Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29140-29160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28422λιπάσηλι-πά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που βοηθά στην υδρόλυση του λίπους σε λιπαρά οξέα και γλυκερόλη: λιποπρωτεϊνική/παγκρεατική ~. [< γαλλ.-αγγλ. lipase]
28423λίπασμαλί-πα-σμα ουσ. (ουδ.) {λιπάσμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΓΕΩΠ. κάθε ουσία που προστίθεται σε καλλιεργούμενο έδαφος για διατήρηση ή βελτίωση της γονιμότητάς του: διαφυλλικά/στερεά (π.χ. κοκκώδη, κρυσταλλικά)/υγρά/υδατοδιαλυτά ~ατα. Βιολογικά/ζωικά/οργανικά/φυσικά/φυτικά/χλωρά ~ατα (βλ. κοπριά). Αζωτούχα/καλιούχα/σύνθετα ή μικτά (: που περιέχουν περισσότερα από ένα θρεπτικά συστατικά)/φωσφορικά ~ατα. Ανόργανα/συνθετικά/χημικά ~ατα (: που έχουν υποστεί βιομηχανική επεξεργασία ή συντίθενται βιομηχανικά). ~ για δέντρα/φυτά. ~ατα βραδείας απελευθέρωσης. Βλ. ευτροφισμός. [< μτγν. λίπασμα 'λιπαρή ουσία, (για ποταμό) που κάνει με τη λάσπη του γόνιμο το έδαφος', γαλλ. engrais]
28424λιπασματοδιανομέαςλι-πα-σμα-το-δι-α-νο-μέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη διασπορά λιπασμάτων σε καλλιέργειες. [< αγγλ. fertilizer distributor]
28425λιπασματολογίαλι-πα-σμα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος που εξετάζει τις ιδιότητες των λιπασμάτων και τη χρήση τους στις καλλιέργειες: εδαφολογία και ~. Βλ. -λογία.
28426λιπασματοποίησηλι-πα-σμα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. κομποστοποίηση. Βλ. -ποίηση.
28427λιπιδαιμίαβλ. λιπαιμία
28428λιπιδαιμικός, ή, ό βλ. λιπαιμικός
28429λιπίδιαλι-πί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {λιπιδί-ων | σπανιότ. στον εν. λιπίδιο} : ΒΙΟΧ. οργανικές ενώσεις, διαλυτές μόνο σε οργανικούς διαλύτες (π.χ. αιθέρα, χλωροφόρμιο), που αποτελούν βασικό δομικό συστατικό των ζωικών και φυτικών ιστών, μαζί με τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες· ειδικότ. λίπος: κορεσμένα/μονοακόρεστα/πολυακόρεστα ~. Υψηλά επίπεδα ~ων (του) αίματος. Πβ. λιποειδή. Βλ. στεροειδή, φωσφο~.|| Υπερβολική κατανάλωση ~ων. Βλ. μακροθρεπτικά συστατικά, (τρι)γλυκερίδια. [< αγγλ. lipids, 1912, γαλλ. lipides, 1923]
28430λιπιδικός, ή, ό λι-πι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τα λιπίδια: ~ή: υπεροξείδωση. ~ά: κυστίδια. Τροφές με υψηλό/χαμηλό ~ό περιεχόμενο. [< αγγλ. lipidic, 1912, γαλλ. lipidique, 1937]
28431λιπίδωσηλι-πί-δω-ση ουσ. (θηλ.) & λιποείδωση: ΙΑΤΡ. διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων που εκδηλώνεται με συσσώρευση λίπους σε διάφορους ιστούς του σώματος: ηπατική ~ (: συχνή στις γάτες). [< αγγλ. lipidosis, 1941, lipoidosis, 1932]
28432λιπο- & λιπό- & λιπ-1(λόγ.): πρόθημα που δηλώνει έλλειψη, απομάκρυνση: λιπο-βαρής (πβ. ολιγο-).|| (μτφ.) Λιπο-ψυχία (πβ. λιγο-).|| Λιπο-τάκτης. [< αρχ. λιπ-]
28433λιπο- & λιπό- & λιπ-2(κυρ. επιστ.): το ουσιαστικό λίπος ως α' συνθετικό λέξεων: (ΒΙΟΛ.) λιπο-σώματα. (ΦΥΣΙΟΛ.) Λιπο-κύτταρα. (ΒΙΟΧ.) Λιπό-λυση.|| Λιπο-διαλυτός (βλ. υδατο-). [< διεθν. lip(o)-]
28434λιποαναρρόφησηλι-πο-α-ναρ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λιπαναρρόφηση: ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική αφαίρεση του περιττού τοπικού λίπους από το σώμα: ~ στην κοιλιά. Βλ. λιπο-γλυπτική, -πλαστική. [< αγγλ. liposuction, 1983, γαλλ. liposuccion, περ. 1980]
28435λιποατροφίαλι-πο-α-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απώλεια υποδόριου λίπους η οποία εμφανίζεται ως βαθούλωμα της επιδερμίδας. Βλ. λιποδυστροφία. [< αγγλ. lipoatrophy, γαλλ. lipoatrophie]
28436λιποβαρής, ής, ές λι-πο-βα-ρής επίθ. {λιποβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} & ελλιποβαρής (λόγ.) & (σπάν.) λιπόβαρος, η, ο: του οποίου το σωματικό βάρος είναι μικρότερο του φυσιολογικού: πρόωρα ή ~ή βρέφη. ΣΥΝ. ολιγοβαρής ΑΝΤ. υπέρβαρος
28437λιπογένεσηλι-πο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. παραγωγή και αποθήκευση λίπους στον οργανισμό. Βλ. τριγλυκερίδια, -γένεση. ΑΝΤ. λιπόλυση (2) [< αγγλ. lipogenesis, γαλλ. lipogenèse, 1953]
28438λιπογλυπτικήλι-πο-γλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.): λιποαναρρόφηση ενίοτε με ταυτόχρονη λιποπλαστική. Πβ. λιποπρόσθεση. [< αγγλ. liposculpture, 1988]
28439λιποδιάλυσηλι-πο-δι-ά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): διάλυση του συσσωρευμένου τοπικού λίπους με ειδικά μηχανήματα ή με τη μέθοδο της μεσοθεραπείας: ενέσιμη ~. ~ με λέιζερ/μασάζ/ραδιοσυχνότητες/υπερήχους. Σύσφιξη και ~. Βλ. λιποαναρρόφηση. ΣΥΝ. λιπόλυση (1) [< αγγλ. lipodissolve]
28440λιποδιαλύτηςλι-πο-δι-α-λύ-της ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: κάθε ουσία ή σκεύασμα (συμπλήρωμα διατροφής, φάρμακο) που βοηθά στην καταπολέμηση του λίπους: φυσικοί ~ες (βλ. λεκιθίνη).
28441λιποδιαλυτικός, ή, ό λι-πο-δι-α-λυ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη λιποδιάλυση: ~ή: κρέμα. ~ές: ουσίες. ~ά: χάπια. Βλ. λιποτροπικός, συσφικτικός. ● επίρρ.: λιποδιαλυτικά [< αγγλ. lipodissolving]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.