Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29180-29200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28478λιποψυχίαλι-πο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λιγοψυχία. [< αρχ. λιποψυχία]
28479λιπόψυχος, η, ο λι-πό-ψυ-χος επίθ. (λόγ.): λιγόψυχος. Βλ. -ψυχος.
28480λιποψυχώ[λιποψυχῶ] λι-πο-ψυ-χώ ρ. (αμτβ.) {λιποψυχ-είς ..., -ώντας | λιποψύχ-ησα, -ήσει} (λόγ.): λιγοψυχώ. [< αρχ. λιποψυχῶ]
28481λιπώδης, ης, ες λι-πώ-δης επίθ. {λιπώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αποτελείται από λίπος: ~ης: διήθηση/μάζα/ουσία. ~ες: ήπαρ (βλ. ηπατική στεάτωση)/στρώμα. Πβ. λιποειδής. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: λιπώδης ιστός: συνδετικός ιστός από λιπώδη κύτταρα (λιποκύτταρα). ΣΥΝ. λίπος (2) [< μτγν. λιπώδης 'λιπαρός', γαλλ. adipeux]
28482λίπωμαλί-πω-μα ουσ. (ουδ.) {λιπώμ-ατος}: ΙΑΤΡ. συσσωρευμένος καλοήθης λιπώδης ιστός: ~ μαστού. ~ στο κεφάλι/στην πλάτη. Αφαίρεση ~ατος. Βλ. αδένωμα, ίνωμα, λιποσάρκωμα. ● Υποκ.: λιπωματάκι (το) [< γαλλ. lipome, αγγλ. lipoma]
28483λιπωμάτωσηλι-πω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη πολλών λιπωμάτων στον υποδόριο ιστό. [< γαλλ. lipomatose, αγγλ. lipomatosis]
28484λίραλί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών (σύμβ. ₤): ~ Αγγλίας (= στερλίνα· βλ. πένα2, σελίνι)/Αιγύπτου (βλ. πιάστρο). Τουρκική ~ (βλ. γρόσι). 2. (γενικότ.) χρυσό νόμισμα με διαφορετική, κατά τόπους και εποχές, αξία: κάλπικες ~ες. ~ παλαιάς κοπής. Σεντούκι με ~ες. Πβ. φλουρί. Βλ. κωνσταντινάτο. ● ΣΥΜΠΛ.: λίρα εκατό (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για πρόσ.) πολύ αξιόλογος, πολύτιμος: Ο νέος παίκτης αποδείχτηκε ~ ~ (= χρυσός). Μεταγραφή ~ ~. ● ΦΡ.: το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) (προφ.): σε κάποιον που κάνει ή λέει ανοησίες. [< ιταλ. lira]
28485λισίανθοςλι-σί-αν-θος ουσ. (αρσ.) & λυσίανθος: ΒΟΤ. μικρό καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Eustoma grandiflorum) με μπλε, μοβ, ροζ ή λευκά άνθη. [< αγγλ. lisianthus < λύσις + ἄνθος]
28486λίσταλί-στα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο στοιχείων γραμμένων το ένα κάτω από το άλλο· κατάλογος, κατάσταση: αλφαβητική/αναλυτική/ενδεικτική/μακριά/συγκεντρωτική ~. Η ~ των κομμάτων. ~ αγορών/επιλογών/θεμάτων/μελών/ονομάτων (= ονομαστική)/παραγγελιών (βλ. καλάθι αγορών)/προϊόντων/φαρμάκων. ~ για/με ψώνια. Εγγεγραμμένος στη ~ (πελατών). Διαγραφή από τη/καταχώριση στη ~. Κάνω/καταρτίζω/συντάσσω μια ~. Πβ. πίνακας.|| ~ με τα πιο δημοφιλή τραγούδια (= τσαρτ). Πρώτος (και καλύτερος)/ψηλά στη ~ με τους δέκα πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου (βλ. τοπ-τεν). Μακραίνει/μεγαλώνει η ~ των τραυματιών. Έμεινε εκτός ~ας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. δομή δεδομένων αντίστοιχης μορφής: αναδυόμενη/κυλιόμενη ~. Προβολή ~ας. Ανοίγω τη ~.|| Ταχυδρομική ~/~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (: για ομαδική αποστολή ιμέιλ).|| (στον προγραμματισμό:) Κεφαλή/ουρά ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: βραχεία λίστα & (σπάν.) βραχύς κατάλογος: σύντομη λίστα με συγγραφείς ή βιβλία υποψήφιους/α για λογοτεχνικό βραβείο: Ανακοινώθηκε η ~ ~ για το Βραβείο Αναγνωστών/Μυθιστορήματος. [< αγγλ. short list, 1927] , κόκκινη λίστα: με όσα ζώα ή φυτά απειλούνται με εξαφάνιση., λευκή λίστα: στην οποία συγκαταλέγεται οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε εγκρίνεται, επιδοκιμάζεται ή επικροτείται: στη ~ ~ η ελληνική ναυτιλία. [< αγγλ. white list] , λίστα γάμου 1. λίστα με δώρα γάμου, την οποία ανοίγουν μελλόνυμφοι σε (πολυ)κατάστημα· οι καλεσμένοι μπορούν να επιλέξουν ως δώρο κάποιο από αυτά που έχει ήδη ορίσει το ζευγάρι ή να διαλέξουν μόνοι τους από το κατάστημα: ανοιχτή ή κλειστή ~ ~ (: τα δώρα επιλέγονται από τους καλεσμένους ή από τους μελλόνυμφους, αντίστοιχα). 2. τραπεζικός λογαριασμός, τον οποίο έχει ανοίξει μελλόνυμφο ζευγάρι, για να καταθέσουν (προαιρετικά) οι καλεσμένοι χρηματικό ποσό ως γαμήλιο δώρο. [< αγγλ. wedding list, 1981] , μαύρη λίστα: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι περιλαμβάνεται μαζί με πρόσωπα ή πράγματα που θεωρούνται ανεπιθύμητα ή επικίνδυνα: Τον έχω βάλει στη ~ ~ (= τον έχω γράψει στα μαύρα κατάστιχα). Με τη συμπεριφορά του, κατάφερε να μπει στη ~ ~. Βρίσκεται/συγκαταλέγεται στη ~ ~ των οφειλετών του Δημοσίου/φοροφυγάδων. Η ~ ~ με τις βλαβερές τροφές. [< αγγλ. black list] , λίστα αναμονής βλ. αναμονή, πτυσσόμενο μενού βλ. πτύσσεται [< 1: γαλλ. liste, ιταλ. lista 2: αγγλ. list, 1956]
28487λιστέριαλι-στέ-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο (επιστ. ονομασ. Listeria monocytogenes) που προκαλεί λιστερίωση: ζαμπόν/τυρί με ~. Βλ. καμπυλοβακτηρίδιο, σαλμονέλα, σιγκέλα. [< αγγλ. listeria, 1952, γαλλ. ~, 1955]
28488λιστερίωσηλι-στε-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) & λιστερίαση: ΙΑΤΡ. -ΚΤΗΝ. σοβαρή ζωονόσος που προσβάλλει κυρ. τα αιγοπρόβατα, οφείλεται στο βακτήριο λιστέρια και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο είτε μέσω απευθείας επαφής με το μολυσμένο ζώο είτε με κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων ζωικής ή φυτικής προέλευσης. [< αγγλ. listeriosis, 1941, γαλλ. listériose, 1950]
28489λιτανείαλι-τα-νεί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. περιφορά ιερής εικόνας ή αγίων λειψάνων με ψαλμωδίες και συμμετοχή κλήρου και πιστών, ως απόδοση τιμής στη μνήμη εορτάζοντος Αγίου, σημαντικού (θρησκευτικού) γεγονότος ή ως παράκληση στον Θεό ή σε Άγιο για βοήθεια σε καιρό ανάγκης: έκτακτες/τακτικές ~ες. ~ (= λιτάνευση) του Επιταφίου/Τιμίου Σταυρού. ~ για την ανακομιδή της τιμίας κάρας του ... Έκαναν ~ για την ανομβρία/την επιδημία/τον πόλεμο/τον σεισμό. Βλ. τελετή. [< μτγν. λιτανεία ‘προσευχή, ικεσία’, μεσν. ~ ‘θρησκευτική πομπή’]
28490λιτάνευσηλι-τά-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιτανεύω: (παλλαϊκή) ~ της θαυματουργής εικόνας. Πβ. λιτανεία.
28491λιτανεύωλι-τα-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λιτάνευ-σε, -τηκε, -οντας}: ΕΚΚΛΗΣ. περιφέρω ιερή εικόνα ή άγια λείψανα κατά τη διάρκεια λιτανείας: Το σκήνωμα του Αγίου ... ~εται την ημέρα της εορτής του. [< μεσν. λιτανεύω]
28492λιτήλι-τή ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη ακολουθία που τελείται κυρ. σε ολονυκτίες την παραμονή μεγάλων εορτών. 2. ΑΡΧΙΤ. εσωνάρθηκας. [< μεσν. λιτή]
28493λιτοδίαιτος, η, ο λι-το-δί-αι-τος επίθ.: που του αρκεί λίγο φαγητό ή/και γενικότ. ζει χωρίς πολλά υλικά αγαθά. Πβ. λιγόφαγος, ολιγαρκής.|| ~ο: γεύμα (= λιτό, φτωχικό). || (ως ουσ.) το ~ο (= η ολογάρκεια). ● επίρρ.: λιτοδίαιτα [< μτγν. λιτοδίαιτος]
28494λιτός, ή, ό λι-τός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από απλότητα και έλλειψη περιττών στοιχείων, πολυτέλειας, υπερβολής: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: αρχιτεκτονική/διακόσμηση (ΑΝΤ. βαριά)/διατροφή (πβ. υγιεινή, βλ. μεσογειακή)/ζωή (= οικονομική, ολιγαρκής, φτωχική, ΑΝΤ. πολυτελής)/ομορφιά (πβ. φυσική). ~ό: γεύμα (= λιτοδίαιτο, ταπεινό, ΑΝΤ. λουκούλλειο)/σκηνικό/ύφος (= ανεπιτήδευτο, επιγραμματικό, δωρικό). Έπιπλα σε ~ές γραμμές. Βραβεύτηκε σε μια ~ή (= σεμνή) εκδήλωση/τελετή. Πβ. απέριττος, απλός.|| (για πρόσ.) ~ στα λόγια του (= λακωνικός, λιγομίλητος). ● επίρρ.: λιτά [< αρχ. λιτός]
28495λιτότηταλι-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. αυστηρή οικονομική πολιτική που χαρακτηρίζεται από υψηλή φορολογία χωρίς αυξήσεις στους μισθούς, με σκοπό τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος: σκληρή ~ (= οικονομία). Μονόπλευρη ~ σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες. ~ διαρκείας. Μέτρα/πρόγραμμα/προϋπολογισμός ~ας. Βλ. ανέχεια, ακρίβεια, συγκράτηση τιμών, ύφεση. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του λιτού: Διακόσμηση που χαρακτηρίζεται από δωρική ~ Πβ. απλότητα.|| Εκφραστική ~. Η ~ ενός κειμένου/του ύφους. Πβ. αυστηρ-, ελλειπτικ-, επιγραμματικ-, λακωνικ-ότητα.|| ~ στον τρόπο ζωής. Πβ. εγκράτεια, μέτρο, ολιγάρκεια. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα λιτότητας: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο στη θέση μιας λέξης χρησιμοποιείται η αντίθετή της με άρνηση, για να μετριαστεί η κατηγορηματικότητα ή απολυτότητα μιας δήλωσης: -Πώς είσαι; -Όχι και τόσο καλά (~ ~ αντί του "άσχημα"). Δεν μου φαίνεται έξυπνος (~ ~ αντί του "μου φαίνεται χαζός"). [< μτγν. λιτότης, γαλλ. litote, αγγλ. litotes] [< 1: αγγλ. austerity, 1942 2: αρχ. λιτότης]
28496λίτρολί-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου υγρών (σύμβ. l ή L), ίση με ένα κυβικό δεκατόμετρο: δύο ~α λάδι. Στα ... ευρώ το ~ η τιμή της βενζίνης.|| Μπουκάλι/συσκευασία του μισού ~ου. Βλ. χωρητικότητα.|| Ένα ~ γάλα/νερό (: περ. τέσσερα ποτήρια). Βλ. γαλόνι1, κιλό, μόδι, πίντα. Βλ. εκατό-, εκατοστό-, χιλιό-, χιλιοστό-λιτρο, μικρο~. [< μτγν. λίτρον, γαλλ.-αγγλ. litre]
28498λίτσιλί-τσι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Litchi chinensis) που προέρχεται από τη νότια Κίνα, αλλά καλλιεργείται γενικά σε τροπικά κλίματα, έχει μικρά άνθη και αρωματικούς, σφαιρικούς καρπούς με τραχύ, καφέ-κόκκινο περίβλημα και γλυκιά, λευκή σάρκα· κυρ. συνεκδ. ο καρπός του. [< αγγλ. litchi]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.