Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29260-29280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28563λογκ ιν & λογκίνλο-γκίν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) λογκ ον & λογκόν (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. σύνδεση: Κάνω ~ ~. ΣΥΝ. είσοδος (6) [< αμερικ. log in, 1963, log on, 1977]
28564λόγκολό-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. σπάν. πληθ. -ς} (προφ.): λογότυπο. [< αγγλ. logo, 1937, γαλλ. ~, περ. 1970]
28565λόγκοςβλ. λόγγος
28566λογο- & λογό- & λογ-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται: 1. στη γλώσσα, τον λόγο, την ομιλία: λογο-παίγνιο/~τεχνία. Λογο-δοσία.|| (ΙΑΤΡ.) Λογο-θεραπεία. 2. στη λογική, την ορθή σκέψη: λογο-κεντρικός/~κρατία.
28567λογόγραμμαλο-γό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. γράμμα, σύμβολο ή σχέδιο που αντιπροσωπεύει μια έννοια, λέξη ή φράση: Το ~ "&" χρησιμοποιείται αντί του "και". Βλ. ιδεόγραμμα. [< γερμ. Logogram, αγγλ. logogram, γαλλ. logogramme, 1964]
28568λογογραφίαλο-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. η τέχνη του λογογράφου: ιωνική ~.|| Αττική δικανική ~. Βλ. -γραφία. [< αρχ. λογογραφία]
28569λογογράφοςλο-γο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΛ. {συνηθέστ. στον πληθ.} ονομασία των πρώτων Ελλήνων συγγραφέων πεζών κειμένων, ιδ. ιστορικών, που έζησαν κατά τον 6ο και 5ο π.Χ. αι. και συνέλεξαν γενεαλογικό, εθνογραφικό και γεωγραφικό υλικό, κυρ. από τον χώρο της Μικράς Ασίας: Ίωνες ~οι. 2. ΦΙΛΟΛ. (στην αρχαιότητα) ρήτορας που αναλάμβανε τη συγγραφή δικανικών λόγων έναντι αμοιβής. 3. επαγγελματίας που συντάσσει επίσημους λόγους, κυρ. για πολιτικούς. Βλ. -γράφος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικός λογογράφος & λογογράφος: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ή συσκευή που μετατρέπει αυτόματα τον προφορικό λόγο που εκφωνεί ο χρήστης του μέσω μικροφώνου σε ηλεκτρονικό κείμενο: ελληνοαγγλικός/ιατρικός/νομικός ~ ~. Βλ. αναγνώριση. [< 1,2: αρχ. λογογράφος, γαλλ. logographe, αγγλ. logographer 3: αγγλ. speechwriter]
28570λογοδιάρροιαλο-γο-δι-άρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ακατάπαυστη φλυαρία, πολυλογία: (εμφατ.) ακατάσχετη ~. Τον έπιασε μια ~! Πβ. αμετροέπεια, πάρλα. Βλ. γραφομανία. ΣΥΝ. λογόρροια (2) [< μτγν. λογοδιάρροια]
28571λογοδίνομαιλο-γο-δί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {λογοδό-θηκε, -θεί, κυρ. στη μτχ. -σμένος}: δεσμεύομαι με αμοιβαία υπόσχεση γάμου. Πβ. αρραβωνιάζομαι, δίνω λόγο, μνηστεύομαι.
28572λογοδοσία[λογοδοσία] λο-γο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρουσίαση των πεπραγμένων από τον υπεύθυνο, κυρ. από φορέα εξουσίας: υποχρέωση ~ας. Διαφάνεια και Κοινωνική ~. Δημόσια/ετήσια ~ του διοικητικού συμβουλίου/των τοπικών Αρχών. Βλ. απολογία, απολογισμός, -δοσία. [< γαλλ. reddition des comptes]
28573λογοδοτώ[λογοδοτῶ] λο-γο-δο-τώ ρ. (αμτβ.) {λογοδοτ-είς ... | λογοδότ-ησα, -ήσει, -ώντας}: (για υπεύθυνο, κυρ. φορέα εξουσίας) παρουσιάζω λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων ή των έργων που μου έχουν ανατεθεί, δίνω εξηγήσεις: Ο πρόεδρος ~εί εγγράφως στο συμβούλιο. Οι υπαίτιοι θα κληθούν να ~ήσουν για τα εγκλήματά τους/την τραγωδία στη δικαιοσύνη (: θα παραπεμφθούν σε δίκη). Πβ. δικαιολογώ. Βλ. -δοτώ. ΣΥΝ. απολογούμαι (2), δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό, δίνω λόγο (1) [< γαλλ. rendre compte]
28574λογοθεραπείαλο-γο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) κλάδος που ασχολείται με τις διαταραχές λόγου, ομιλίας, φωνής, κατάποσης καθώς και με τις επικοινωνιακές δυσκολίες ατόμων κάθε ηλικίας εξαιτίας νευρολογικών, εξελικτικών ή ανατομικών παθήσεων· η αντίστοιχη θεραπευτική αγωγή ή συνεδρία. Πβ. λογο-παιδεία, -πεδική. Βλ. αφασία, δυσαρθρία, δυσλαλία, φωνιατρική, ρωτακ-, σιγματ-, τραυλ-ισμός, -θεραπεία. 2. ΨΥΧΟΛ. ψυχοθεραπευτική μέθοδος, σύμφωνα με την οποία η πνευματική υγεία του ανθρώπου εξαρτάται από την επίγνωση του νοήματος της ζωής του. [< 1: αγγλ. speech therapy, 1912 2: γερμ. Logotherapie, 1947, αγγλ. logotherapy, 1948, ιταλ. logoterapia, 1963]
28575λογοθεραπευτής, λογοθεραπεύτριαλο-γο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη θεραπεία των διαταραχών λόγου. Πβ. λογο-παθολόγος, -πεδικός. [< αγγλ. speech therapist, 1933, γαλλ. logopédiste, 1982]
28576λογοθεραπευτικός, ή, ό λο-γο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λογοθεραπεία ή τον λογοθεραπευτή. Πβ. λογοπεδικός.
28577λογοθέτηςλο-γο-θέ-της ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Λ) 1. ΙΣΤ. ανώτατος αξιωματούχος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, επικεφαλής κυρ. οικονομικών υπηρεσιών: μέγας ~ (: επικεφαλής της πολιτικής διοίκησης). 2. ΕΚΚΛΗΣ. πατριαρχικός τιμητικός τίτλος που δίνεται σε λαϊκούς: άρχων μέγας ~. Βλ. -θέτης. [< μτγν. λογοθέτης]
28578λογοκεντρικός, ή, ό λο-γο-κε-ντρι-κός επίθ.: που βασίζεται στη λογική ή δίνει έμφαση στον λόγο, τη γλώσσα: ~ή: προσέγγιση. ~ό: σύστημα. Πβ. ορθολογ-, ρασιοναλ-ιστικός. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: λογοκεντρικά [< γαλλ. logocentrique, αγγλ. logocentric, 1939]
28579λογοκεντρισμόςλο-γο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. θεωρία ανάλυσης της λογοτεχνίας που δίνει έμφαση στη γλώσσα (π.χ. γραμματική, λέξεις) και όχι στο περιεχόμενο. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. logocentrisme, 1967, αγγλ. logocentrism, 1968]
28580λογοκλοπήλο-γο-κλο-πή ουσ. (θηλ.) & λογοκλοπία: παράνομη ιδιοποίηση λόγων, ιδεών και γενικότ. πνευματικού έργου: το αδίκημα της ~ής. Κατηγορείται για ~. Βλ. αντιγραφή. [< μτγν. λογοκλοπία, γερμ. Plagiat, γαλλ. plagiat]
28581λογοκλόποςλο-γο-κλό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει κάνει λογοκλοπή: (ως επίθ.) ~ καλλιτέχνης/συγγραφέας. Βλ. -κλόπος. [< γαλλ. plagiaire, πβ. μεσν. λογοκλέπτης]
28582λογοκοπίαλο-γο-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χρήση υπερβολών, κούφιων υποσχέσεων: λαϊκίστικη/προεκλογική ~. Αναλώνεται σε ~ες (= μεγαλοστομίες). Πβ. βερμπαλισμός, μεγαλορρημοσύνη. Βλ. δημαγωγία. [< γαλλ. verbiage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.