| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28502 | λιχνίζω | λι-χνί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λίχνι-σε, -σει} (παλαιότ.): ξεχωρίζω το σιτάρι από το άχυρο, τινάζοντάς το (με το λιχνιστήρι) ψηλά στον αέρα. [< μεσν. λιχνίζω] | |
| 28503 | λίχνισμα | λί-χνι-σμα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιχνίζω. Βλ. αλώνισμα. | |
| 28504 | λιχνιστήρι | λι-χνι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. ξύλινο γεωργικό εργαλείο με λαβή και οδοντωτή άκρη, που το χρησιμοποιούσαν για το λίχνισμα. Βλ. δικράνι, -τήρι. | |
| 28506 | λιχουδιά | λι-χου-διά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: γλύκισμα ή νόστιμο και εκλεκτό φαγητό: αλμυρές/γλυκιές/παραδοσιακές/σοκολατένιες/σπιτικές/τοπικές/χριστουγεννιάτικες ~ιές. Αγαπημένες ~ιές των παιδιών (βλ. γαριδάκια, παγωτό, πατατάκια). [< μεσν. λιχουδιά] | |
| 28507 | λιώμα | [λιῶμα] λιώ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) για κάποιον που έχει εξαντληθεί κυρ. σωματικά: Είμαι ~ από τη δουλειά/το τρέξιμο. 2. για κάτι που έχει λιώσει, φθαρεί από την πολλή χρήση: Τα λάστιχα είναι ~. ● ΦΡ.: γίνομαι λιώμα (μτφ.-προφ.) 1. καταστρέφομαι ολοσχερώς: Το αυτοκίνητο έγινε ~ από το τρακάρισμα. 2. προθυμοποιούμαι να κάνω τα πάντα για κάποιον που μου αρέσει πάρα πολύ: ~εται ~ για κείνη. Πβ. (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις, γίνομαι (χίλια) κομμάτια., κάνω λιώμα/χώμα (αργκό) ΣΥΝ. κάνω κάποιον αλοιφή 1. καταρρακώνω κάποιον ψυχολογικά. 2. δέρνω κάποιον πάρα πολύ· παραμορφώνω ή σκοτώνω: (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~ ~ (στο ξύλο).|| Το φορτηγό τον έκανε ~ (= πολτοποίησε, συνέθλιψε). 3. κατανικώ, κατατροπώνω. ΣΥΝ. κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί, σε τιμή λιώμα βλ. τιμή [< μεσν. λειώμα] | |
| 28508 | λιώνω | λιώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έλιω-σα, λιώ-σει, -μένος, λιών-οντας} 1. μεταβάλλω στερεό σε υγρό, συνήθ. υπό την επίδραση της θερμότητας: (σε συνταγές) Σε ένα τηγάνι ~ετε το βούτυρο. Σερβίρεται με ~μένο τυρί (βλ. φοντί).|| ~ουν τον σίδηρο και τον βάζουν σε καλούπια (πβ. ρευστοποιώ, τήκω. ΑΝΤ. πήζω, στερεοποιώ).|| Οι πάγοι άρχισαν να ~ουν. Το κερί/το χιόνι ~σε. Φάε το παγωτό πριν ~σει.|| (μτφ.-ειρων.) -Ελπίζω να μη βρέξει. -Γιατί από ζάχαρη είσαι και θα ~σεις; 2. πολτοποιώ, διαλύω: Το μηχάνημα του ~σε (= συνέθλιψε) τα πόδια.|| (σε συνταγές) ~ουμε τις πατάτες (βλ. πουρές). Ανακατεύετε σε χαμηλή φωτιά μέχρι να ~σουν όλα τα υλικά. Το κρέας έλιωνε στο στόμα (: ήταν πολύ μαλακό). 3. (μτφ.-προφ.) εξαντλούμαι σωματικά ή/και ψυχικά, υποφέρω: ~ει στη δουλειά (πβ. πεθαίνει, σκοτώνεται)/στην προπόνηση. ~σαμε από τη ζέστη (= σκάσαμε). Έχει ~σει από την πείνα (= έχει ρέψει).|| ~ χωρίς εσένα. Πβ. μαραζώνω. 4. (μτφ.-προφ.) βιώνω έντονα μια κατάσταση, ένα συναίσθημα, συνήθ. ερωτικό: ~σε στο γέλιο (= ξεράθηκε, πέθανε)/στο κλάμα (= βαλάντωσε, πλάνταξε)/στον ύπνο (= σάπισε). ~ει (= καίγεται, πεθαίνει, φλέγεται) από έρωτα. 5. φθείρω από την πολλή χρήση, καταστρέφω, χαλώ: Έχει ~σει πολλά αθλητικά (παπούτσια) στο τρέξιμο. (νεαν. αργκό) Το έχω ~σει το σιντάκι (: το έχω ακούσει πολλές φορές).|| Αν δεν ~σουν τα ρούχα, δεν τα πετάει. Πβ. παλιώνω. 6. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) χτυπώ κάποιον πάρα πολύ, τον παραμορφώνω: (απειλητ.) Έτσι και τον δω μπροστά μου, θα τον ~σω (= λιανίσω, μαυρίσω, σπάσω, τσακίσω) στο ξύλο! 7. (μτφ.-προφ.) κατανικώ, κατατροπώνω: ~σαν (= διέλυσαν, έσκισαν, συνέτριψαν) τους αντιπάλους τους με 5-0. ● ΦΡ.: λιώνω σαν (το) κερί βλ. κερί, σπάει/λιώνει ο πάγος βλ. πάγος [< μεσν. λ(ε)ιώνω, γαλλ. fondre, écraser] | |
| 28509 | λιώσιμο | λιώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιώνω: ~ μετάλλων/των πάγων. ΣΥΝ. τήξη ΑΝΤ. πήξη 2. (νεαν. αργκό) εξαντλητική και πολύωρη ενασχόληση με κάτι, συνήθ. για ψυχαγωγία και ανάπαυση: Έπεσε/ρίξαμε ατελείωτο ~ μπροστά στην τηλεόραση. 3. (σπάν.) φθορά: ~ των παπουτσιών. | |
| 28510 | ΛΟΑΤΚΙ | : Λεσβία, Ομοφυλόφιλος, Αμφιφυλόφιλος, Τρανς, Κουίρ, Ίντερσεξ: ~ άτομα/κοινότητα. [< αγγλ. lesbian, gay, bisexual, transgender, and queer/questioning] | |
| 28511 | λοβεκτομή | λο-βε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση λοβού από όργανο του σώματος: κροταφική ~. ~ ήπατος/θυρεοειδούς. ~ πνεύμονα για αντιμετώπιση καρκίνου (= πνευμονεκτομή). Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. lobectomy, περ. 1911, γαλλ. lobectomie, 1941] | |
| 28512 | λοβιακός | , ή, ό λο-βι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα λόβια: ~ή: υπερπλασία. ~ό: καρκίνωμα. Βλ. πορογενής. [< αγγλ. lobular, γαλλ. lobulaire] | |
| 28513 | λόβιο | λό-βι-ο ουσ. (ουδ.) {λοβίου}: ΑΝΑΤ. μικρό τμήμα, υποδιαίρεση λοβού: ηπατικό ~. Πνευμονικά ~α. [< μτγν. λόβιον, γαλλ.-αγγλ. lobule] | |
| 28514 | λοβιτούρα | λο-βι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): (οικονομική) απάτη: ~ες και μίζες/ψευτιές. ΣΥΝ. απατεωνιά, κομπίνα1 (1), μπαγαποντιά [< ρουμ. lovitură] | |
| 28515 | λοβιτουρατζής | λο-βι-του-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): απατεώνας, κομπιναδόρος. | |
| 28516 | λοβός | λο-βός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. το σαρκώδες κάτω τμήμα του αυτιού· γενικότ. στρογγυλό και προεξέχον μέρος (οργάνου): βρεγματικός/ινιακός/μετωπιαίος ~ (του εγκεφάλου). Οι ~οί του ήπατος/των πνευμόνων. (ΙΧΘΥΟΛ.) Οι ~οί του ουραίου πτερυγίου των ψαριών. 2. ΒΟΤ. περικάρπιο συνήθ. οσπρίων: φασόλια με/χωρίς ~ό. 3. ΤΗΛΕΠ. καθεμία από τις κλειστές καμπύλες διαγράμματος που δείχνουν πώς κατανέμεται η ακτινοβολία κεραίας σε επίπεδο: κύριος (: που αντιστοιχεί στην κατεύθυνση μέγιστης ακτινοβολίας)/πλευρικός/οπίσθιος ~. Δευτερεύοντες ~οί. 4. ΑΡΧΙΤ. τόξο αψίδας. Βλ. δίλοβος. ● ΣΥΜΠΛ.: κροταφικός λοβός βλ. κροταφικός [< 1: αρχ. λοβός, γαλλ.-αγγλ. lobe 2: μτγν. ~ 3,4: γαλλ. lobe] | |
| 28517 | λοβοτομή | λο-βο-το-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λοβοτομία 1. ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) χειρουργική επέμβαση κατά την οποία οι μετωπιαίοι λοβοί αποκόπτονταν από το υπόλοιπο τμήμα του εγκεφάλου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν διανοητικές ή ψυχωτικές διαταραχές: ~ σε σχιζοφρενείς. Βλ. -τομή. 2. (μτφ.) καταστολή της σκέψης: πνευματική ~ των μαζών/νέων. Πβ. ακρωτηριασμός, ευνουχισμός. [< αγγλ. lobotomy, 1936, γαλλ. lobotomie, 1950] | |
| 28518 | λοβοτομώ | [λοβοτομῶ] λο-βο-το-μώ ρ. {λοβοτομ-εί | λοβοτόμ-ησε, -ήσει, -ημένος}: (κυρ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κάνω λοβοτομή: Προσπαθούν να ~ήσουν την εθνική μνήμη. ~ημένοι: καταναλωτές (: ανεγκέφαλοι, χαμηλής νοημοσύνης). Πβ. ακρωτηριάζω, ευνουχίζω. [< αγγλ. lobotomize, 1943, γαλλ. lobotomiser, πριν από το 1953] | |
| 28519 | λοβώδης | , ης, ες λο-βώ-δης επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λοβό: ~ης: πνευμονία. ~ες: καρκίνωμα. Βλ. -ώδης. [< μεσν. λοβώδης 'που μοιάζει με κέλυφος οσπρίων', γαλλ. lobaire, αγγλ. lobar] | |
| 28521 | λογαριάζομαι | λο-γα-ριά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λογάρια-σα, -σει, -στηκε, -στεί, λογαριάζ-οντας, λογαρια-σμένος} ΣΥΝ. υπολογίζω 1. λαμβάνω υπόψη, εκτιμώ· αποδίδω σημασία σε κάποιον ή κάτι· θεωρώ, υπολογίζω: Κάνει ό,τι θέλει χωρίς να ~ει κανέναν/τίποτα. Δεν τα ~σες καλά/σωστά. Το κόστος δεν ήταν μεγάλο, αν ~σει κανείς τα οφέλη. Πβ. αναλογίζομαι, αναμετρώ, ζυγιάζω, μετρώ, σταθμίζω, συλλογίζομαι.|| ~ει πολύ τους άλλους/τον κίνδυνο. Η γνώμη του δεν ~εται (πβ. βαραίνει). ΑΝΤ. αγνοώ, αψηφώ, περιφρονώ.|| Σε ~ για φίλο μου. 2. κάνω αριθμητικές πράξεις: ~ με τα δάχτυλα/το μυαλό.|| ~ τα έξοδα/τα έσοδα. Για ~σε πόσο κάνει τρία επί εκατόν πενήντα. || ~ ξανά (πβ. επανυπολογίζω). ΣΥΝ. αριθμώ (2), μετρώ (2) 3. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} συμπεριλαμβάνω, συγκαταλέγω, συνυπολογίζω, κατατάσσω: Μη με ~ετε για φαγητό. Χιλιάδες οι επισκέπτες του μουσείου, χωρίς να ~ονται οι μαθητές. ~εται ανάμεσα στους καλύτερους συγγραφείς. 4. (+ να) σκέφτομαι, σκοπεύω, σχεδιάζω: Τι ~εις να κάνεις; Στα τέλη του μήνα ~ να φύγω. Πβ. μελετώ, προτίθεμαι. 5. βασίζομαι, στηρίζομαι: Λογάριαζα ότι θα με βοηθούσε. ● Παθ.: λογαριάζομαι: λύνω τις διαφορές μου με κάποιον, συχνά με καβγά: (απειλητ.) Με σένα θα ~στούμε αργότερα (= θα τα πούμε)!|| Οι δύο πολιτικοί αντίπαλοι θα ~στούν (= αναμετρηθούν) στις εκλογές. ● ΦΡ.: λογαριάζω/κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο (προφ.): σχεδιάζω κάτι χωρίς να υπολογίζω τον άμεσα ενδιαφερόμενο ή παραβλέποντας κάποιον βασικό παράγοντα. Πβ. πέφτω έξω. [< μεσν. λογαριάζω] | |
| 28522 | λογαριασμός | λο-γα-ρια-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απόδειξη με το συνολικό ποσό χρέωσης, λόγω παροχής αγαθών ή υπηρεσιών ή αγοράς προϊόντων· το ίδιο το χρέος: αναλυτικός ~. Ήρθε ο ~ του κινητού/του νερού (= της ΕΥΑΘ, της ΕΥΔΑΠ)/της πιστωτικής/του ρεύματος (= της ΔΕΗ)/του τηλεφώνου (π.χ. του ΟΤΕ). Αποστολή του ~ού μέσω ίντερνετ/ταχυδρομείου. Παραλαμβάνω έναν ~ό. (προς σερβιτόρο) -Τον ~ό παρακαλώ! (για πελάτη) Ζήτησε το(ν) ~ό. Πβ. λυπητερή, τιμολόγιο.|| Ανεξόφλητος/απλήρωτος/εκκρεμής/εκπρόθεσμος/φουσκωμένος ~. Εξοφλώ έναν ~ό.|| (μτφ.) Πλήρωσε τον ~ό (= τα σπασμένα) για τα λάθη άλλων (πβ. ζημιά, κόστος, συνέπειες). 2. ΟΙΚΟΝ. κεφάλαιο που διατηρεί πελάτης σε τράπεζα: αδρανής/αποταμιευτικός/δανειακός/έντοκος/επενδυτικός/καταθετικός/κοινός/προθεσμιακός/προνομιακός/προσωπικός/τραπεζικός ~. ~ μισθοδοσίας/συναλλάγματος. Αριθμός/ενημέρωση/κατάσταση/κίνηση ~ού. Ανοίγω/κλείνω ένα(ν) ~ό. Μπλοκάρω/παγώνω/πιστώνω/χρεώνω ένα(ν) ~ό. Βάζω/καταθέτω χρήματα σε ένα ~ό. Σήκωσε το υπόλοιπο του ~ού (βλ. ανάληψη). Βλ. IBAN. 3. εκτέλεση αριθμητικών πράξεων, υπολογισμός (και καταγραφή) κυρ. των εσόδων, των εξόδων ή των οφειλών· εκτίμηση μιας κατάστασης, των θετικών και αρνητικών στοιχείων: ~ δαπανών/κερδών. Κάνω τον ~ό (= υπολογίζω). Μ' έναν πρόχειρο ~ό χρειάζονται ... χιλιάδες ευρώ. Δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω πάει, δεν κρατάω και ~ό (= δεν μετρώ, δεν σημειώνω). Πβ. καταμέτρηση, μέτρημα.|| (μτφ., συνήθ. στον πληθ.) Έπεσε έξω στους ~ούς του. 4. ΛΟΓΙΣΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} έκθεση με τα έσοδα και έξοδα οικονομικής μονάδας κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου: πρωτοβάθμιοι ~οί (: οι περιληπτικοί ή γενικοί ~οί, αυτοί δηλ. που αναλύονται σε περισσότερους ~ούς). Δευτεροβάθμιοι ~οί (: οι αναλυτικοί ~οί οι οποίοι με τη σειρά τους αναπτύσσονται σε τριτοβάθμιους). ~ αποτελεσμάτων/ενεργητικού/ισολογισμού/παθητικού/προϋπολογισμού/τάξεως. 5. ΠΛΗΡΟΦ. εδραιωμένη σχέση που επιτρέπει σε χρήστη, μέσω ενός μηχανισμού πιστοποίησης, την πρόσβαση στους πόρους ενός υπολογιστή, δικτύου ή μιας υπηρεσίας πληροφοριών: ~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου/σε φόρουμ. Άνοιγμα/δημιουργία/εγκατάσταση/ενεργοποίηση/κωδικός πρόσβασης/στοιχεία ~ού. Σύνδεση στον ~ό. Κάνω ~ό. Ανέβασε φωτογραφίες στον προσωπικό του ~ στο ίνσταγκραμ/στο φέισμπουκ. ● λογαριασμοί (οι) (μτφ.) 1. εκκρεμότητες, διαφορές: Έχω κάτι ~ούς να κανονίσω/ξεκαθαρίσω/τακτοποιήσω μαζί του. Έκλεισαν τους ~ούς με το παρελθόν. 2. επαφές, σχέσεις, δοσοληψίες: Δεν θέλω ~ούς μαζί τους. Πβ. πάρε-δώσε, παρτίδες. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτοί λογαριασμοί (μτφ.): εκκρεμότητες, άλυτες διαφορές: Έχει ~ούς ~ούς με τη δικαιοσύνη. Οι δύο ομάδες άφησαν ~ούς ~ούς για τον επαναληπτικό., δεσμευμένος λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα και στον οποίο έχουν επιβληθεί μέτρα περιορισμού ή απαγόρευσης της χρήσης του., Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού: ΟΙΚΟΝ. σειρά από αλφαριθμητικούς χαρακτήρες που προσδιορίζει μοναδικά τον λογαριασμό ενός πελάτη σε οποιαδήποτε τράπεζα στον κόσμο, με σκοπό τη διευκόλυνση της αυτόματης επεξεργασίας διασυνοριακών συναλλαγών. [< αγγλ. International Bank Account Number (ΙΒΑΝ)] , λογαριασμός όψεως & κατάθεση όψεως: ΟΙΚΟΝ. καταθετικός λογαριασμός, συνήθ. επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, με κύριο χαρακτηριστικό την ευελιξία στη διενέργεια συναλλαγών, μέσω επιταγών και μετρητών., λογαριασμός ταμιευτηρίου: ΟΙΚΟΝ. αποταμιευτικός λογαριασμός με επιτόκιο υψηλότερο από ενός τρεχούμενου και με δυνατότητα άμεσης ανάληψης: βιβλιάριο ~oύ ~ου., λογαριασμός χρήστη: ΠΛΗΡΟΦ. λογαριασμός. [< αγγλ. user account] , ξεκαθάρισμα λογαριασμών: επίλυση διαφορών, συνήθ. στον χώρο του υποκόσμου, με βίαιο τρόπο ή ανήθικα μέσα: Σε ~ ~ αποδίδει η Αστυνομία τη δολοφονία του ... Πβ. αυτοδικία. [< γαλλ. règlement de comptes] , παλιοί λογαριασμοί (προφ.): εκκρεμότητες, διαφορές ή αντιπαραθέσεις που έχουν προκύψει στο παρελθόν: κλείσιμο ~ών ~ών., τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. χαμηλότοκος λογαριασμός για ιδιώτες και επιχειρήσεις που παρέχει τη δυνατότητα κατάθεσης και ανάληψης μετρητών χωρίς περιορισμούς, έκδοσης μπλοκ επιταγών και, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, το δικαίωμα υπερανάληψης. [< γαλλ. compte courant/ouvert] , ακαθάριστος λογαριασμός βλ. ακαθάριστος, αλληλόχρεος λογαριασμός βλ. αλληλόχρεος, άνοιγμα (του) λογαριασμού βλ. άνοιγμα, Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός, τροφοδότης λογαριασμός βλ. τροφοδότης ● ΦΡ.: (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού: δηλ. της πληρωμής: Η χαρά του κόπηκε όταν ήρθε ~ ~., ανοίγω λογαριασμούς (μτφ.): έχω επαφές, πάρε-δώσε: Έχει ανοίξει ~ με την Αστυνομία., βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό (προφ.): ρυθμίζω, τακτοποιώ ή συμμορφώνω, συνετίζω: Προσπαθεί να βάλει ~ τα οικονομικά του.|| Δεν ξέρω πώς θα φέρω ~ αυτό το παιδί. Πβ. κουμαντάρω, στρώνω., για λογαριασμό (κάποιου): ως εκπρόσωπος ή προς χρήση άλλου: Λυπάμαι/ντρέπομαι ~ ~ σου (= για σένα). Ενεργεί ~ ~ του δικαιούχου. Εκπονήθηκε μελέτη ~ ~ του υπουργείου ... (πβ. εξ ονόματος). [< γαλλ. pour le compte de] , δικός μου λογαριασμός: αφορά αποκλειστικά εμένα, ευθύνομαι εγώ ο ίδιος, αποτελεί αρμοδιότητά μου: Το τι κάνω είναι ~ ~, να μη σε νοιάζει!, δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό & (σπάν.) χρωστώ λογαριασμό (προφ.): απολογούμαι, λογοδοτώ: Δεν δίνει/χρωστά ~ (= εξηγήσεις) σε κανέναν. (συνήθ. με αυστηρό ή ενοχλημένο ύφος) Δεν θα σου δώσω ~ με ποιον βγαίνω. Θα υποχρεωθεί να δώσει ~ στα αρμόδια όργανα. ΣΥΝ. δίνω λόγο (1), κάνω λογαριασμό (προφ.): για κατανάλωση αγαθών ή υπηρεσιών που αντιστοιχούν σε ορισμένο χρηματικό ποσό: Έκανε ~ (= ξόδεψε) πενήντα ευρώ., οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους (παροιμ.): η αμοιβαία συνέπεια στις συναλλαγές διασφαλίζει την ομαλότητα στις φιλικές, επαγγελματικές ή άλλου είδους σχέσεις. [< γαλλ. les bons comptes font les bons amis] , στέλνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): επιβαρύνω, χρεώνω: ~ουν ~ σε συνταξιούχους, μισθωτούς και ανέργους., χάνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): αδυνατώ να μετρήσω σωστά, να υπολογίσω, συχνά λόγω μεγάλου πλήθους, ή γενικότ. μπερδεύομαι, βρίσκομαι σε κατάσταση σύγχυσης: Κοντεύει να χάσει τον ~ με τα χρήματα που 'χει μαζέψει.|| Μιλούσε πολλή ώρα και από ένα σημείο και μετά έχασα τον ~., λογαριάζω/κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο βλ. λογαριάζω [< μεσν. λογαριασμός 'υπολογισμός', γαλλ. compte, αγγλ. bill, account] | |
| 28523 | λογαριθμικός | , ή, ό λο-γα-ριθ-μι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με τους λογάριθμους: ~ός: κανόνας. ~ή: συνάρτηση. Βλ. ημι~. ● επίρρ.: λογαριθμικά [< γαλλ. logarithmique, αγγλ. logarithmic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ