| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2337 | αλ ντέντε | βλ. αλ | |
| 1949 | αλ ντέντε | [ἀλ ντέντε] αλ ντέ-ντε επίθ. {άκλ.} & αλντέντε: ΜΑΓΕΙΡ. (κυρ. για ζυμαρικά) που δεν είναι πολύ βρασμένα και παραμένουν σκληρά: πάστα/ριζότο ~. Βράζετε πένες/ταλιατέλες, μέχρι να γίνουν ~ (: να μη λασπώσουν).|| (ως επίρρ.) Βράζουμε τα μακαρόνια ~. [< ιταλ. al dente, γαλλ. ~, 1952] | |
| 1952 | αλά | βλ. α λα | |
| 1956 | αλά γαλλικά | βλ. α λα | |
| 1957 | αλά γκρέκα | βλ. α λα | |
| 1966 | αλά καρτ | βλ. α λα | |
| 1977 | αλά μπρατσέτα | βλ. α λα | |
| 1985 | αλά πολίτα | βλ. α λα | |
| 2005 | αλά τούρκα | βλ. α λα | |
| 1950 | άλα! | [ἄλα] ά-λα επιφών. (οικ.-λαϊκό) 1. (+ προσ. αντων., συνήθ. της) για δήλωση ενθουσιασμού, επιδοκιμασίας ή ειρωνείας: ~ της γλέντια! ~ της κουράγιο! ~ της χορό ο παππούς! Πβ. άτσα. 2. για ενθάρρυνση, παρότρυνση: ~ πασά μου! [< βεν. ala] | |
| 1953 | αλαβάστρινος | , η, ο [ἀλαβάστρινος] α-λα-βά-στρι-νος επίθ. 1. που είναι κατασκευασμένος από αλάβαστρο: ~ο: άγαλμα/αγγείο. 2. (μτφ.-λογοτ.) που είναι λείος και λαμπερός ή λευκός: ~η: επιδερμίδα/ομορφιά. ~ο: πρόσωπο. ~οι: σταλαγμίτες. [< 1: μτγν. ἀλαβάστρινος] | |
| 1954 | αλάβαστρο | [ἀλάβαστρο] α-λά-βα-στρο ουσ. (ουδ.) {αλαβάστρ-ου} & αλάβαστρος (ο) 1. ΟΡΥΚΤ. ορυκτός λίθος, ποικιλία του γύψου ή του ασβεστίτη, ημιδιαφανής, λευκός ή με μεγάλη ποικιλία χρωματισμών· συνεκδ. αντικείμενο από αλάβαστρο: είδη/τασάκι από ~.|| ~α και χρυσαφικά. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο χωρίς λαβές και βάση, μακρόστενου, κυλινδρικού σχήματος, με στενό λαιμό και πλατύ χείλος, για αρώματα και αρωματικά έλαια: γυάλινο/πήλινο ~. [< μτγν. ἀλάβαστρον, γαλλ. albâtre, αγγλ. alabaster] | |
| 1955 | αλάβωτος | , η, ο [ἀλάβωτος] α-λά-βω-τος επίθ. (συνήθ. λογοτ.) 1. που δεν τραυματίστηκε: Από την επίθεση δεν έμεινε ούτε ένας ~. Πβ. άτρωτος. ΑΝΤ. πληγωμένος 2. (μτφ.) που δεν δέχθηκε πλήγμα: ~η: περηφάνια/ψυχή. Το νησί βγήκε ~ο από τον σεισμό, με ελάχιστες υλικές ζημιές. Πβ. αλώβητος. | |
| 1958 | αλάδωτος | , η, ο [ἀλάδωτος] α-λά-δω-τος επίθ. 1. (για φαγητό) που δεν περιέχει λάδι: ~η: σαλάτα. ~α: όσπρια/χόρτα.|| (κατ' επέκτ.) ~η: μέρα/νηστεία (: κατά τη διάρκεια της οποίας δεν τρώνε λάδι). ΑΝΤ. λαδερός 2. που δεν αλείφτηκε, δεν λιπάνθηκε, δεν λερώθηκε με λάδι: ~η: αλυσίδα/κλειδαριά/μηχανή/πόρτα.|| ~η: πίτα. ~ο: ταψί. Πιάστο εσύ που τα χέρια σου είναι ~α. ΑΝΤ. λαδωμένος. 3. (λαϊκό-συνήθ. μειωτ. για αλλόθρησκους) αβάφτιστος. 4. (μτφ.-προφ.) που δεν έχει δωροδοκηθεί. Πβ. αδιάφθορος. | |
| 1959 | αλαζόνας | [ἀλαζόνας] α-λα-ζό-νας επίθ./ουσ.: αυτός που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, υποτιμώντας τους άλλους: (εμφατ.) ~ και υπερόπτης. Κυνικοί και ~ες. Πβ. επηρ-, καβαλη-, ξιπασ-, φαντασ-μένος, σνομπ, υψηλόφρων, ψηλομύτης. ΑΝΤ. μετριόφρων, ταπεινός (1), ταπεινόφρων [< αρχ. ἀλαζών, μεσν. αλαζόνας] | |
| 1960 | αλαζονεία | [ἀλαζονεία] α-λα-ζο-νεί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αλαζόνα, υπεροψία: απίστευτη/εθνική/καθεστωτική ~. Η ~ της γνώσης/της εξουσίας/των ισχυρών/του νικητή/των πολιτικών. Βλέμμα γεμάτο ~. Χωρίς εγωισμούς κι ~ες. Η επιτυχία τρέφει την ~ του. Πβ. έπαρση, μεγαλαυχία, ξιπασιά, οίηση, (ψωρο)περηφάνια. ΑΝΤ. μετριοφροσύνη, σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη [< αρχ. ἀλαζονεία] | |
| 1961 | αλαζονεύομαι | [ἀλαζονεύομαι] α-λα-ζο-νεύ-ο-μαι ρ. {συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (σπάν.-λόγ.): είμαι αλαζόνας, δείχνω αλαζονική συμπεριφορά: Γνωρίζει τη δύναμή του, ωστόσο δεν ~εται. ΣΥΝ. επαίρομαι, καυχιέμαι, κομπάζω, περηφανεύομαι (2) [< αρχ. ἀλαζονεύομαι] | |
| 1962 | αλαζονικός | , ή, ό [ἀλαζονικός] α-λα-ζο-νι-κός επίθ.: (για συμπεριφορά) που χαρακτηρίζει τον αλαζόνα ή (για πρόσωπο) που επιδεικνύει αλαζονεία: ~ός: ισχυρισμός/λόγος/τρόπος. ~ή: αντίληψη/αυταρέσκεια/εξουσία/(εμφατ.) έπαρση/νοοτροπία/πολιτική/στάση. ~ές: δηλώσεις. ~ό: βλέμμα/πνεύμα/ύφος. Πβ. υπερ-οπτικός, -φίαλος. ΑΝΤ. συγκαταβατικός, ταπεινός (1) ● επίρρ.: αλαζονικά [< αρχ. ἀλαζονικός] | |
| 1963 | αλάθευτος | , η, ο [ἀλάθευτος] α-λά-θευ-τος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που δεν κάνει λάθος, που βρίσκει τον στόχο του: ~ος: σκοπευτής. ~η: κρίση/λογική. Πβ. αλάνθαστος, εύστοχος. ΑΝΤ. λαθεμένος, λανθασμένος ● επίρρ.: αλάθευτα | |
| 1964 | αλάθητο | [ἀλάθητο] α-λά-θη-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήτου}: η ιδιότητα κάποιου να μην κάνει λάθος: Δεν διεκδικούμε το ~. Αποκήρυξε το πολιτικό ~. ● ΦΡ.: το αλάθητο του Πάπα βλ. πάπας |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ