| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28442 | λιποδιαλυτός | , ή, ό λι-πο-δι-α-λυ-τός επίθ.: ΒΙΟΧ. που έχει την ιδιότητα να διαλύεται στα λίπη: ~ές: βιταμίνες (: Α, D, E, K). Βλ. υδατοδιαλυτός. [< αγγλ. fat-soluble, 1922, γαλλ. liposoluble, 1929] | |
| 28443 | λιποδυστροφία | λι-πο-δυ-στρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανώμαλη συσσώρευση λίπους σε ορισμένα σημεία του σώματος. Βλ. κυτταρίτιδα, λιποατροφία, ψωμάκια. [< αγγλ. lipodystrophy, 1907, γαλλ. lipodystrophie] | |
| 28444 | λιποειδής | , ής, ές λι-πο-ει-δής επίθ. & (σπάν.) λιποειδικός, ή, ό: ΒΙΟΧ. που μοιάζει ως προς τη σύστασή του με λίπος: ~ής: ουσία. Πβ. ελαι-, λιπ-, στεατ-ώδης. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: λιποειδή (τα) {σπάν. στον εν. λιποειδές}: ομάδα λιπιδίων που περιλαμβάνει κυρ. τα λιπαρά οξέα, τα φωσφολιπίδια, τα ουδέτερα λίπη, τους κηρούς, τα στεροειδή, τα τερπένια και τις λιποπρωτεΐνες. [< αγγλ. lipoids, 1906] [< γαλλ. lipoïde] | |
| 28445 | λιποείδωση | βλ. λιπίδωση | |
| 28446 | λιποθυμάω | βλ. λιποθυμώ | |
| 28447 | λιποθυμία | λι-πο-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό-λογοτ.) λιποθυμιά: αιφνίδια και παροδική απώλεια των αισθήσεων, που οφείλεται σε ελλιπή αιμάτωση του εγκεφάλου: ~ από αφυδάτωση/εξάντληση/καύσωνα/πόνο/στρες/συγκίνηση/φόβο. Αίσθημα/τάσεις ~ας. Του ήρθε ~. Τον χτύπησαν μέχρι ~ας. Συνήλθε/τον συνέφεραν από τη ~. Πβ. λιγοθυμιά. Βλ. ζάλη, συγκοπή. [< αρχ. λιποθυμία, γαλλ. lipothymie, αγγλ. lipothymy, lipothymia] | |
| 28448 | λιποθυμικός | , ή, ό λι-πο-θυ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη λιποθυμία: ~ό: επεισόδιο (= λιποθυμία). ~ές: τάσεις. Βρέθηκε σε ~ή κατάσταση (: λιπόθυμος). [< αρχ. λιποθυμικός, αγγλ. lipothymic] | |
| 28449 | λιπόθυμος | , η, ο λι-πό-θυ-μος επίθ.: που έχει λιποθυμήσει: Έπεσε/σωριάστηκε ~. Μεταφέρθηκε ~ στο νοσοκομείο. Τον άφησαν/βρήκαν σχεδόν ~ο. Πβ. αναίσθητος, λιγωμένος, ξερός, τέζα. Βλ. ημι~, μισο~. | |
| 28450 | λιποθυμώ | [λιποθυμῶ] λι-πο-θυ-μώ ρ. (αμτβ.) {λιποθυμ-ά ..., -ώντας | λιποθύμ-ησα, -ήσει, (λαϊκό) -ισμένος} & λιποθυμάω: χάνω απότομα και για μικρή διάρκεια τις αισθήσεις μου: Αισθάνθηκε αδιαθεσία/ζαλίστηκε και ~ησε.|| (επιτατ.) ~ά και μόνο στη θέα του αίματος (: δεν αντέχει). Τα κορίτσια ~ούν στο πέρασμά του (: για κάποιον πολύ όμορφο, γοητευτικό). Κόντεψα να ~ήσω από τα γέλια (= λιγώθηκα/λύθηκα/ξεκαρδίστηκα στα γέλια)/από τη ζέστη (= έσκασα, πέθανα). Πβ. λιγοθυμώ. [< αρχ. λιποθυμῶ] | |
| 28451 | λιποκύτταρα | λι-πο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λιποκύτταρο}: ΒΙΟΛ. κύτταρα που αποθηκεύουν λίπος. [< αγγλ.-γαλλ. lipocytes] | |
| 28452 | λιπόλυση | λι-πό-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. λιποδιάλυση. 2. ΒΙΟΧ. διάσπαση του συσσωρευμένου τοπικού λίπους στον οργανισμό σε λιπαρά οξέα και γλυκερίνη. ΑΝΤ. λιπογένεση [< 2: γαλλ. lipolyse, 1907, αγγλ. lipolysis, περ. 1903] | |
| 28453 | λιπολυτικός | , ή, ό λι-πο-λυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που βοηθά στη λιπόλυση: ~ές: ορμόνες. ~ά: ένζυμα. [< γαλλ. lipolytique, 1903, αγγλ. lipolytic] | |
| 28454 | λιπομάρτυρας | λι-πο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για λιπομαρτυρία. [< αρχ. λιπομαρτυρίου δίκη] | |
| 28455 | λιπομαρτυρία | λι-πο-μαρ-τυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μη προσέλευση μάρτυρα σε δικαστήριο ή στις ανακριτικές Αρχές, ύστερα από άσκηση ποινικής δίωξης: Καταδικάστηκε για ~. | |
| 28456 | λιπομέτρηση | λι-πο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση του ποσοστού λίπους, μυϊκής μάζας και υγρών του ανθρώπινου σώματος, συνήθ. με ειδική συσκευή. Βλ. ανθρωπομετρία, ζύγισμα, -μέτρηση. [< αγγλ. body fat measurement] | |
| 28457 | λιπομετρητής | λι-πο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή λιπομέτρησης: ψηφιακός ~. Ζυγαριά-~. Βλ. -μετρητής. [< αγγλ. lipometer] | |
| 28458 | λιποπεριεκτικότητα | λι-πο-πε-ρι-ε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): περιεκτικότητα τροφής σε λίπος: ~ γάλακτος/ψαριών. Κρέατα υψηλής/χαμηλής ~ας. Τυρί με ελάχιστη ~ επί ξηρού 40%. [< γερμ. Fettgehalt] | |
| 28459 | λιποπλαστική | λι-πο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (στην πλαστική χειρουργική) αφαίρεση του περιττού λίπους από συγκεκριμένα σημεία του σώματος και επανατοποθέτησή του σε άλλο ή άλλα, για αισθητική βελτίωσή του(ς): ~ γλουτών/κοιλιάς. Πβ. λιποπρόσθεση. Βλ. λιπο-αναρρόφηση, -γλυπτική, -πλαστική. [< αγγλ. lipoplasty, γαλλ. lipoplastie] | |
| 28460 | λιποπρόσθεση | λι-πο-πρό-σθε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συλλογή του λίπους από σημεία του σώματος όπου περισσεύει και υποδόρια τοποθέτησή του (στο ίδιο άτομο) σε μεγάλες ρυτίδες, αύλακες ή πτυχές του δέρματος που έχουν προκληθεί από τραυματισμούς ή χειρουργικές επεμβάσεις. Πβ. λιπο-γλυπτική, -πλαστική. Βλ. εμφύτευμα, μπότοξ, υαλουρονικό οξύ. [< αγγλ. lipofilling, περ. 1990] | |
| 28461 | λιποπρωτεΐνη | λι-πο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μόριο που προκύπτει από την ένωση πρωτεΐνης και λιπιδίου: ~ υψηλής (= ΗDL, καλή χοληστερίνη)/χαμηλής πυκνότητας (= LDL, κακή χοληστερίνη). Βλ. απο~, γλοιότητα, λιπαρά οξέα, χυλομικρά. [< αγγλ. lipoprotein, 1909, γαλλ. lipoprotéine, 1959] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ