Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29200-29220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28499λιφτουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σκι λιφτ: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανικό σύστημα από πυλώνες και συρματόσχοινα για τη μεταφορά κυρ. των σκιέρ στην αφετηρία χιονοδρομικής πίστας: εναέριο ~. Πβ. τελεφερίκ, τηλεκαμπίνα.|| Συρόμενο ~. ΣΥΝ. τελεσκί. [< αγγλ. ski lift, 1939]
28500λίφτινγκλί-φτινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λίφτιγκ 1. ΙΑΤΡ. (στην πλαστική χειρουργική) επέμβαση που έχει ως σκοπό να βελτιώσει τα ορατά σημάδια γήρανσης στο πρόσωπο και τον λαιμό (ρυτίδες, χαλάρωση, εναπόθεση λίπους): ~ και βλεφαροπλαστική. Έκανε ~. Το ~ (δεν) πέτυχε. Πβ. τράβηγμα του δέρματος. Βλ. αισθητική/κοσμητική ιατρική, ανόρθωση προσώπου, μπότοξ, υαλουρονικό οξύ.|| (κατ' επέκτ.) ~ δοντιών. ΣΥΝ. ρυτιδεκτομή, ρυτιδοπλαστική 2. (μτφ.-προφ.) ανακαίνιση, ανανέωση, βελτιωτική αλλαγή: επιχείριση-~ σε παλιά κτίρια. Ολικό/ριζικό ~ σε όλους τους τομείς/στο ρόστερ. [< 1: αγγλ. face-lifting, 1922, face-lift, 1926, γαλλ. lifting, 1855. 2: γαλλ. ~, 1985]
28501λιχανόςλι-χα-νός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ο δείκτης του χεριού. [< αρχ. λιχανός (δάκτυλος) ‘που γλείφει’]
28502λιχνίζωλι-χνί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λίχνι-σε, -σει} (παλαιότ.): ξεχωρίζω το σιτάρι από το άχυρο, τινάζοντάς το (με το λιχνιστήρι) ψηλά στον αέρα. [< μεσν. λιχνίζω]
28503λίχνισμαλί-χνι-σμα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιχνίζω. Βλ. αλώνισμα.
28504λιχνιστήριλι-χνι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. ξύλινο γεωργικό εργαλείο με λαβή και οδοντωτή άκρη, που το χρησιμοποιούσαν για το λίχνισμα. Βλ. δικράνι, -τήρι.
28506λιχουδιάλι-χου-διά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: γλύκισμα ή νόστιμο και εκλεκτό φαγητό: αλμυρές/γλυκιές/παραδοσιακές/σοκολατένιες/σπιτικές/τοπικές/χριστουγεννιάτικες ~ιές. Αγαπημένες ~ιές των παιδιών (βλ. γαριδάκια, παγωτό, πατατάκια). [< μεσν. λιχουδιά]
28507λιώμα[λιῶμα] λιώ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) για κάποιον που έχει εξαντληθεί κυρ. σωματικά: Είμαι ~ από τη δουλειά/το τρέξιμο. 2. για κάτι που έχει λιώσει, φθαρεί από την πολλή χρήση: Τα λάστιχα είναι ~. ● ΦΡ.: γίνομαι λιώμα (μτφ.-προφ.) 1. καταστρέφομαι ολοσχερώς: Το αυτοκίνητο έγινε ~ από το τρακάρισμα. 2. προθυμοποιούμαι να κάνω τα πάντα για κάποιον που μου αρέσει πάρα πολύ: ~εται ~ για κείνη. Πβ. (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις, γίνομαι (χίλια) κομμάτια., κάνω λιώμα/χώμα (αργκό) ΣΥΝ. κάνω κάποιον αλοιφή 1. καταρρακώνω κάποιον ψυχολογικά. 2. δέρνω κάποιον πάρα πολύ· παραμορφώνω ή σκοτώνω: (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~ ~ (στο ξύλο).|| Το φορτηγό τον έκανε ~ (= πολτοποίησε, συνέθλιψε). 3. κατανικώ, κατατροπώνω. ΣΥΝ. κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί, σε τιμή λιώμα βλ. τιμή [< μεσν. λειώμα]
28508λιώνωλιώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έλιω-σα, λιώ-σει, -μένος, λιών-οντας} 1. μεταβάλλω στερεό σε υγρό, συνήθ. υπό την επίδραση της θερμότητας: (σε συνταγές) Σε ένα τηγάνι ~ετε το βούτυρο. Σερβίρεται με ~μένο τυρί (βλ. φοντί).|| ~ουν τον σίδηρο και τον βάζουν σε καλούπια (πβ. ρευστοποιώ, τήκω. ΑΝΤ. πήζω, στερεοποιώ).|| Οι πάγοι άρχισαν να ~ουν. Το κερί/το χιόνι ~σε. Φάε το παγωτό πριν ~σει.|| (μτφ.-ειρων.) -Ελπίζω να μη βρέξει. -Γιατί από ζάχαρη είσαι και θα ~σεις; 2. πολτοποιώ, διαλύω: Το μηχάνημα του ~σε (= συνέθλιψε) τα πόδια.|| (σε συνταγές) ~ουμε τις πατάτες (βλ. πουρές). Ανακατεύετε σε χαμηλή φωτιά μέχρι να ~σουν όλα τα υλικά. Το κρέας έλιωνε στο στόμα (: ήταν πολύ μαλακό). 3. (μτφ.-προφ.) εξαντλούμαι σωματικά ή/και ψυχικά, υποφέρω: ~ει στη δουλειά (πβ. πεθαίνει, σκοτώνεται)/στην προπόνηση. ~σαμε από τη ζέστη (= σκάσαμε). Έχει ~σει από την πείνα (= έχει ρέψει).|| ~ χωρίς εσένα. Πβ. μαραζώνω. 4. (μτφ.-προφ.) βιώνω έντονα μια κατάσταση, ένα συναίσθημα, συνήθ. ερωτικό: ~σε στο γέλιο (= ξεράθηκε, πέθανε)/στο κλάμα (= βαλάντωσε, πλάνταξε)/στον ύπνο (= σάπισε). ~ει (= καίγεται, πεθαίνει, φλέγεται) από έρωτα. 5. φθείρω από την πολλή χρήση, καταστρέφω, χαλώ: Έχει ~σει πολλά αθλητικά (παπούτσια) στο τρέξιμο. (νεαν. αργκό) Το έχω ~σει το σιντάκι (: το έχω ακούσει πολλές φορές).|| Αν δεν ~σουν τα ρούχα, δεν τα πετάει. Πβ. παλιώνω. 6. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) χτυπώ κάποιον πάρα πολύ, τον παραμορφώνω: (απειλητ.) Έτσι και τον δω μπροστά μου, θα τον ~σω (= λιανίσω, μαυρίσω, σπάσω, τσακίσω) στο ξύλο! 7. (μτφ.-προφ.) κατανικώ, κατατροπώνω: ~σαν (= διέλυσαν, έσκισαν, συνέτριψαν) τους αντιπάλους τους με 5-0. ● ΦΡ.: λιώνω σαν (το) κερί βλ. κερί, σπάει/λιώνει ο πάγος βλ. πάγος [< μεσν. λ(ε)ιώνω, γαλλ. fondre, écraser]
28509λιώσιμολιώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιώνω: ~ μετάλλων/των πάγων. ΣΥΝ. τήξη ΑΝΤ. πήξη 2. (νεαν. αργκό) εξαντλητική και πολύωρη ενασχόληση με κάτι, συνήθ. για ψυχαγωγία και ανάπαυση: Έπεσε/ρίξαμε ατελείωτο ~ μπροστά στην τηλεόραση. 3. (σπάν.) φθορά: ~ των παπουτσιών.
28510ΛΟΑΤΚΙ: Λεσβία, Ομοφυλόφιλος, Αμφιφυλόφιλος, Τρανς, Κουίρ, Ίντερσεξ: ~ άτομα/κοινότητα. [< αγγλ. lesbian, gay, bisexual, transgender, and queer/questioning]
28511λοβεκτομήλο-βε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση λοβού από όργανο του σώματος: κροταφική ~. ~ ήπατος/θυρεοειδούς. ~ πνεύμονα για αντιμετώπιση καρκίνου (= πνευμονεκτομή). Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. lobectomy, περ. 1911, γαλλ. lobectomie, 1941]
28512λοβιακός, ή, ό λο-βι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα λόβια: ~ή: υπερπλασία. ~ό: καρκίνωμα. Βλ. πορογενής. [< αγγλ. lobular, γαλλ. lobulaire]
28513λόβιολό-βι-ο ουσ. (ουδ.) {λοβίου}: ΑΝΑΤ. μικρό τμήμα, υποδιαίρεση λοβού: ηπατικό ~. Πνευμονικά ~α. [< μτγν. λόβιον, γαλλ.-αγγλ. lobule]
28514λοβιτούραλο-βι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): (οικονομική) απάτη: ~ες και μίζες/ψευτιές. ΣΥΝ. απατεωνιά, κομπίνα1 (1), μπαγαποντιά [< ρουμ. lovitură]
28515λοβιτουρατζήςλο-βι-του-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): απατεώνας, κομπιναδόρος.
28516λοβόςλο-βός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. το σαρκώδες κάτω τμήμα του αυτιού· γενικότ. στρογγυλό και προεξέχον μέρος (οργάνου): βρεγματικός/ινιακός/μετωπιαίος ~ (του εγκεφάλου). Οι ~οί του ήπατος/των πνευμόνων. (ΙΧΘΥΟΛ.) Οι ~οί του ουραίου πτερυγίου των ψαριών. 2. ΒΟΤ. περικάρπιο συνήθ. οσπρίων: φασόλια με/χωρίς ~ό. 3. ΤΗΛΕΠ. καθεμία από τις κλειστές καμπύλες διαγράμματος που δείχνουν πώς κατανέμεται η ακτινοβολία κεραίας σε επίπεδο: κύριος (: που αντιστοιχεί στην κατεύθυνση μέγιστης ακτινοβολίας)/πλευρικός/οπίσθιος ~. Δευτερεύοντες ~οί. 4. ΑΡΧΙΤ. τόξο αψίδας. Βλ. δίλοβος. ● ΣΥΜΠΛ.: κροταφικός λοβός βλ. κροταφικός [< 1: αρχ. λοβός, γαλλ.-αγγλ. lobe 2: μτγν. ~ 3,4: γαλλ. lobe]
28517λοβοτομήλο-βο-το-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λοβοτομία 1. ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) χειρουργική επέμβαση κατά την οποία οι μετωπιαίοι λοβοί αποκόπτονταν από το υπόλοιπο τμήμα του εγκεφάλου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν διανοητικές ή ψυχωτικές διαταραχές: ~ σε σχιζοφρενείς. Βλ. -τομή. 2. (μτφ.) καταστολή της σκέψης: πνευματική ~ των μαζών/νέων. Πβ. ακρωτηριασμός, ευνουχισμός. [< αγγλ. lobotomy, 1936, γαλλ. lobotomie, 1950]
28518λοβοτομώ[λοβοτομῶ] λο-βο-το-μώ ρ. {λοβοτομ-εί | λοβοτόμ-ησε, -ήσει, -ημένος}: (κυρ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κάνω λοβοτομή: Προσπαθούν να ~ήσουν την εθνική μνήμη. ~ημένοι: καταναλωτές (: ανεγκέφαλοι, χαμηλής νοημοσύνης). Πβ. ακρωτηριάζω, ευνουχίζω. [< αγγλ. lobotomize, 1943, γαλλ. lobotomiser, πριν από το 1953]
28519λοβώδης, ης, ες λο-βώ-δης επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λοβό: ~ης: πνευμονία. ~ες: καρκίνωμα. Βλ. -ώδης. [< μεσν. λοβώδης 'που μοιάζει με κέλυφος οσπρίων', γαλλ. lobaire, αγγλ. lobar]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.