Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29240-29260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28543λογικοφανής, ής, ές λο-γι-κο-φα-νής επίθ. (λόγ.): φαινομενικά λογικός: ~ής: απάντηση/εξήγηση/ερμηνεία. ~ές: σενάριο (: πιθανό). ~είς: δικαιολογίες. ~ή: επιχειρήματα (: βάσιμα, πειστικά)/συμπεράσματα. Πβ. αληθο-, ευλογο-φανής. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: λογικοφανώς [-ῶς]
15091λογικοφανής

[ἐκλογίκευση] ε-κλο-γί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκλογικεύω: ~ των δαπανών/του κόστους/του συστήματος. Πβ. εξορθολογισμός, ορθολογικοποίηση.|| (μτφ.) ~ των αξιών/της πίστεως. (Ιδεολογικο)πολιτικές ~εύσεις. ΣΥΝ. λογικοποίηση 2. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητος μηχανισμός άμυνας κατά τον οποίο αποκρύπτονται τα πραγματικά κίνητρα και συναισθήματα κάποιου και προβάλλονται λογικοφανείς εξηγήσεις για παράλογες και μη αποδεκτές συμπεριφορές. Βλ. διανοητικοποίηση. [< γαλλ. rationalisation, 1912]

28545λόγιος, α, ο λό-γι-ος επίθ. ΑΝΤ. δημοτικός, λαϊκός 1. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. που προέρχεται από την καθαρεύουσα ή από παλαιότερη περίοδο της (ελληνικής) γλώσσας και χρησιμοποιείται ιδ. από μορφωμένους ή σε επίσημο λόγο: ~ος: τύπος (π.χ. ελήφθη). ~α: κατάληξη (π.χ. -ις)/προέλευση. ~ο: ύφος (κειμένου). ~ες: εκφράσεις (π.χ. εκ βαθέων)/λέξεις (π.χ. έλλογος)/προθέσεις (π.χ. διά, εις). ~α: στοιχεία. Βλ. απαρχαιωμένος. 2. που αναπτύχθηκε από τους πνευματικά καλλιεργημένους (και όχι από τον απλό λαό): ~ος: πολιτισμός. ~α: λογοτεχνία/μουσική/ποίηση. Πβ. αστικός. ΑΝΤ. δημώδης ● Ουσ.: λόγιος (ο): (από την Αναγέννηση έως τον 19ο αι.) άνθρωπος των γραμμάτων, διανοούμενος, μορφωμένος με σημαντικό πνευματικό έργο: πολυμαθής ~. Βυζαντινοί ~οι. Έλληνες ~οι της Διασποράς. Ανήκε στον κύκλο των ~ίων της εποχής του.|| (ως επίθ.) ~ος: κληρικός/μοναχός. Πβ. καλαμαράς. Βλ. ανθρωπιστής, γραμματικός, λογιότατος, ουλεμάς, Φαναριώτης. ● ΣΥΜΠΛ.: λόγια παράδοση βλ. παράδοση ● ΦΡ.: λόγιος Ερμής (μετωνυμ. από τον θεό Ερμή ως προστάτη των γραμμάτων): ο πνευματικός πολιτισμός: Υπηρετεί τον ~ο ~ή (= είναι διανοούμενος). Βλ. κερδώος Ερμής. [< μτγν. λόγιος Ἑρμῆς] [< αρχ. λόγιος, γαλλ. érudit, αγγλ. learned]
28546λογιοσύνηλο-γι-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. λογιότητα. 2. (περιληπτ.) το σύνολο των λογίων (συγκεκριμένης περιοχής ή περίοδου): η βυζαντινή/επτανησιακή ~. Βλ. -οσύνη.
28547λογιοτατισμόςλο-γι-ο-τα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & λογιωτατισμός (κυρ. παλαιότ.-αρνητ. συνυποδ.): τάση για χρήση λόγιων στοιχείων ή αρχαϊσμών στον λόγο: στείρος ~. Πβ. αττικ-, καθαρευουσιαν-ισμός. Βλ. δημοτικισμός. [< γαλλ. pédantisme]
28548λογιότατοςλο-γι-ό-τα-τος ουσ. (αρσ.) {υπερθ. του λόγιος} & λογιώτατος (παλαιότ., ως προσφών.): ιδιαίτερα μορφωμένος άνθρωπος, λόγιος. Βλ. αιδεσιμο~, Οσιο~, Πανοσιο~, σοφο~. [< μτγν. λογιώτατος]
28549λογιότηταλο-γι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του λόγιου· γενικότ. πνευματική καλλιέργεια, μόρφωση: η ~ ενός τύπου/του ύφους.|| Άνθρωπος με ~ και ευγένεια. Πβ. λογιοσύνη. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. λαϊκότητα 2. (ως προσφών., παλαιότ.) λόγιος. [< μτγν. λογιότης, γαλλ. érudition]
28550λογισμικόλο-γι-σμι-κό ουσ. (ουδ.) & εργαλείο λογισμικού: ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των προγραμμάτων και εφαρμογών που εκτελούνται σε υπολογιστή: βοηθητικό/γνήσιο/δωρεάν/εκπαιδευτικό/παράνομο ~. ~ ανάπτυξης (πβ. γλώσσα προγραμματισμού)/γραφείου/εφαρμογών (π.χ. επεξεργασία κειμένου, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, παιχνίδια, φυλλομετρητής)/πλοήγησης/προστασίας από ιούς (= αντιβιοτικό ~)/συστήματος (πβ. λειτουργικό). Ανάπτυξη/βελτίωση/νέα έκδοση/πειρατεία/τεχνολογία (του) ~ού. Το ~ εμπεριέχει πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό. Βλ. κώδικας, υλικό, υλισμικό, χάρντγουερ. ΣΥΝ. σόφτγουερ ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο/ανοιχτό λογισμικό & λογισμικό ανοιχτού κώδικα: ΠΛΗΡΟΦ. του οποίου η αντιγραφή, διανομή και τροποποίηση δεν υπόκεινται σε περιορισμούς. [< αγγλ. free software, open source software] , κακόβουλο λογισμικό & (σπάν.) εχθρικό λογισμικό: ΠΛΗΡΟΦ. που περιέχει εντολές (π.χ. ιούς, προγράμματα υποκλοπής) για την παραβίαση της εμπιστευτικότητας, ακεραιότητας ή διαθεσιμότητας υπολογιστικού συστήματος: Εκτέλεση ~ου ~ού που τροποποιεί ή καταστρέφει δεδομένα. Βλ. σπαμ. [< αμερικ. malware, 1990 < mal(icious soft)ware] , κατασκοπευτικό λογισμικό βλ. κατασκοπευτικός [< αμερικ. software 1958, γαλλ. ~, 1965]
28551λογισμόςλο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των ορίων σε πραγματικές ή μιγαδικές συναρτήσεις μίας ή πολλών μεταβλητών: αλγεβρικός/διανυσματικός/μαθηματικός/σχεσιακός ~. ~ μεταβολών/πιθανοτήτων/πινάκων/συναρτήσεων. ~ λάμδα (κ. λ-~). 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} σκέψη, στοχασμός, νους: κακοί/καλοί ~οί. Βασανίζεται από ~ούς. Πού τρέχει ο ~ σου; Βλ. -ισμός, παρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: απειροστικός λογισμός βλ. απειροστικός, διαφορικός λογισμός βλ. διαφορικός, κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός βλ. λογική, ολοκληρωτικός λογισμός βλ. ολοκληρωτικός, προτασιακή λογική/προτασιακός λογισμός βλ. λογική [< 1: αρχ. λογισμός, γαλλ. calcul 2: αρχ. λογισμός]
28552λογιστήριολο-γι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): γραφείο δημόσιας ή ιδιωτικής επιχείρησης, αρμόδιο για τη διαχείριση και τον έλεγχο των οικονομικών συναλλαγών της (π.χ. καταγραφή εσόδων-εξόδων, προϋπολογισμό, ισολογισμό, απολογισμό)· ο χώρος στέγασής του: μηχανογραφημένο ~. (με κεφαλ. Λ) Γενικό ~ του Κράτους. Το ένταλμα πληρωμής εκδίδεται από το ~.|| Για την αποζημίωσή σας περάστε από το ~. Βλ. -τήριο. [< αρχ. λογιστήριον 'χώρος όπου συγκεντρώνονταν οι λογιστές']
28553λογιστής, λογίστριαλο-γι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τα λογιστικά δημόσιας ή ιδωτικής επιχείρησης: ορκωτός ~ (βλ. ΣΟΕΛ). Φοροτεχνικός-~. Βοηθός ~ή. Βλ. αρχι~, διαχειριστής. [< αρχ. λογιστής 'δάσκαλος αριθμητικής, κριτής', μεσν. λογίστρια, γαλλ. comptable]
28554λογιστικήλο-γι-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΙΣΤ. επιστημονικός κλάδος και σύστημα καταγραφής και ελέγχου των συναλλαγών και περιουσιακών στοιχείων οικονομικής μονάδας: αγροτική/δημόσια/διοικητική/εθνική (πβ. μακροοικονομία)/εμπορική/εφαρμοσμένη/μηχανογραφημένη/φορολογική/χρηματοοικονομική ~. Αναλυτική ~/~ κόστους (βλ. κοστολόγηση). Αρχές (της) ~ής. Βλ. ελεγκτική. ΣΥΝ. λογιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: δημιουργική λογιστική: χρήση ανορθόδοξων, αλλά νόμιμων λογιστικών μέσων, με στόχο τη δημοσιονομική σταθεροποίηση: ~ ~ στο δημόσιο έλλειμμα. [< αγγλ. creative accounting, 1973] [< αρχ. λογιστική 'πρακτική αριθμητική', γαλλ. comptabilité, logistique]
28555λογιστικό(ν)λο-γι-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΣ. ένα από τα τρία μέρη της ψυχής, σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία, στο οποίο εδράζεται η λογική. Βλ. επιθυμητικό(ν), θυμοειδές. [< αρχ. λογιστικόν]
28556λογιστικοποίησηλο-γι-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. καταχώριση σε λογιστικό βιβλίο, εμφάνιση στον ισολογισμό: ~ των εσόδων και εξόδων. Μέθοδος ~ης. Βλ. -ποίηση.
28557λογιστικοποιώ[λογιστικοποιῶ] λο-γι-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {λογιστικοποι-εί ... | λογιστικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, (σπάν.) -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. καταχωρώ σε λογιστικό βιβλίο, εμφανίζω οικονομικά στοιχεία στον ισολογισμό: Η εταιρεία οφείλει να ~εί τις φορολογικές συνέπειες των συναλλαγών. Οι επενδύσεις σε κοινοπραξίες ~ούνται. Βλ. -ποιώ.
28558λογιστικός, ή, ό λο-γι-στι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με τον λογιστή ή τη λογιστική: ~ός: έλεγχος/προσδιορισμός (καθαρού εισοδήματος)/χειρισμός (αμοιβών). ~ή: αξία (μετοχής)/ενημέρωση/κατάσταση/μέθοδος (βλ. απλο-, διπλο-γραφία)/οργάνωση (επιχείρησης)/χρήση (ή περίοδος). ~ό: αποτέλεσμα (: κέρδος ή ζημία)/σφάλμα. ~οί: κανόνες. ~ές: αρχές (π.χ. η αρχή της συσχέτισης εσόδων-εξόδων)/εγγραφές/εφαρμογές/υπηρεσίες. ~ά: συστήματα. ~ό φοροτεχνικό γραφείο. Βλ. εξω~. 2. κατάλληλος για υπολογισμούς: ~ή: μέθοδος/μηχανή. Πβ. υπο~. ● Ουσ.: λογιστικά (τα): λογιστική., λογιστικό (το): λογιστική. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο λογιστικό: ΝΟΜ. κλάδος του δημοσιονομικού δικαίου που αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό, απολογισμό, γενικό ισολογισμό και τις δημόσιες δαπάνες. Βλ. φορολογικό δίκαιο., Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ακρ. ΔΛΠ): ΛΟΓΙΣΤ. Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης. [< αγγλ. International Accounting Standards - IAS] , λογιστικά βιβλία: ΛΟΓΙΣΤ. για καταγραφή και έλεγχο της οικονομικής κατάστασης επιχείρησης σε ορισμένο χρονικό διάστημα: ενημέρωση/τήρηση ~ών ~ων. Βλ. μηχανογράφηση. [< γαλλ. livres comptables] , λογιστική μονάδα: ΟΙΚΟΝ. σταθερή νομισματική μονάδα υπολογισμού της αξίας αγαθών, υπηρεσιών και περιουσιακών στοιχείων: (με κεφαλ. το αρχικό Λ κ. Μ, παλαιότ.) Ευρωπαϊκή ~ ~. Βλ. εκιού. [< αγγλ. unit of account] , λογιστικό σχέδιο: ΛΟΓΙΣΤ. πρότυπο τυποποίησης της λογιστικής εργασίας το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των λογαριασμών, μεθοδικά τακτοποιημένων: Ελληνικό Γενικό ~ ~. Κλαδικό ~ ~ ασφαλιστικών επιχειρήσεων. [< γαλλ. plan comptable] , λογιστικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. επιταγές, εμβάσματα, τραπεζικές κάρτες. Πβ. τραπεζικό χρήμα. Βλ. ηλεκτρονικό χρήμα., λογιστική πράξη βλ. πράξη, υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο βλ. φύλλο [< αρχ. λογιστικός, γαλλ. comptable]
28559λογιώνβλ. λογής
28560λογιωτατισμόςβλ. λογιοτατισμός
28561λογιώτατοςβλ. λογιότατος
28562λογκ άουτ & λογκ οφουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λογκάουτ/λογκόφ (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. αποσύνδεση: Κάνω ~ ~. [< αμερικ. log out, 1963, log off, 1983]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.