Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29200-29220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28482λίπωμαλί-πω-μα ουσ. (ουδ.) {λιπώμ-ατος}: ΙΑΤΡ. συσσωρευμένος καλοήθης λιπώδης ιστός: ~ μαστού. ~ στο κεφάλι/στην πλάτη. Αφαίρεση ~ατος. Βλ. αδένωμα, ίνωμα, λιποσάρκωμα. ● Υποκ.: λιπωματάκι (το) [< γαλλ. lipome, αγγλ. lipoma]
28483λιπωμάτωσηλι-πω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη πολλών λιπωμάτων στον υποδόριο ιστό. [< γαλλ. lipomatose, αγγλ. lipomatosis]
28484λίραλί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών (σύμβ. ₤): ~ Αγγλίας (= στερλίνα· βλ. πένα2, σελίνι)/Αιγύπτου (βλ. πιάστρο). Τουρκική ~ (βλ. γρόσι). 2. (γενικότ.) χρυσό νόμισμα με διαφορετική, κατά τόπους και εποχές, αξία: κάλπικες ~ες. ~ παλαιάς κοπής. Σεντούκι με ~ες. Πβ. φλουρί. Βλ. κωνσταντινάτο. ● ΣΥΜΠΛ.: λίρα εκατό (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για πρόσ.) πολύ αξιόλογος, πολύτιμος: Ο νέος παίκτης αποδείχτηκε ~ ~ (= χρυσός). Μεταγραφή ~ ~. ● ΦΡ.: το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) (προφ.): σε κάποιον που κάνει ή λέει ανοησίες. [< ιταλ. lira]
437λιρέτα

[ἀγοράζω] α-γο-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {αγόρα-σα, -σει, -στηκε, -στεί, αγοράζ-οντας, -όμενος, αγορα-σμένος} 1. αποκτώ κάτι με χρήματα: ~ δώρο/εισιτήρια/οικόπεδο/ρούχα/σπίτι/τρόφιμα. ~ άδεια (λ.χ. ταξί)/τα δικαιώματα (ενός βιβλίου)/πακέτο (υπηρεσιών)/το πρόγραμμα (π.χ. του θεάτρου)/χρόνο ομιλίας. Η εταιρεία ~σε το κανάλι/μετοχές/νέα γραφεία/το πλειοψηφικό μερίδιο. ~ (κάτι) ακριβά/από δεύτερο χέρι/επί πιστώσει/λιανικώς/για ένα κομμάτι ψωμί/μισοτιμής/(τοις) μετρητοίς/όσο όσο/νόμιμα/παράνομα/συνεταιρικά/σε τιμή ευκαιρίας/φτηνά/χονδρικώς. ~ με δόσεις/έκπτωση/ευκολίες πληρωμής/κλειστά μάτια. ~ από το ίντερνετ/σε πλειστηριασμό. Πόσο ~σες το πλυντήριο (: πόσο έκανε, κόστισε, στοίχισε); Η μαμά θα μου ~σει πατίνια (βλ. δωρίζω). Ο εξοπλισμός έχει ~στεί με κονδύλια του υπουργείου. ~όμενα είδη. Πβ. παίρνω. Βλ. προ~. ΑΝΤ. πουλώ (1) 2. (αρνητ. συνυποδ.) δωροδοκώ, εξαγοράζω: ~ διαιτητή/μάρτυρα/παίκτη/υπάλληλο (πβ. λαδώνω). ~ συνειδήσεις/ψήφους. Την ~σε με τα λεφτά του (: για ιδιοτελή ερωτική σχέση). Μεταχειρίζεται τους ανθρώπους σαν κάτι που πουλιέται και ~εται. Το μότο τους είναι ότι όλα ~ονται. ● ΦΡ.: αγοράζω χρόνο & (σπανιότ.) εξαγοράζω χρόνο (μτφ.): εξασφαλίζω χρόνο για την επίτευξη ενός στόχου: Η κυβέρνηση προσπαθεί να ~σει ~, για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Πβ. κερδίζω χρόνο., αγρόν ηγόραζε/ηγόρασε (λόγ.) & αγόραζε/αγόρασε: για να δηλωθεί αδιαφορία, παραμέληση κάποιων σοβαρών θεμάτων, καταστάσεων: Διαμαρτυρήθηκε στον προϊστάμενό του για την αδικία, αλλά εκείνος ~ ~. Πβ. πέρα βρέχει, ζαμανφού., σε πουλά(ει) και σ' αγοράζει: για άνθρωπο έξυπνο, επιτήδειο που πείθει ή εξαπατά εύκολα κάποιον: ~ ~ με ένα χαμόγελό της/χωρίς να το καταλάβεις. Πβ. είναι διαβόλου κάλτσα., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι [< αρχ. ἀγοράζω]

28485λισίανθοςλι-σί-αν-θος ουσ. (αρσ.) & λυσίανθος: ΒΟΤ. μικρό καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Eustoma grandiflorum) με μπλε, μοβ, ροζ ή λευκά άνθη. [< αγγλ. lisianthus < λύσις + ἄνθος]
28486λίσταλί-στα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο στοιχείων γραμμένων το ένα κάτω από το άλλο· κατάλογος, κατάσταση: αλφαβητική/αναλυτική/ενδεικτική/μακριά/συγκεντρωτική ~. Η ~ των κομμάτων. ~ αγορών/επιλογών/θεμάτων/μελών/ονομάτων (= ονομαστική)/παραγγελιών (βλ. καλάθι αγορών)/προϊόντων/φαρμάκων. ~ για/με ψώνια. Εγγεγραμμένος στη ~ (πελατών). Διαγραφή από τη/καταχώριση στη ~. Κάνω/καταρτίζω/συντάσσω μια ~. Πβ. πίνακας.|| ~ με τα πιο δημοφιλή τραγούδια (= τσαρτ). Πρώτος (και καλύτερος)/ψηλά στη ~ με τους δέκα πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου (βλ. τοπ-τεν). Μακραίνει/μεγαλώνει η ~ των τραυματιών. Έμεινε εκτός ~ας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. δομή δεδομένων αντίστοιχης μορφής: αναδυόμενη/κυλιόμενη ~. Προβολή ~ας. Ανοίγω τη ~.|| Ταχυδρομική ~/~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (: για ομαδική αποστολή ιμέιλ).|| (στον προγραμματισμό:) Κεφαλή/ουρά ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: βραχεία λίστα & (σπάν.) βραχύς κατάλογος: σύντομη λίστα με συγγραφείς ή βιβλία υποψήφιους/α για λογοτεχνικό βραβείο: Ανακοινώθηκε η ~ ~ για το Βραβείο Αναγνωστών/Μυθιστορήματος. [< αγγλ. short list, 1927] , κόκκινη λίστα: με όσα ζώα ή φυτά απειλούνται με εξαφάνιση., λευκή λίστα: στην οποία συγκαταλέγεται οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε εγκρίνεται, επιδοκιμάζεται ή επικροτείται: στη ~ ~ η ελληνική ναυτιλία. [< αγγλ. white list] , λίστα γάμου 1. λίστα με δώρα γάμου, την οποία ανοίγουν μελλόνυμφοι σε (πολυ)κατάστημα· οι καλεσμένοι μπορούν να επιλέξουν ως δώρο κάποιο από αυτά που έχει ήδη ορίσει το ζευγάρι ή να διαλέξουν μόνοι τους από το κατάστημα: ανοιχτή ή κλειστή ~ ~ (: τα δώρα επιλέγονται από τους καλεσμένους ή από τους μελλόνυμφους, αντίστοιχα). 2. τραπεζικός λογαριασμός, τον οποίο έχει ανοίξει μελλόνυμφο ζευγάρι, για να καταθέσουν (προαιρετικά) οι καλεσμένοι χρηματικό ποσό ως γαμήλιο δώρο. [< αγγλ. wedding list, 1981] , μαύρη λίστα: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι περιλαμβάνεται μαζί με πρόσωπα ή πράγματα που θεωρούνται ανεπιθύμητα ή επικίνδυνα: Τον έχω βάλει στη ~ ~ (= τον έχω γράψει στα μαύρα κατάστιχα). Με τη συμπεριφορά του, κατάφερε να μπει στη ~ ~. Βρίσκεται/συγκαταλέγεται στη ~ ~ των οφειλετών του Δημοσίου/φοροφυγάδων. Η ~ ~ με τις βλαβερές τροφές. [< αγγλ. black list] , λίστα αναμονής βλ. αναμονή, πτυσσόμενο μενού βλ. πτύσσεται [< 1: γαλλ. liste, ιταλ. lista 2: αγγλ. list, 1956]
28487λιστέριαλι-στέ-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο (επιστ. ονομασ. Listeria monocytogenes) που προκαλεί λιστερίωση: ζαμπόν/τυρί με ~. Βλ. καμπυλοβακτηρίδιο, σαλμονέλα, σιγκέλα. [< αγγλ. listeria, 1952, γαλλ. ~, 1955]
28488λιστερίωσηλι-στε-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) & λιστερίαση: ΙΑΤΡ. -ΚΤΗΝ. σοβαρή ζωονόσος που προσβάλλει κυρ. τα αιγοπρόβατα, οφείλεται στο βακτήριο λιστέρια και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο είτε μέσω απευθείας επαφής με το μολυσμένο ζώο είτε με κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων ζωικής ή φυτικής προέλευσης. [< αγγλ. listeriosis, 1941, γαλλ. listériose, 1950]
28489λιτανείαλι-τα-νεί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. περιφορά ιερής εικόνας ή αγίων λειψάνων με ψαλμωδίες και συμμετοχή κλήρου και πιστών, ως απόδοση τιμής στη μνήμη εορτάζοντος Αγίου, σημαντικού (θρησκευτικού) γεγονότος ή ως παράκληση στον Θεό ή σε Άγιο για βοήθεια σε καιρό ανάγκης: έκτακτες/τακτικές ~ες. ~ (= λιτάνευση) του Επιταφίου/Τιμίου Σταυρού. ~ για την ανακομιδή της τιμίας κάρας του ... Έκαναν ~ για την ανομβρία/την επιδημία/τον πόλεμο/τον σεισμό. Βλ. τελετή. [< μτγν. λιτανεία ‘προσευχή, ικεσία’, μεσν. ~ ‘θρησκευτική πομπή’]
28490λιτάνευσηλι-τά-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιτανεύω: (παλλαϊκή) ~ της θαυματουργής εικόνας. Πβ. λιτανεία.
28491λιτανεύωλι-τα-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λιτάνευ-σε, -τηκε, -οντας}: ΕΚΚΛΗΣ. περιφέρω ιερή εικόνα ή άγια λείψανα κατά τη διάρκεια λιτανείας: Το σκήνωμα του Αγίου ... ~εται την ημέρα της εορτής του. [< μεσν. λιτανεύω]
28492λιτήλι-τή ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη ακολουθία που τελείται κυρ. σε ολονυκτίες την παραμονή μεγάλων εορτών. 2. ΑΡΧΙΤ. εσωνάρθηκας. [< μεσν. λιτή]
28493λιτοδίαιτος, η, ο λι-το-δί-αι-τος επίθ.: που του αρκεί λίγο φαγητό ή/και γενικότ. ζει χωρίς πολλά υλικά αγαθά. Πβ. λιγόφαγος, ολιγαρκής.|| ~ο: γεύμα (= λιτό, φτωχικό). || (ως ουσ.) το ~ο (= η ολογάρκεια). ● επίρρ.: λιτοδίαιτα [< μτγν. λιτοδίαιτος]
28494λιτός, ή, ό λι-τός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από απλότητα και έλλειψη περιττών στοιχείων, πολυτέλειας, υπερβολής: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: αρχιτεκτονική/διακόσμηση (ΑΝΤ. βαριά)/διατροφή (πβ. υγιεινή, βλ. μεσογειακή)/ζωή (= οικονομική, ολιγαρκής, φτωχική, ΑΝΤ. πολυτελής)/ομορφιά (πβ. φυσική). ~ό: γεύμα (= λιτοδίαιτο, ταπεινό, ΑΝΤ. λουκούλλειο)/σκηνικό/ύφος (= ανεπιτήδευτο, επιγραμματικό, δωρικό). Έπιπλα σε ~ές γραμμές. Βραβεύτηκε σε μια ~ή (= σεμνή) εκδήλωση/τελετή. Πβ. απέριττος, απλός.|| (για πρόσ.) ~ στα λόγια του (= λακωνικός, λιγομίλητος). ● επίρρ.: λιτά [< αρχ. λιτός]
28495λιτότηταλι-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. αυστηρή οικονομική πολιτική που χαρακτηρίζεται από υψηλή φορολογία χωρίς αυξήσεις στους μισθούς, με σκοπό τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος: σκληρή ~ (= οικονομία). Μονόπλευρη ~ σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες. ~ διαρκείας. Μέτρα/πρόγραμμα/προϋπολογισμός ~ας. Βλ. ανέχεια, ακρίβεια, συγκράτηση τιμών, ύφεση. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του λιτού: Διακόσμηση που χαρακτηρίζεται από δωρική ~ Πβ. απλότητα.|| Εκφραστική ~. Η ~ ενός κειμένου/του ύφους. Πβ. αυστηρ-, ελλειπτικ-, επιγραμματικ-, λακωνικ-ότητα.|| ~ στον τρόπο ζωής. Πβ. εγκράτεια, μέτρο, ολιγάρκεια. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα λιτότητας: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο στη θέση μιας λέξης χρησιμοποιείται η αντίθετή της με άρνηση, για να μετριαστεί η κατηγορηματικότητα ή απολυτότητα μιας δήλωσης: -Πώς είσαι; -Όχι και τόσο καλά (~ ~ αντί του "άσχημα"). Δεν μου φαίνεται έξυπνος (~ ~ αντί του "μου φαίνεται χαζός"). [< μτγν. λιτότης, γαλλ. litote, αγγλ. litotes] [< 1: αγγλ. austerity, 1942 2: αρχ. λιτότης]
28496λίτρολί-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου υγρών (σύμβ. l ή L), ίση με ένα κυβικό δεκατόμετρο: δύο ~α λάδι. Στα ... ευρώ το ~ η τιμή της βενζίνης.|| Μπουκάλι/συσκευασία του μισού ~ου. Βλ. χωρητικότητα.|| Ένα ~ γάλα/νερό (: περ. τέσσερα ποτήρια). Βλ. γαλόνι1, κιλό, μόδι, πίντα. Βλ. εκατό-, εκατοστό-, χιλιό-, χιλιοστό-λιτρο, μικρο~. [< μτγν. λίτρον, γαλλ.-αγγλ. litre]
28498λίτσιλί-τσι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Litchi chinensis) που προέρχεται από τη νότια Κίνα, αλλά καλλιεργείται γενικά σε τροπικά κλίματα, έχει μικρά άνθη και αρωματικούς, σφαιρικούς καρπούς με τραχύ, καφέ-κόκκινο περίβλημα και γλυκιά, λευκή σάρκα· κυρ. συνεκδ. ο καρπός του. [< αγγλ. litchi]
28499λιφτουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σκι λιφτ: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανικό σύστημα από πυλώνες και συρματόσχοινα για τη μεταφορά κυρ. των σκιέρ στην αφετηρία χιονοδρομικής πίστας: εναέριο ~. Πβ. τελεφερίκ, τηλεκαμπίνα.|| Συρόμενο ~. ΣΥΝ. τελεσκί. [< αγγλ. ski lift, 1939]
28500λίφτινγκλί-φτινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λίφτιγκ 1. ΙΑΤΡ. (στην πλαστική χειρουργική) επέμβαση που έχει ως σκοπό να βελτιώσει τα ορατά σημάδια γήρανσης στο πρόσωπο και τον λαιμό (ρυτίδες, χαλάρωση, εναπόθεση λίπους): ~ και βλεφαροπλαστική. Έκανε ~. Το ~ (δεν) πέτυχε. Πβ. τράβηγμα του δέρματος. Βλ. αισθητική/κοσμητική ιατρική, ανόρθωση προσώπου, μπότοξ, υαλουρονικό οξύ.|| (κατ' επέκτ.) ~ δοντιών. ΣΥΝ. ρυτιδεκτομή, ρυτιδοπλαστική 2. (μτφ.-προφ.) ανακαίνιση, ανανέωση, βελτιωτική αλλαγή: επιχείριση-~ σε παλιά κτίρια. Ολικό/ριζικό ~ σε όλους τους τομείς/στο ρόστερ. [< 1: αγγλ. face-lifting, 1922, face-lift, 1926, γαλλ. lifting, 1855. 2: γαλλ. ~, 1985]
28501λιχανόςλι-χα-νός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ο δείκτης του χεριού. [< αρχ. λιχανός (δάκτυλος) ‘που γλείφει’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.