιπιδαιμία | βλ. λιπαιμία | |
| 28428 | λιπιδαιμικός | , ή, ό βλ. λιπαιμικός | |
| 28429 | λιπίδια | λι-πί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {λιπιδί-ων | σπανιότ. στον εν. λιπίδιο} : ΒΙΟΧ. οργανικές ενώσεις, διαλυτές μόνο σε οργανικούς διαλύτες (π.χ. αιθέρα, χλωροφόρμιο), που αποτελούν βασικό δομικό συστατικό των ζωικών και φυτικών ιστών, μαζί με τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες· ειδικότ. λίπος: κορεσμένα/μονοακόρεστα/πολυακόρεστα ~. Υψηλά επίπεδα ~ων (του) αίματος. Πβ. λιποειδή. Βλ. στεροειδή, φωσφο~.|| Υπερβολική κατανάλωση ~ων. Βλ. μακροθρεπτικά συστατικά, (τρι)γλυκερίδια. [< αγγλ. lipids, 1912, γαλλ. lipides, 1923] | |
| 28430 | λιπιδικός | , ή, ό λι-πι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τα λιπίδια: ~ή: υπεροξείδωση. ~ά: κυστίδια. Τροφές με υψηλό/χαμηλό ~ό περιεχόμενο. [< αγγλ. lipidic, 1912, γαλλ. lipidique, 1937] | |
| 28431 | λιπίδωση | λι-πί-δω-ση ουσ. (θηλ.) & λιποείδωση: ΙΑΤΡ. διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων που εκδηλώνεται με συσσώρευση λίπους σε διάφορους ιστούς του σώματος: ηπατική ~ (: συχνή στις γάτες). [< αγγλ. lipidosis, 1941, lipoidosis, 1932] | |
| 28432 | λιπο- & λιπό- & λιπ-1 | (λόγ.): πρόθημα που δηλώνει έλλειψη, απομάκρυνση: λιπο-βαρής (πβ. ολιγο-).|| (μτφ.) Λιπο-ψυχία (πβ. λιγο-).|| Λιπο-τάκτης. [< αρχ. λιπ-] | |
| 28433 | λιπο- & λιπό- & λιπ-2 | (κυρ. επιστ.): το ουσιαστικό λίπος ως α' συνθετικό λέξεων: (ΒΙΟΛ.) λιπο-σώματα. (ΦΥΣΙΟΛ.) Λιπο-κύτταρα. (ΒΙΟΧ.) Λιπό-λυση.|| Λιπο-διαλυτός (βλ. υδατο-). [< διεθν. lip(o)-] | |
| 28434 | λιποαναρρόφηση | λι-πο-α-ναρ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λιπαναρρόφηση: ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική αφαίρεση του περιττού τοπικού λίπους από το σώμα: ~ στην κοιλιά. Βλ. λιπο-γλυπτική, -πλαστική. [< αγγλ. liposuction, 1983, γαλλ. liposuccion, περ. 1980] | |
| 28435 | λιποατροφία | λι-πο-α-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απώλεια υποδόριου λίπους η οποία εμφανίζεται ως βαθούλωμα της επιδερμίδας. Βλ. λιποδυστροφία. [< αγγλ. lipoatrophy, γαλλ. lipoatrophie] | |
| 28436 | λιποβαρής | , ής, ές λι-πο-βα-ρής επίθ. {λιποβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} & ελλιποβαρής (λόγ.) & (σπάν.) λιπόβαρος, η, ο: του οποίου το σωματικό βάρος είναι μικρότερο του φυσιολογικού: πρόωρα ή ~ή βρέφη. ΣΥΝ. ολιγοβαρής ΑΝΤ. υπέρβαρος | |
| 28437 | λιπογένεση | λι-πο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. παραγωγή και αποθήκευση λίπους στον οργανισμό. Βλ. τριγλυκερίδια, -γένεση. ΑΝΤ. λιπόλυση (2) [< αγγλ. lipogenesis, γαλλ. lipogenèse, 1953] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ