Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2900-2920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1939ακυρώνω[ἀκυρώνω] α-κυ-ρώ-νω ρ. {ακύρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, ακυρών-οντας, ακυρω-μένος} 1. καθιστώ κάτι άκυρο, αίρω την ισχύ του, καταργώ: ~ κράτηση εισιτηρίου/συμφωνία. Το τιμολόγιο πρέπει να ~θεί. Η εταιρεία ~σε (= έλυσε) το συμβόλαιο. Το δικαστήριο ~σε τον διορισμό της/τις νέες προσλήψεις/την υπουργική απόφαση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας θα ~σει τον διαγωνισμό. Ο διαιτητής ~σε το γκολ. Η επιτροπή ~σε την πρώτη ιστιοδρομία. Οι εκλογές/οι εξετάσεις ~θηκαν. ~μένο: διαβατήριο. Πβ. αναιρώ, ανακαλώ. ΑΝΤ. επικυρώνω.|| ~ εισιτήριο (= επικυρώνω· σφραγίζω εισιτήριο των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς σε ακυρωτικό μηχάνημα).|| (μτφ.) Με τις πράξεις του ~ει τους ισχυρισμούς του (= αυτοαναιρείται). ΑΝΤ. κυρώνω 2. ματαιώνω κάτι που είχε προσχεδιαστεί: ~ το ραντεβού/τη συνάντησή μας. ~εται η εκδήλωση/παράσταση/συνέντευξη. Η παραγγελία/η περιοδεία/η συναυλία/το ταξίδι ~θηκε. Τα σχέδιά μας ~θηκαν. ~θηκαν όλες οι πτήσεις για ... [< μτγν. ἀκυρῶ, γαλλ. annuler, invalider]
1940ακύρωση[ἀκύρωση] α-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. κατάργηση, άρση της ισχύος: άμεση/δικαστική/έγγραφη/έμμεση/μερική/ολική ~. ~ άδειας/ανάθεσης/απόφασης/γάμου (βλ. διαζύγιο)/γραπτού/δημοπράτησης/διαβατηρίου/διαγωνισμού/διαθήκης/δικαιοπραξίας/διορισμού/εγγραφής/εκλογής/εντολής/νόμου/ομολογιών/παραγγελίας/πιστωτικής κάρτας/πράξης/προστίμου/σύμβασης/συμβολαίου/συμφωνίας/τροπολογίας. Δικαίωμα/λόγος/όροι/τέλη ~ης. Πβ. αναίρεση, ανάκληση, κατάργηση, λύση. Βλ. αυτο~.|| ~ εισιτηρίου (= επικύρωση).|| ~ αθλητή/ομάδας (: άρση της δυνατότητας συμμετοχής ή πρόκρισης σε αγώνισμα ή αγώνα). 2. ματαίωση: (έγκαιρη) ~ επίσημης επίσκεψης/παραστάσεων/πτήσης/ταξιδιού. ~ώσεις (προγραμματισμένων) δρομολογίων. Μαζικές ~ώσεις (κρατήσεων). ● ΣΥΜΠΛ.: αίτηση ακύρωσης/ακυρώσεως: ΝΟΜ. ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και προσβάλλει διοικητικές πράξεις: ~ ~ άδειας/απόφασης/διορισμού/προκήρυξης. ~ ~ κατά της απόφασης των υπουργών .../του Προεδρικού Διατάγματος. Απορρίφθηκε η/εκδικάστηκε η/υποβλήθηκε ~ ~. Έγινε δεκτή η ~ ~. Παραιτήθηκε από την ~ ~. [< μτγν. ἀκύρωσις, γαλλ. annulation, invalidation 2: αγγλ. cancellation]
1941ακυρωσίαβλ. ακυρωσιμότητα
1943ακυρωσιμότητα[ἀκυρωσιμότητα] α-κυ-ρω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ακυρωσία: ΝΟΜ. δυνατότητα ακύρωσης δικαιοπραξίας νομικά έγκυρης, επειδή ενυπάρχει σε αυτή ελάττωμα: ~ γάμου/όρου/πράξεων/σύμβασης. ~ λόγω απειλής/πλάνης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. annulabilité]
1944ακυρωτέος, α, ο [ἀκυρωτέος] α-κυ-ρω-τέ-ος επίθ.: ΝΟΜ. που επιβάλλεται να ακυρωθεί, να ανακληθεί: ~ος: διαγωνισμός. ~α: απόφαση/σύμβαση. ~ο: διάταγμα/συμβόλαιο/φύλλο αγώνα. Βλ. -τέος. [< μτγν. ἀκυρωτέος]
1945ακυρωτικός, ή, ό [ἀκυρωτικός] α-κυ-ρω-τι-κός επίθ. 1. που ακυρώνει, που μπορεί να κρίνει ή να καταστήσει κάτι άκυρο: ~ός: δικαστής/νόμος/όρος. ~ή: αίτηση/απόφαση/αρμοδιότητα/δίκη/πράξη/συμφωνία. ~ό: αίτημα/δεδικασμένο/στοιχείο/τιμολόγιο. ΣΥΝ. αναιρετικός ΑΝΤ. επικυρωτικός, κυρωτικός (1) 2. που οφείλεται σε ακύρωση: ~ά: τέλη (κράτησης).|| (ως ουσ.) Τα εισιτήρια ακυρώνονται χωρίς ~ά (ενν. τέλη). ● επίρρ.: ακυρωτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Ακυρωτικό Δικαστήριο: ΝΟΜ. ανώτατο δικαστήριο που ακυρώνει δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες προσβάλλονται με ένδικα μέσα· ο Άρειος Πάγος δικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων και ορισμένων βουλευμάτων και το Συμβούλιο Επικρατείας κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων: Προσέφυγαν σε ~ ~. [< γαλλ. Cour de cassation] , ακυρωτικό μηχάνημα: ειδικό μηχάνημα στα ΜΜΜ που σφραγίζει το εισιτήριο και καταργεί τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησής του: Επικυρώστε το εισιτήριο στο ~ ~. [< γαλλ. abrogatif]
1946ακυτταρικός, ή, ό [ἀκυτταρικός] α-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που δεν δομείται από κύτταρα ή που περιέχει μέρος μόνο του κυττάρου: ~ός: μικροοργανισμός. ~ή: δομή/κυψελίδα. ~ό: αντιγόνο/εμβόλιο (κοκίτη)/υλικό. Οι ιοί θεωρούνται ~ές μορφές ζωής. [< γαλλ. acellulaire, 1910]
1947ακώλυτος, η, ο [ἀκώλυτος] α-κώ-λυ-τος επίθ. (λόγ.): (για κάτι) που δεν κωλύεται, δεν παρεμποδίζεται ή δεν απαγορεύεται: ~ος: διάλογος. ~η: διέλευση/κυκλοφορία/λειτουργία/πορεία/πρόσβαση/συνέχιση του αγώνα (= απρόσκοπτη)/χρήση. ~ο: αγαθό/(ΝΟΜ.) δικαίωμα/όφελος. ~η (= ελεύθερη) διεξαγωγή των αγώνων.|| (ως ουσ.) Διασφαλίστηκε το ~ο και το ασφαλές του (αν)εφοδιασμού. Πβ. αδιακώλυτος, ανεμπόδιστος. ● επίρρ.: ακώλυτα & (λόγ.) ακωλύτως [< μτγν. ἀκώλυτος]
1948άκων, ουσα, ον [ἄκων] ά-κων επίθ. {εύχρ. το αρσ.} (αρχαιοπρ., με επιρρ. χρ.): που κάνει ή παθαίνει κάτι αθέλητα, αναγκαστικά: Προσήλθε ~ στις διαπραγματεύσεις. Κάνω κάτι ~. Πβ. ακούσιος. ΑΝΤ. εκών ● ΦΡ.: εκών άκων: που συμβαίνει παρά τη θέληση κάποιου, με το ζόρι: Εκόντες άκοντες (= θέλοντας και μη) αναγκάστηκαν να ενδώσουν. [< αρχ. ἄκων]
2337αλ ντέντεβλ. αλ
1949αλ ντέντε[ἀλ ντέντε] αλ ντέ-ντε επίθ. {άκλ.} & αλντέντε: ΜΑΓΕΙΡ. (κυρ. για ζυμαρικά) που δεν είναι πολύ βρασμένα και παραμένουν σκληρά: πάστα/ριζότο ~. Βράζετε πένες/ταλιατέλες, μέχρι να γίνουν ~ (: να μη λασπώσουν).|| (ως επίρρ.) Βράζουμε τα μακαρόνια ~. [< ιταλ. al dente, γαλλ. ~, 1952]
1952αλάβλ. α λα
1956αλά γαλλικά βλ. α λα
1957αλά γκρέκα βλ. α λα
1966αλά καρτ βλ. α λα
1977αλά μπρατσέτα βλ. α λα
1985αλά πολίτα βλ. α λα
2005αλά τούρκα βλ. α λα
1950άλα![ἄλα] ά-λα επιφών. (οικ.-λαϊκό) 1. (+ προσ. αντων., συνήθ. της) για δήλωση ενθουσιασμού, επιδοκιμασίας ή ειρωνείας: ~ της γλέντια! ~ της κουράγιο! ~ της χορό ο παππούς! Πβ. άτσα. 2. για ενθάρρυνση, παρότρυνση: ~ πασά μου! [< βεν. ala]
1953αλαβάστρινος, η, ο [ἀλαβάστρινος] α-λα-βά-στρι-νος επίθ. 1. που είναι κατασκευασμένος από αλάβαστρο: ~ο: άγαλμα/αγγείο. 2. (μτφ.-λογοτ.) που είναι λείος και λαμπερός ή λευκός: ~η: επιδερμίδα/ομορφιά. ~ο: πρόσωπο. ~οι: σταλαγμίτες. [< 1: μτγν. ἀλαβάστρινος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.