Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29240-29260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28524λογάριθμοςλο-γά-ριθ-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ίθμου} (σύμβ. log): ΜΑΘ. ~ του θ είναι ο εκθέτης β στον οποίο πρέπει να υψωθεί ένας θετικός αριθμός διάφορος της μονάδας α για να προκύψει ο θ (α^β = θ): δεκαδικός (: με βάση το 10)/φυσικός ~ (: με βάση τη μαθηματική σταθερά e ≈ 2.71828). Πίνακες ~ων. Ο ~ του 8 με βάση 2 είναι το 3. [< γαλλ. logarithme, αγγλ. logarithm]
28525λογάς, λογούλο-γάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.) 1. που μιλά πολύ ή δίνει πολλές υποσχέσεις, χωρίς να τις πραγματοποιεί. Πβ. φαφλατάς. ΣΥΝ. πολυλογάς, φλύαρος (1) 2. {κυρ. στο θηλ.} αυθάδης, θρασύς. Βλ. -άς.
28526λόγγοςλόγ-γος ουσ. (αρσ.) & λόγκος: πυκνόφυτη έκταση με θάμνους. ΣΥΝ. ρουμάνι [< μεσν. λόγγος < παλαιότ. σλαβ. logᾰ]
28527λογείο[λογεῖο] λο-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. τμήμα της σκηνής του αρχαίου θεάτρου όπου εμφανίζονταν οι ηθοποιοί. Πβ. προσκήνιο. Βλ. ορχήστρα. [< μτγν. λογεῖον]
28528λογήςλο-γής (γεν. ελλειπτ. ουσ.) {λογιών (λαϊκό) λογιώ} (προφ.): για αναφορά στο είδος, την ποιότητα, την κατηγορία: Με τι ~ ανθρώπους κάνει παρέα; ● ΦΡ.: κάθε λογής & λογής λογής & λογιών λογιών: για να δηλωθεί μεγάλη ποικιλία: ~ ~ σχέδια/χρώματα. Κήπος γεμάτος ~ ~ λουλούδια. ΣΥΝ. κάθε/παντός είδους [< μτγν. λογή ‘είδος’]
28529λόγιαλό-για ουσ. (ουδ.) (τα) 1. σύνολο λέξεων, φράσεων με τις οποίες εκφράζεται κάποιος προφορικά ή γραπτά· ό,τι λέει κάποιος: αισχρά (= αισχρολογίες)/ακαταλαβίστικα (= αλαμπουρνέζικα, κινέζικα, κορακίστικα)/ανόητα (= ανοησίες, αρλούμπες, κουραφέξαλα, μπακατέλες, μπαρούφες, σαχλαμάρες, φληναφήματα)/ανούσια (= αερολογίες, μπουρμπουλήθρες, παπαρδέλες, παπαριές, παρλαπίπες, πομφόλυγες, φούσκες)/απαξιωτικά/απειλητικά (= απειλές)/απερίσκεπτα/άσκοπα/ασυνάρτητα (= ασυναρτησίες)/βαθυστόχαστα/βαρύγδουπα/εγκωμιαστικά/ευγενικά/ευχάριστα (: ωραιολογίες)/ζεστά/ηχηρά/θερμά/καθησυχαστικά/κενά (/άδεια = κενολογίες)/κλούβια/κολακευτικά (= κολακείες)/κούφια/ξάστερα/όμορφα/παραπλανητικά/παρηγορητικά/περιττά (= περιττολογίες)/πικρά/προσβλητικά/προφητικά/σκληρά/σκόρπια/σοφά (βλ. ρήση)/συγκινητικά/χιλιοειπωμένα/ψεύτικα ~. ~ αγάπης/γεμάτα κακία/της στιγμής. Με ~ απλά και κατανοητά. Πες το με δικά σου ~. Παρανόησες/παρεξήγησες τα ~ μου. Αντάλλαξαν βαριά ~ (= κουβέντες). Για πρόσεχε τα ~ σου! Πβ. λεγόμενα, λεχθέντα. Βλ. βρομό-, γλυκό-, ερωτό-, μισό-, προστυχό-, τρυφερό-λογα.|| Ο ηθοποιός ξέχασε τα ~ του (: το κείμενο).|| Τα ~ (= οι στίχοι) ενός τραγουδιού. 2. (ειδικότ.) ανεκπλήρωτες υποσχέσεις· δηλώσεις: Φτάνουν πια τα ~! Είναι μόνο/όλο ~. Από ~ χορτάσαμε. Μη βασίζεσαι στα ~ του. 3. (ειδικότ.) διαδόσεις, φήμες: Ακούγονται πολλά ~. Μη δίνεις σημασία στα ~ του κόσμου! 4. (ειδικότ.) κουβέντα, συζήτηση, προφορικός λόγος (σε αντίθεση με την πρακτική εφαρμογή): με έργα και λόγια/με λόγια και έργα. Καιρός να περάσουμε από τα ~ στα έργα (πβ. θεωρία). Με τα ~ δεν καταφέρνουμε τίποτα. Είναι εύκολο στα ~ (= να το λες. ΑΝΤ. στην πράξη). Στα ~ όλα γίνονται. Υπάρχει ανάπτυξη/ισότητα μόνο στα ~ (βλ. θεωρητικά, υποθετικά· ΑΝΤ. πρακτικά). Η συμφωνία έχει κλειστεί μόνο στα ~ (= στο κουβεντιαστό, στο μιλητό). ● Υποκ.: λογάκια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλα λόγια & παχιά/(σπάν.) παχυλά λόγια: υπερβολικές δηλώσεις, πομπώδεις εξαγγελίες, συνήθ. πολιτικών: Ο λαός δεν πιστεύει πια στα ~ ~. Μη λες ~ ~ (πβ. μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις)! Βλ. μεγαλοστομία. ● ΦΡ.: (κάποιος/κάτι) μένει στα λόγια (προφ.): δεν πραγματοποιεί αυτό που έχει δεσμευτεί ή δηλώσει ότι θα κάνει· δεν υλοποιείται, παραμένει σε επίπεδο εξαγγελιών: Δεν θα μείνει ~, αλλά θα προχωρήσει σε πράξεις.|| Το έργο/μέτρο έμεινε ~. Πβ. στα χαρτιά., βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου (προφ.): ισχυρίζομαι ότι είπε κάτι, χωρίς αυτό να ισχύει: Μη βάζεις στο στόμα μου λόγια που δεν είπα., βάζω λόγια (σε κάποιον) (προφ.): διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον σε οικείο του πρόσωπο, με σκοπό να προκαλέσω διχόνοια μεταξύ τους: Δεν έχεις καταλάβει ότι σου ~ει ~ για μένα/εναντίον μου, για να τσακωθούμε; Βλ. βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια., δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια (προφ.): οι λέξεις δεν επαρκούν, για να εκφράσω κάτι, συνήθ. πολύ θετικό: ~ ~ (για) να σ' ευχαριστήσω! Τι να πω, ~ ~!, δεν παίρνει από λόγια (προφ.): δεν είναι διαλλακτικός, συζητήσιμος, δεν δέχεται συμβουλές ή υποδείξεις. Βλ. ξεροκέφαλος, πεισματάρης., ήρθαν/πιάστηκαν στα λόγια (προφ.): διαπληκτίστηκαν, μάλωσαν, καβγάδισαν. Πβ. λογοφέρνω, τσακώνομαι., κρύβε λόγια & (σπάν.) κράτα λόγια (προφ.): ως προτροπή στον συνομιλητή να μην προβεί σε αποκαλύψεις ή να μην αναφέρει πράγματα που δεν συμφέρουν τον ομιλητή: ~ ~ που σου λέω! ~ ~, γιατί προδίδεσαι., λίγα λόγια και καλά (προφ.): προτροπή σε κάποιον τα λόγια του να είναι σύντομα και με ουσία: Άσε τις φλυαρίες, ~ ~., με άλλα λόγια & μ' άλλα λόγια (προφ.) & (απαρχαιωμ.) εν άλλοις λόγοις: για να μιλήσουμε ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές· δηλαδή: ~ ~, η κατάσταση είναι πολύ κρίσιμη.|| ~ ~, μου λες ότι θες να φύγεις. Έτσι δεν είναι;, με λίγα/δυο λόγια & μ' ένα λόγο (προφ.): πολύ σύντομα, συνοπτικά: ~ ~ (= εν ολίγοις, κοντολογίς), ήθελα να πω ότι ... Εξήγησέ/περίγραψέ/πες το μου ~ ~! Τι σημαίνει, ~ ~, αυτό; Πβ. διά βραχέων. ΣΥΝ. εν συντομία, ο καθένας/ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια (παροιμ.): για κάποιον που σχεδιάζει ή υπόσχεται πολλά, αλλά δεν τα πραγματοποιεί., τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι (παροιμ.): για να τονιστεί η αξία της λακωνικότητας ή της σιωπής, ανάλογα με την περίπτωση. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός., χάνω τα λόγια μου (προφ.) 1. τα μπερδεύω, δεν μπορώ να εκφραστώ λόγω σύγχυσης: Όταν τον κοιτάζω, ~ ~. Απ' το άγχος, ~σε ~ του. 2. & (σπάν.) ξοδεύω τα λόγια μου: μιλώ σε κάποιον άσκοπα, χωρίς ανταπόκριση: Μη συνεχίζεις, άδικα χάνεις τα ~ σου μαζί του. Πβ. μιλώ στον αέρα.|| Τα λόγια μου πήγαν χαμένα., (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν βλ. γραπτός, άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε βλ. αγαπώ, αλλάζει τα λόγια του βλ. αλλάζω, έρχομαι στα λόγια (κάποιου) βλ. έρχομαι, λίγα τα λόγια σου/λίγα λόγια βλ. λίγος, λόγια της καραβάνας βλ. καραβάνα, λόγια του αέρα βλ. αέρας, μασάω τα λόγια μου/τα μασάω βλ. μασώ, μετράω τα λόγια μου βλ. μετρώ, μετρημένα τα λόγια σου! βλ. μετρημένος, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, παίρνω λόγια (από κάποιον) βλ. παίρνω, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια βλ. φτώχεια, τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια βλ. τέτοιος [< μτγν. λόγια]
28532λογιάζωλο-γιά-ζω ρ. (μτβ.) {λόγια-σε, λογιά-σει, -στηκε} (λαϊκό-λογοτ.): σκέφτομαι, λογαριάζω, υπολογίζω. ● Παθ.: λογιάζεται & λογιέται: θεωρείται, εκλαμβάνεται. [< μεσν. λογιάζω]
28533λογίζομαιλο-γί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {λογί-στηκε, -στεί, λογιζ-όμενος, λογι-σμένος} (λόγ.): θεωρούμαι, λογαριάζομαι: Στους βασικούς παίκτες ~ονται οι ... Οποιαδήποτε εργασιακή εμπειρία θα ~στεί ως θετικό προσόν. ~όμενη διανομή κερδών/μερίσματος. Έξοδα ~σμένα (= υπολογισμένα).|| ~σμένη: χρήση (= λελογισμένη, μετρημένη, συνετή). [< αρχ. λογίζομαι]
28534λογίκευσηλο-γί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λογική: εσφαλμένη ~. Βλ. εκ~. [< μεσν. λογίκευσις]
28535λογικεύωλο-γι-κεύ-ω ρ. (αμτβ.) {λογίκ-εψα (κ. -ευσα), -έψει (κ. -εύσει), λογικεύ-τηκα (σπάν.-λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, συνήθ. μεσοπαθ.}: κάνω κάποιον να σκεφτεί λογικά, συνετίζω: Μάταια προσπάθησαν να τον ~έψουν. Αργά ή γρήγορα θα ~τεί (πβ. στρώσει, συμμορφωθεί). Σταμάτα να φέρεσαι σαν ανόητος και ~έψου (= βάλε μυαλό). [< μεσν. λογικεύω < μτγν. λογικεύομαι]
28536λογικήλο-γι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα αποτελεσματικής επιτέλεσης νοητικών λειτουργιών, όπως αντίληψη, ανάλυση, σκέψη, κρίση, συλλογισμός, σύμφωνα με αρχές, κανόνες, έγκυρα ή πραγματικά στοιχεία, με σκοπό τη σωστή απόκριση, δράση ή λήψη αποφάσεων: απόλυτη/επιστημονική ~. Συναίσθημα ή ~; Οι κανόνες της ~ής. Έλλειψη ~ής (πβ. παραλογισμός, παράλογο). Παιχνίδια/προβλήματα ~ής (βλ. γρίφος, σπαζοκεφαλιά, τεστ νοημοσύνης). Έρωτας χωρίς ~. Τρόπος πειθούς με επίκληση στη ~ (βλ. επιχείρημα, τεκμήριο). Απλή ~ θέλει/χρειάζεται. Ελπίζουμε να επικρατήσει/κυριαρχήσει/πρυτανεύσει/υπερισχύσει η ~ (πβ. σύνεση, σωφροσύνη, φρόνηση). Η κατάσταση ξέφυγε απ' τα όρια της ~ής (πβ. εκτός ελέγχου). Απόφαση που στερείται ~ής (= είναι παράλογη). Εξετάζει τα πάντα κάτω από το πρίσμα της ~ής. Ψήφισα με βάση τη ~. Αντίθετα με/προς τη ~ή. Λύση που αντίκειται/αντιτίθεται στη ~/συγκρούεται με τη ~. Δεν είχε τη στοιχειώδη ~ να καταλάβει ... Μην ψάχνεις για ~ στην υπόθεση αυτή. Έχει χάσει κάθε ίχνος ~ής. Δεν έχει ~ το σχέδιό τους. Δεν υπάρχει καμία ~ στο σχόλιό του. Θεωρία που δεν άντεξε στη βάσανο της ~ής. (μτφ.) Είναι η φωνή της ~ής στην παρέα (: για πρόσ. που σκέφτεται λογικά). Πβ. λογικό, μυαλό, νους, ορθολογισμός, σοφία. Βλ. πίστη. 2. ιδιαίτερος τρόπος σκέψης, αντίληψης της ζωής και των πραγμάτων, συγκεκριμένη άποψη· πνεύμα, φιλοσοφία, σκοπιμότητα: απόλυτη/άτεγκτη/αυστηρή/διεστραμμένη/ισοπεδωτική/καθεστηκυία/παιδική/παραδοσιακή/στείρα/στενή/σύγχρονη ~. Διαμετρικά/φαινομενικά αντίθετες ~ές. ~ της πλάκας. Υιοθέτηση μιας ~ής. Έχει διαφορετική/τη δική του ~ (βλ. υποκειμενικότητα). Απορώ με ποια ~ έκανε ό,τι έκανε (πβ. αιτιολογία, λόγος, σκεπτικό). Πβ. νοοτροπία.|| Η ~ του καπιταλισμού/κέρδους/παραλόγου/πολέμου. Δεν συμφωνώ με τη ~ του τύπου "...". Δεν καταλαβαίνω τη ~ σου. Η ίδια/παρόμοια ~ διέπει το σύνολο του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου. Το πρόγραμμα φαίνεται δύσκολο μέχρι να μπεις στη ~ή του (: στον τρόπο λειτουργίας του). 3. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. (με κεφαλ. Λ) κλάδος που μελετά τη μεθοδική σκέψη και ειδικότ. τον παραγωγικό συλλογισμό καθώς και την απόδειξη· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα ή εγχειρίδιο: απαγωγική/διαλεκτική/επαγωγική/παραγωγική ~. ~ των πιθανοτήτων. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός & κατηγορική λογική/κατηγορικός λογισμός: ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. κλάδος της συμβολικής λογικής που χρησιμοποιεί ξεχωριστά σύμβολα για τα κατηγορήματα, τα υποκείμενα, τους ποσοδείκτες και τους λογικούς τελεστές: ~ ~ πρώτης τάξεως. Βλ. λογικός προγραμματισμός, νευρωνικό δίκτυο, τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. predicate logic, calculus, 1950] , κοινή λογική & κοινός νους: τρόπος σκέψης και αντίληψης των πραγμάτων που χαρακτηρίζει τους περισσότερους ανθρώπους, ο οποίος συνήθ. δεν βασίζεται σε εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά στην πρακτική εμπειρία που έχει αποκτηθεί από την καθημερινή ζωή: σύμφωνα με την ~ ~ ... Η ~ ~ λέει/υπαγορεύει ... Προσέγγιση που βασίζεται/στηρίζεται στην ~ ~. Ανακοίνωση που προσβάλλει την ~ ~. [< αγγλ. common sense] , μαθηματική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. κλάδος της τυπικής λογικής που μελετά τις σχέσεις μεταξύ προτάσεων, χρησιμοποιώντας μαθηματικές μεθόδους και ένα σύστημα συμβόλων και κανόνων εξαγωγής συμπερασμάτων: ~ ~ για υπολογιστές. Διακριτά Μαθηματικά και ~ ~., προτασιακή λογική/προτασιακός λογισμός: ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. κλάδος της συμβολικής λογικής που χρησιμοποιεί σύμβολα για τις λογικές προτάσεις, οι οποίες δεν αναλύονται περαιτέρω, και πέντε λογικούς τελεστές. [< αγγλ. propositional logic, calculus, 1903] , συμβολική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. που αναπτύσσει και αναπαριστά λογικές αρχές, χρησιμοποιώντας ένα τυποποιημένο σύστημα συμβόλων, αξιωμάτων και κανόνων εξαγωγής συμπερασμάτων., τετράγωνη λογική: σκέψη που χαρακτηρίζεται από αυστηρό ορθολογισμό, μαθηματική ακρίβεια και συνέπεια βασισμένη σε αντικειμενικά στοιχεία: Έχει ~ ~. Βλ. τετράγωνο μυαλό., τυπική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. σύστημα μελέτης επαγωγικών συλλογισμών που δίνει έμφαση στην ανάλυση της μορφής και όχι στο περιεχόμενο των εξεταζόμενων προτάσεων. Βλ. μεταλογική. [< αγγλ. formal logic, γαλλ. logique formelle] , ψυχρή λογική: σκέψη ανεπηρέαστη από συναισθηματισμούς ή άλλους υποκειμενικούς παράγοντες, η οποία βασίζεται μόνο στην εξέταση αντικειμενικών στοιχείων: Λειτουργεί περισσότερο με την καρδιά παρά με την ~ ~.|| Η ~ ~ των αριθμών (πβ. ακρίβεια)., ασαφής λογική βλ. ασαφής, η αρχή/η λογική της ήσσονος προσπάθειας βλ. ήσσων & ήττων ● ΦΡ.: με την ίδια/με αυτή τη λογική: με βάση ορισμένη θέση, άποψη ή ιδεολογία: ~ ~ θα μπορούσες να ... Με την ίδια ~ φιλοδοξούμε στο μέλλον ... Σύμφωνα με αυτή τη ~ ..., πέρα/έξω από κάθε λογική & (λόγ.) πέραν πάσης λογικής: για κάτι εντελώς παράλογο: τυφλή βία, ~ ~. Πράγματα τρελά, ανεξήγητα, ~ ~. [< αρχ. λογική, γαλλ. logique, αγγλ. logic]
28537λογικισμόςλο-γι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. λογικοκρατία. Βλ. -ισμός, φορμαλισμός. [< γερμ. Logizismus, γαλλ. logicisme, 1910, αγγλ. logicism, 1937]
28538λογικόλο-γι-κό ουσ. (ουδ.): λογική, νους: το ανθρώπινο ~ (βλ. θυμικό). Διασκέδαση, αλλά στο μέτρο/μέσα στα όρια του ~ού (= με μέτρο). Η κατάσταση έχει ξεφύγει απ' τα όρια του ~ού. ΑΝΤ. άλογο(ν), παράλογο.|| (στον πληθ., προφ.) Δεν πρέπει να 'ναι στα ~ά (= στα καλά) του (= έχει λαλήσει, του 'χει σαλέψει/στρίψει). Έχει χάσει/δεν έχει τα ~ά της (= έχει τρελαθεί, έχει χάσει τα μυαλά της, τα 'χει χαμένα). ● ΦΡ.: έρχομαι στα σύγκαλά/στα λογικά μου βλ. σύγκαλα [< μεσν. λογικό]
28539λογικοκρατίαλο-γι-κο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία τα Μαθηματικά και γενικότ. όλες οι φιλοσοφικές έρευνες πρέπει να έχουν ως βάση τη Λογική. ΣΥΝ. λογικισμός 2. (γενικότ.) ορθολογισμός. Βλ. -κρατία.
28540λογικοποίησηλο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εκλογίκευση. Πβ. ορθο~. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. logicalization]
28541λογικός, ή, ό λο-γι-κός επίθ. 1. που συμφωνεί με τη λογική, υπακούει στους κανόνες της ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή: απάντηση/απόφαση/λύση/σκέψη/συνέχεια (των πραγμάτων). ~ό: επακόλουθο (πβ. φυσικό)/συμπέρασμα. ~ά: επιχειρήματα. Χωρίς ~ή συνέπεια και συνέχεια. Η μόνη ~ή (: πειστική) εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ... Αξιώσεις που δεν έχουν κανένα ~ό έρεισμα. Θύμωσε κι είναι (απολύτως/πολύ) ~ό. Το βρίσκεις ~ό αυτό που κάνει;|| (ως ουσ.) Το (πιο) ~ό (: σωστό) είναι να ... Πβ. βάσιμος, δικαιολογημένος, εύλογος. ΑΝΤ. παράλογος.|| ~ή: ακολουθία/αλληλουχία (γεγονότων)/οργάνωση (κειμένου)/σκέψη. Πβ. ορθο~. Βλ. εξω~.|| ~ή: ικανότητα. 2. (κατ' επέκτ.) που δεν είναι υπερβολικός· φυσιολογικός: ~ή: αντίδραση (= αναμενόμενη). ~ές: απαιτήσεις/τιμές. ~ά: αιτήματα (: δίκαια). Κατανάλωση εντός ~ών ορίων (= με μέτρο). Αυξήσεις σε ~ά επίπεδα. Πβ. κανονικός, λελογισμένος, μετρημένος, νορμάλ. Βλ. αλόγιστος. ΑΝΤ. παράλογος 3. που διαθέτει λογική, που σκέφτεται και κρίνει ορθά: Αν είναι ~, θα σε καταλάβει. Νομίζω ότι κάθε ~ό άτομο θα συμφωνούσε μαζί μου. Ας είμαστε/πρέπει να φανούμε ~οί. Πβ. γνωστικός, έμ-, εχέ-, σώ-φρων, μυαλωμένος, νοήμων, συνετός, φρόνιμος. ΑΝΤ. παράλογος.|| ~ό (= έλλογο· ΑΝΤ. άλογο) ον (= ο άνθρωπος). 4. που σχετίζεται με τη Λογική: ~ή: απόδειξη/πλάνη. ~οί: συλλογισμοί. ~ές: αρχές/προτάσεις (: μπορούν να χαρακτηριστούν ως αληθείς ή ψευδείς).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: πύλη. ~ό: σφάλμα. ~οί: τελεστές. ~ές: εκφράσεις/μεταβλητές/πράξεις/συναρτήσεις. ~ά: δεδομένα. Αριθμητική-~ή μονάδα υπολογιστή (: εκτελεί αριθμητικούς και ~ούς υπολογισμούς).|| (ΜΑΘ.) ~ός: πολλαπλασιασμός. ~ή: πρόσθεση. ~οί: σύνδεσμοι. ~ά: σύμβολα. ● επίρρ.: λογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1: ~ (= κανονικά), θα έπρεπε να είχε έρθει. ● ΣΥΜΠΛ.: διάγραμμα ροής/λογικό διάγραμμα βλ. διάγραμμα, λογική ισοδυναμία βλ. ισοδυναμία, λογικό κύκλωμα βλ. κύκλωμα ● ΦΡ.: σε λογικά πλαίσια βλ. πλαίσιο [< αρχ. λογικός, γαλλ. logique, αγγλ. logic(al)]
28542λογικότηταλο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λογικού: η ~ μιας άποψης/ενός ισχυρισμού (= βασιμ-, ορθ-ότητα). Βλ. -ότητα. [< μτγν. λογικότης]
28543λογικοφανής, ής, ές λο-γι-κο-φα-νής επίθ. (λόγ.): φαινομενικά λογικός: ~ής: απάντηση/εξήγηση/ερμηνεία. ~ές: σενάριο (: πιθανό). ~είς: δικαιολογίες. ~ή: επιχειρήματα (: βάσιμα, πειστικά)/συμπεράσματα. Πβ. αληθο-, ευλογο-φανής. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: λογικοφανώς [-ῶς]
15091λογικοφανής

[ἐκλογίκευση] ε-κλο-γί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκλογικεύω: ~ των δαπανών/του κόστους/του συστήματος. Πβ. εξορθολογισμός, ορθολογικοποίηση.|| (μτφ.) ~ των αξιών/της πίστεως. (Ιδεολογικο)πολιτικές ~εύσεις. ΣΥΝ. λογικοποίηση 2. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητος μηχανισμός άμυνας κατά τον οποίο αποκρύπτονται τα πραγματικά κίνητρα και συναισθήματα κάποιου και προβάλλονται λογικοφανείς εξηγήσεις για παράλογες και μη αποδεκτές συμπεριφορές. Βλ. διανοητικοποίηση. [< γαλλ. rationalisation, 1912]

28545λόγιος, α, ο λό-γι-ος επίθ. ΑΝΤ. δημοτικός, λαϊκός 1. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. που προέρχεται από την καθαρεύουσα ή από παλαιότερη περίοδο της (ελληνικής) γλώσσας και χρησιμοποιείται ιδ. από μορφωμένους ή σε επίσημο λόγο: ~ος: τύπος (π.χ. ελήφθη). ~α: κατάληξη (π.χ. -ις)/προέλευση. ~ο: ύφος (κειμένου). ~ες: εκφράσεις (π.χ. εκ βαθέων)/λέξεις (π.χ. έλλογος)/προθέσεις (π.χ. διά, εις). ~α: στοιχεία. Βλ. απαρχαιωμένος. 2. που αναπτύχθηκε από τους πνευματικά καλλιεργημένους (και όχι από τον απλό λαό): ~ος: πολιτισμός. ~α: λογοτεχνία/μουσική/ποίηση. Πβ. αστικός. ΑΝΤ. δημώδης ● Ουσ.: λόγιος (ο): (από την Αναγέννηση έως τον 19ο αι.) άνθρωπος των γραμμάτων, διανοούμενος, μορφωμένος με σημαντικό πνευματικό έργο: πολυμαθής ~. Βυζαντινοί ~οι. Έλληνες ~οι της Διασποράς. Ανήκε στον κύκλο των ~ίων της εποχής του.|| (ως επίθ.) ~ος: κληρικός/μοναχός. Πβ. καλαμαράς. Βλ. ανθρωπιστής, γραμματικός, λογιότατος, ουλεμάς, Φαναριώτης. ● ΣΥΜΠΛ.: λόγια παράδοση βλ. παράδοση ● ΦΡ.: λόγιος Ερμής (μετωνυμ. από τον θεό Ερμή ως προστάτη των γραμμάτων): ο πνευματικός πολιτισμός: Υπηρετεί τον ~ο ~ή (= είναι διανοούμενος). Βλ. κερδώος Ερμής. [< μτγν. λόγιος Ἑρμῆς] [< αρχ. λόγιος, γαλλ. érudit, αγγλ. learned]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.