| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28458 | λιποπεριεκτικότητα | λι-πο-πε-ρι-ε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): περιεκτικότητα τροφής σε λίπος: ~ γάλακτος/ψαριών. Κρέατα υψηλής/χαμηλής ~ας. Τυρί με ελάχιστη ~ επί ξηρού 40%. [< γερμ. Fettgehalt] | |
| 28459 | λιποπλαστική | λι-πο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (στην πλαστική χειρουργική) αφαίρεση του περιττού λίπους από συγκεκριμένα σημεία του σώματος και επανατοποθέτησή του σε άλλο ή άλλα, για αισθητική βελτίωσή του(ς): ~ γλουτών/κοιλιάς. Πβ. λιποπρόσθεση. Βλ. λιπο-αναρρόφηση, -γλυπτική, -πλαστική. [< αγγλ. lipoplasty, γαλλ. lipoplastie] | |
| 28460 | λιποπρόσθεση | λι-πο-πρό-σθε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συλλογή του λίπους από σημεία του σώματος όπου περισσεύει και υποδόρια τοποθέτησή του (στο ίδιο άτομο) σε μεγάλες ρυτίδες, αύλακες ή πτυχές του δέρματος που έχουν προκληθεί από τραυματισμούς ή χειρουργικές επεμβάσεις. Πβ. λιπο-γλυπτική, -πλαστική. Βλ. εμφύτευμα, μπότοξ, υαλουρονικό οξύ. [< αγγλ. lipofilling, περ. 1990] | |
| 28461 | λιποπρωτεΐνη | λι-πο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μόριο που προκύπτει από την ένωση πρωτεΐνης και λιπιδίου: ~ υψηλής (= ΗDL, καλή χοληστερίνη)/χαμηλής πυκνότητας (= LDL, κακή χοληστερίνη). Βλ. απο~, γλοιότητα, λιπαρά οξέα, χυλομικρά. [< αγγλ. lipoprotein, 1909, γαλλ. lipoprotéine, 1959] | |
| 28462 | λιποπρωτεϊνικός | , ή, ό λι-πο-πρω-τε-ϊ-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τις λιποπρωτεΐνες: ~ή: λιπάση. ~ά: σωματίδια (βλ. χυλομικρά). [< γαλλ. lipoprotéique, 1962] | |
| 28463 | λίπος | λί-πος ουσ. (ουδ.) {λίπ-ους | -η, -ών} 1. ΒΙΟΛ. καθεμιά από τις οργανικές ουσίες, ενώσεις εστέρων γλυκερίνης και ποικίλων λιπαρών οξέων, οι οποίες είναι πολύ διαδεδομένες στη φύση και αποτελούν σημαντική πηγή ενέργειας για τον οργανισμό: ζωικά ~η (βλ. στέαρ· στα γαλακτοκομικά, το κρέας, τον κρόκο του αβγού και σε λιπαρά ψάρια). Φυτικά ~η (= έλαια· στο ελαιόλαδο, το αραβοσιτ-, ηλι-, σογι-έλαιο, τη μαργαρίνη, την καρύδα, τα καρύδια, τη σοκολάτα, το αβοκάντο). Στερεά/υγρά ~η. Απλά ή ουδέτερα (: λιπαρά οξέα, τριγλυκερίδια, στερόλες και στεροειδή· βλ. λιποειδή)/σύνθετα (: φωσφολιπίδια) ~η. Κρυμμένα (: διαλυμένα σε τροφές)/φανερά ~η. Υδρόλυση του ~ους.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Χοιρινό ~ (βλ. γλίνα, ζαμπόν, λαρδί, μπέικον, σαλάμι). Κρέας διατηρημένο στο ~ του (βλ. καβουρμάς, κονφί, σύγκλινο)/χωρίς ~ (= άλιπο, άπαχο· βλ. ψαχνό). Πβ. ξίγκι.|| (στη διατροφολογία:) Αποθήκευση/απορρόφηση (βλ. χολή)/μεταβολισμός (βλ. βιοτίνη) του ~ους. Αποθέματα/κατανάλωση ~ους. Δίαιτα φτωχή σε ~η (= λιπαρά, βλ. μεσογειακή διατροφή, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες). Πβ. λιπίδια. Βλ. λιποπεριεκτικότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Εναπόθεση ~ους στα τοιχώματα των αρτηριών (βλ. αθηρωματική πλάκα, αρτηριοσκλήρυνση). ~ στο συκώτι (= λιπώδες ήπαρ).|| Υγρό πιάτων που διαλύει τα ~η. Πβ. λίγδα. 2. (συνεκδ.) λιπώδης ιστός, ειδικότ. πάχος: σπλαχνικό/υποδόριο ~. Ποσοστό (σωματικού) ~ους. Απώλεια/αφαίρεση (βλ. λιποαναρρόφηση)/διάλυση/καταπολέμηση/συσσώρευση (βλ. κυτταρίτιδα) ~ους. Μέτρηση του ~ους (= λιπομέτρηση, βλ. Δείκτης Μάζας Σώματος). Άσκηση και κάψιμο/καύση του ~ους (βλ. οξείδωση). Διώξτε το περιττό/συσσωρευμένο ~ από την κοιλιά (βλ. προκοίλι)/τους γοφούς (βλ. ψωμάκια). Πβ. παχάκια. Βλ. λιπο-πλαστική, -πρόσθεση, ξανθέλασμα, προγούλι.|| ~ φάλαινας/φώκιας. ● ΣΥΜΠΛ.: κορεσμένα λίπη & (λόγ.) κεκορεσμένα λίπη: ΧΗΜ. που περιέχουν κορεσμένα λιπαρά οξέα και είναι ζωικής προέλευσης: Τα ~ ~ αυξάνουν τη χοληστερόλη του αίματος. [< αγγλ. saturated fats] , μαγειρικά λίπη {σπανιότ. στον εν.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. στερεές ή υγρές ουσίες, ζωικής ή φυτικής προέλευσης, που χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική. Βλ. βούτυρο, μαργαρίνη, φυτίνη., ακόρεστα λίπη βλ. ακόρεστος, μονοακόρεστα λιπαρά οξέα/λίπη βλ. μονοακόρεστος, πολυακόρεστα λίπη βλ. πολυακόρεστος [< αρχ. λίπος, γαλλ. graisse, αγγλ. fat] | |
| 28464 | λιποσαρκία | λι-πο-σαρ-κί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ισχνότητα. Βλ. ασιτία. ΑΝΤ. παχυσαρκία [< μτγν. λιποσαρκία] | |
| 28465 | λιπόσαρκος | , η, ο λι-πό-σαρ-κος επίθ. (λόγ.): πολύ αδύνατος, ισχνός: ~ος: γέρος. ~α: μοντέλα. Πβ. κοκαλιάρης, ξερακιανός.|| ~ο: κορμί. Πβ. άσαρκος, αποστε-, αποσκελετ-ωμένος. ΑΝΤ. παχύσαρκος [< αρχ. λιπόσαρκος] | |
| 28466 | λιποσάρκωμα | λι-πο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος (σάρκωμα) των μαλακών μορίων. Βλ. λίπωμα. [< αγγλ. liposarcoma, γαλλ. liposarcome] | |
| 28467 | λιποσυλλέκτης | λι-πο-συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που συγκρατεί τα λίπη από υγρά απόβλητα, με σκοπό την προστασία του αποχετευτικού συστήματος ή εγκατάστασης βιολογικού καθαρισμού από επικαθίσεις και εμφράξεις. Βλ. διαχωριστής. [< αγγλ. grease trap] | |
| 28468 | λιποσώματα | λι-πο-σώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λιπόσωμα} : ΒΙΟΛ. μικροσκοπικά λιπιδικά κυστίδια, προϊόντα εργαστηρίου, που έχουν την ίδια σύσταση με την κυτταρική μεμβράνη και χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά δραστικών ουσιών, τις οποίες περικλείουν στο εσωτερικό τους, στα κύτταρα του οργανισμού: χρήση ~άτων (: στη βιολογία και την ιατρική).|| (στην κοσμετολογία:) Ενυδατικός ορός ~άτων. Κρέμα με ~. [< αγγλ. liposomes, 1968, γαλλ. ~, περ. 1975] | |
| 28469 | λιποτάκτης | λι-πο-τά-κτης ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης ή αξιωματικός που απουσιάζει χωρίς άδεια από τη μονάδα του για συνεχόμενο χρονικό διάστημα: ~ες εξωτερικού/εσωτερικού. Κηρύχθηκε ~. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, ανυπότακτος, αυτόμολος, φυγόστρατος. 2. (μτφ.) πρόσωπο που αφήνει, εγκαταλείπει κάτι: ~ της ζωής. Πβ. αποστάτης1. Βλ. πιστός. [< 1: μτγν. λιποτάκτης, γαλλ. déserteur] | |
| 28470 | λιποτακτώ | [λιποτακτῶ] λι-πο-τα-κτώ ρ. (αμτβ.) {λιποτακτ-είς, -ώντας | λιποτάκτ-ησε, -ήσει} & (σπάν.-προφ.) λιποταχτώ 1. ΣΤΡΑΤ. είμαι ή κηρύσσομαι λιποτάκτης: ~ησε από τον ελληνικό στρατό. Βλ. αυτομολώ. 2. (μτφ.) αφήνω, εγκαταλείπω: Στα δύσκολα, ούτε λιγοψύχησαν ούτε ~ήσαν. Πβ. αποστατώ, τα παρατάω, το βάζω στα πόδια, φυγομαχώ. [< μτγν. λιποτακτῶ, γαλλ. déserter] | |
| 28471 | λιποταξία | λι-πο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. έγκλημα κατά της στρατιωτικής υποχρέωσης, το οποίο διαπράττει όποιος στρατιώτης ή στρατιωτικός λιποτακτεί: μαζική/ομαδική ~. ~ σε καιρό ειρήνης/πολέμου. ~ ενώπιον του εχθρού. Διατελεί σε ~ (βλ. άγνοια). Βλ. ανυποταξία, αυτομόληση, φυγοστρατία. 2. (σπάν.-μτφ.) εγκατάλειψη. [< 1: αρχ. λιποταξία, γαλλ. désertion] | |
| 28472 | λιποτροπικός | , ή, ό λι-πο-τρο-πι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που βοηθά στον μεταβολισμό του λίπους ή στη μείωση της συσσώρευσής του στο συκώτι: ~ός: παράγοντας. ~ή: ουσία (βλ. χολίνη). ~ά: χάπια. Βλ. λιποδιαλυτικός. ● Ουσ.: λιποτροπικό (το): ενν. σκεύασμα: θερμογενετικό ~. Συμπληρώματα διατροφής-~ά. Βλ. μπόντι-μπίλντινγκ. [< αγγλ. lipotropic, 1903, γαλλ. lipotrope, 1922] | |
| 28473 | λιποφιλία | λι-πο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η ιδιότητα του λιπόφιλου: η ~ μιας ένωσης. Βλ. -φιλία. [< αγγλ. lipophilia] | |
| 28474 | λιπόφιλος | , η, ο λι-πό-φι-λος επίθ. & (σπάν.) λιποφιλικός, ή, ό: ΒΙΟΧ. διαλυτός στα λίπη: ~ες: ουσίες. ~α: φάρμακα. Βλ. υδρόφιλος, -φιλος. [< αγγλ. lipophile, 1938, γαλλ. ~, περ. 1950, αγγλ. lipophilic, 1939] | |
| 28475 | λιπόφοβος | , η, ο λι-πό-φο-βος επίθ. (σπάν.): ΒΙΟΧ. αδιάλυτος στα λίπη. Βλ. υδρόφοβος. [< αγγλ. lipophobic, 1946] | |
| 28476 | λιπόχρωμα | λι-πό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. καθεμιά από τις φυσικές χρωστικές (καροτενοειδή), οι οποίες βρίσκονται σε φυτά και ζώα και προσδίδουν κίτρινο χρώμα στα λίπη. [< αγγλ. lipochrome, γαλλ. ~, 1903] | |
| 28477 | λιποχρωμικός | , ή, ό λι-πο-χρω-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λιπόχρωμα: ~ό: καναρίνι. [< αγγλ. lipochromic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ