Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29280-29300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28583λογοκόποςλο-γο-κό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που λογοκοπεί. Πβ. λογάς, μεγαλορρήμων. Βλ. δημαγωγός, -κόπος.
28584λογοκοπώ[λογοκοπῶ] λο-γο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) (λόγ.): λέω μεγάλα λόγια, δίνω κούφιες υποσχέσεις. Πβ. ρητορεύω. Βλ. -κοπώ. [< μεσν. λογοκοπώ]
28585λογοκρατίαλο-γο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. ορθολογισμός, ρασιοναλισμός. Πβ. νοησιαρχία. Βλ. αισθησιοκρατία, βολονταρ-, εμπειρ-ισμός, -κρατία.
28586λογοκρατούμενος, η, ο λο-γο-κρα-τού-με-νος επίθ. (λόγ.): που βασίζεται μόνο στη λογική: ~ος: πολιτισμός. ~η: εποχή. ~ο: σύστημα. Βλ. -κρατούμενος.
28587λογοκρίνωλο-γο-κρί-νω ρ. (μτβ.) {λογόκρι-νε, -θηκε, -θεί, -μένος, λογοκρίν-οντας} 1. επιβάλλω λογοκρισία: Θεατρική παράσταση που ~θηκε την περίοδο της δικτατορίας. Το έργο έχει ~θεί για τις τολμηρές σκηνές του. Ένας από τους πιο ~μένους συγγραφείς. ~μένο: βιβλίο (ΑΝΤ. αλογόκριτο)/σκίτσο/τραγούδι. Πβ. κόβω, κουτσουρεύω, πετσοκόβω, ψαλιδίζω. Βλ. αυτολογοκρίνομαι, απαγορεύω, ελέγχω. 2. (σπάν.-μτφ.) περιορίζω, αναστέλλω: ~ τις επιθυμίες/τα όνειρά μου. [< γαλλ. censurer]
28588λογοκρισίαλο-γο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): πολιτικός, ιδεολογικός, ηθικός, θρησκευτικός ή άλλου είδους έλεγχος π.χ. γραπτών κειμένων, ακροαμάτων ή θεαμάτων, από εξουσία με δικαίωμα τροποποίησης ή απαγόρευσης της δημοσίευσης, μετάδοσης ή παρουσίασή τους στο κοινό· συνεκδ. η αρμόδια για αυτό υπηρεσία: αυστηρή/κρατική/προληπτική ~. Η ~ στο διαδίκτυο/του Τύπου (βλ. ελευθεροτυπία). Επιτροπή ~ας. Το ψαλίδι της ~ας. Έκδοση που πέρασε από (τη) ~ (= λογοκρίθηκε). Το Σύνταγμα απαγορεύει τη ~. Ασκείται/επιβάλλεται/υφίσταται ~. Χώρος ελεύθερης έκφρασης χωρίς ~ες και περιορισμούς. Τα βιβλία του υπήρξαν αντικείμενο ~ας. Πβ. φίμωση, ψαλίδισμα. Βλ. αυτο~.|| Η ~ έκοψε τη φωτογραφία. Το φιλμ απαγορεύτηκε από τη ~. [< γαλλ. censure]
28589λογοκριτήςλο-γο-κρι-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει ως αρμοδιότητα να λογοκρίνει: Οι ~ές έκοψαν την τελευταία σκηνή της ταινίας. Βλ. κριτής, κριτικός. [< γαλλ. censeur]
28590λογοκριτικός, ή, ό λο-γο-κρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη λογοκρισία ή τον λογοκριτή: ~ός: έλεγχος. ~ή: απόφαση/παρέμβαση. ~ό: καθεστώς (: δικτατορικό, φασιστικό). [< γαλλ. censorial]
28591λογομαχίαλο-γο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λεκτική αντιπαράθεση, καβγάς: Η συζήτηση κατέληξε σε ~. Τον πυροβόλησε μετά από έντονη ~. Πβ. αντιδικία, αψιμαχία, διαπληκτισμός, διαφωνία, μάλωμα, τσακωμός, φιλονικία. Βλ. -μαχία. [< μτγν. λογομαχία, γαλλ. logomachie]
28592λογομαχώ[λογομαχῶ] λο-γο-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {λογομαχ-είς ..., -ώντας | λογομάχ-ησα, -ήσει} (λόγ.): καβγαδίζω, τσακώνομαι: Ο δράστης είχε ~ήσει (= έρθει στα λόγια) έντονα με το θύμα. Πβ. αντιδικώ, φιλονικώ. Βλ. -μαχώ. ΣΥΝ. διαπληκτίζομαι, λογοφέρνω [< μτγν. λογομαχῶ]
28593λογοπαθολογίαλο-γο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Λ): κλάδος που μελετά τις διαταραχές του λόγου. Πβ. λογο-θεραπεία, -πεδική. Βλ. -παθολογία. [< αγγλ. speech pathology, 1931]
28594λογοπαθολόγοςλο-γο-πα-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο τη λογοπαθολογία. Πβ. λογο-θεραπευτής, -πεδικός. [< αγγλ. speech pathologist, 1972]
28595λογοπαίγνιολο-γο-παί-γνι-ο ουσ. (ουδ.): περιπαικτική χρήση στον προφορικό λόγο ομόηχων ή αμφίσημων λέξεων ή φράσεων ή αναγραμματισμών: ειρωνικό/έξυπνο ~. Έκανε (ένα) ~, λέγοντας "τα κουτιά είναι μεγάλα (ή με γάλα)". Βλ. γλωσσοδέτης, ευφυολόγημα. [< γαλλ. jeu de mots]
28596λογοπαιδείαλο-γο-παι-δεί-α ουσ. (θηλ.): λογοπεδική. [< πβ. μεσν. λογοπαιδεία 'επιστημονική εκπαίδευση']
28597λογοπαικτικός, ή, ό λο-γο-παι-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λογοπαίγνιο: ~ός: τίτλος. ~ό: σχόλιο.
28598λογοπεδικήλο-γο-πε-δι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Λ): επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της τη διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία των διαταραχών του λόγου. Πβ. λογοθεραπεία. ΣΥΝ. λογοπαιδεία [< αγγλ. logopedia, logopedics, 1923, γαλλ. logopédie, περ. 1960]
28599λογοπεδικόςλο-γο-πε-δι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενό του τη λογοπεδική. Πβ. λογο-θεραπευτής, -παθολόγος. [γαλλ. logopédiste, 1982]
28600λογοπεδικός, ή, ό λο-γο-πε-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη λογοπεδική: ~ή: αξιολόγηση/εξέταση/παρέμβαση. Πβ. λογοθεραπευτικός.
28601λογόρροιαλο-γόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. ακατάσχετη φλυαρία χωρίς συνειδητό έλεγχο των λεγομένων, κυρ. ως σύμπτωμα μανίας. Βλ. παραλήρημα. 2. (γενικότ.) λογοδιάρροια. Βλ. -ρροια. [< 1: γαλλ. logorrhée, αγγλ. logorrhea, logorrhoea 2: μεσν. λογόρροια]
28602λόγοςλό-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η ανθρώπινη ικανότητα για έκφραση σκέψεων, συναισθημάτων, γνώσεων, πληροφοριών μέσω της γλώσσας· η πραγμάτωση και οι διάφορες μορφές της: έναρθρος ~. Διαταραχές (βλ. αλαλία, α-, δυσ-φασία, αφωνία, τραυλ-, ψευδ-ισμός)/θεραπεία (πβ. λογοθεραπεία)/κατανόηση/όργανα (πβ. φωνή)/παραγωγή ~ου.|| Αρθρώνω/εκφέρω ~ο (= μιλώ). Συνηθισμένα λάθη στον καθημερινό ~ο. Έχει την ευχέρεια/το χάρισμα του ~ου. Είναι άριστος χειριστής του ~ου.|| Είδη ~ου. Δείκτες ~ου (= κειμενικοί δείκτες). Γραπτός (πβ. γραφή, γράψιμο)/δημοσιογραφικός/δημόσιος/έμμετρος ή ποιητικός (= ποίηση)/επιστημονικός/ηλεκτρονικός/πολιτικός/προφορικός (= ομιλία) ~. Αρχαίος/αττικός (βλ. διάλεκτος)/δημοτικός (= δημοτική)/νεοελληνικός (= νεοελληνική) ~ (= γλώσσα). Έντεχνος ~/η τέχνη του ~ου (= λογοτεχνία). 2. αιτία ή σκοπός, πρόθεση: Για τον άλφα ή βήτα ~ο (= για τον ένα ή τον άλλο ~ο) ... Για ~ους αρχής/ασφαλείας/εκδίκησης/σκοπιμότητας/συμφέροντος/τιμής/υγείας ... Για ειδικούς/επαγγελματικούς/ευνόητους/οικογενειακούς/οικονομικούς/πολιτικούς/πολλούς/σοβαρούς/συναισθηματικούς ~ους. Ένας ~ παραπάνω να ... Διερεύνηση των ~ων/συνηθέστεροι ~οι αποτυχίας στο σχολείο. Ο κύριος ~ είναι ότι ... Υπάρχει ~ που ... Δεν συντρέχει/υπάρχει ~ (για) να .../ανησυχίας. Αυτός δεν είναι ~ να αγχώνεσαι. Εξ αυτού του ~ου. Αισθάνεται ότι δεν έχει ~ο ύπαρξης (πβ. νόημα, προορισμό, βλ. κενό). Για ποιο ~ο (πβ. αφορμή) έλειπες; Για κανένα ~ο (να) μη με ενοχλήσετε (: σε καμία περίπτωση). Ζητάει και τον ~ο (= και τα ρέστα) από πάνω. Δεν έχω ~ο να αμφιβάλλω. Ποιοι ~οι επιβάλλουν/ευνοούν/οδηγούν/ωθούν ...; Άγνωστοι παραμένουν οι ~οι (= τα αίτια, κίνητρα) του εγκλήματος. Δέκα ~οι για να κόψετε το κάπνισμα. Επικαλέστηκε προσωπικούς ~ους. Έχω ~ο/τον ~ο μου/τους ~ους μου που το αναφέρω. Δεν είχε ~ο να πει ψέματα. Εξήγησε τους ~ους για τους οποίους (= γιατί) ... Έχει βάσιμους ~ους να πιστεύει ότι ... Το θυμάμαι αυτό που λες, για άσχετο όμως ~ο. Πβ. αιτιο-, δικαιο-λογία. 3. αγόρευση, ομιλία: αποχαιρετιστήριος/αυτοσχέδιος/εναρκτήριος/επικήδειος/θρησκευτικός/καταγγελτικός/πολιτικός/(συνήθ. για κόμμα) προγραμματικός/προεκλογικός ~. Πανηγυρικός ~ για την 25η Μαρτίου. Βγάζω/εκφωνώ ~ο (στη Βουλή/στο δικαστήριο). Γράφω/ετοιμάζω ένα ~ο. Βλ. διάλεξη, διδαχή, κήρυγμα.|| (ΦΙΛΟΛ.-ΡΗΤΟΡ.) Δικανικοί/επιδεικτικοί/συμβουλευτικοί ~οι. Οι ~οι του Δημοσθένη (βλ. φιλιππικός)/Κικέρωνα. Αγώνας ~ων. 4. ό,τι λέει κάποιος: η αλήθεια των ~ων του. Αναντιστοιχία/συνέπεια ~ων και έργων/πράξεων. Όλοι είχαν να πουν έναν καλό ~ο για το φαγητό (πβ. εγκώμιο, έπαινος). Τι ~ο ξεστόμισες (: βρισιά, ύβρις)! Έχει πάντα έτοιμο τον κακό τον ~ο (= την κακία).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πνευματικοί ~οι. ~οι Αγίων. ΣΥΝ. λόγια (1) 5. συζήτηση, αναφορά: Γίνεται (πολύς) ~ για πρόωρες εκλογές/ότι (σπάν. να) ... (: συζητιέται, σχεδιάζεται) Τον ~ο σου είχαμε (: μιλούσαμε, κουβεντιάζαμε για σένα). Πβ. μνεία. 6. υπόσχεση, διαβεβαίωση, δέσμευση: Αθέτησε/κράτησε/τήρησε τον ~ο της. Έχεις τον ~ο μου (πβ. δίνω τον λόγο μου, λόγω τιμής/στον ~ο της τιμής μου). Έμεινε πιστός/φάνηκε συνεπής στον ~ο του. Βασίζομαι στον ~ο σου.|| Είναι άνθρωπος με ~ο (: τιμή). 7. το δικαίωμα να μιλήσει κάποιος: Απευθύνω/αποτείνω/δίνω τον ~ο (σε κάποιον). Του αφαίρεσε τον ~ο. Κύριε ..., έχετε τον ~ο. Και τώρα ο ~ στον πρόεδρο. (ΝΟΜ.) Δικαίωμα ~ου.|| (κατ' επέκτ.) Τον ~ο έχει τώρα η δικαιοσύνη (: είναι η σειρά της να αποφασίσει). 8. άποψη, γνώμη με ισχύ: Ο ~ του ακούγεται/μετράει/περνάει (: είναι σεβαστός, τον εκτιμούν). Θα έχει βαρύνοντα ~ο στην τελική απόφαση.|| Δεν υπάκουσε στον ~ο του πατέρα του. Πβ. διαταγή, εντολή, προσταγή. 9. λογική: ορθός ~ (πβ. ορθολογισμός). Η μετάβαση του ανθρώπου από τον μύθο στον ~ο. Πβ. έλλογο, μυαλό, νους. Βλ. υπέρλογο. ΣΥΝ. λογικό ΑΝΤ. άλογο(ν), παράλογο 10. ΜΑΘ. σχέση μεταξύ δύο μεγεθών, η οποία εκφράζεται ως το πηλίκο που προκύπτει, όταν διαιρεθούν μεταξύ τους: 3/4, ο ~ του 3 προς το 4. Ας υποθέσουμε ότι ο ~ α/β είναι σταθερός ... ΣΥΝ. αναλογία (5) ● Υποκ.: λογάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (του) λόγου: ΓΛΩΣΣ. μελέτη της δομής και των κανόνων που διέπουν γλωσσικές μονάδες μεγαλύτερες από την πρόταση (π.χ. παράγραφος, κείμενο, συνομιλία) κυρ. με γραμματικά και σημασιολογικά κριτήρια· κατ΄επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος: κριτική ~ ~. Βλ. ανάλυση συνομιλίας, αναφορικ-, συνεκτικ-ότητα, συνοχή. [< αγγλ. discourse analysis, 1952] , (τα) μέρη του λόγου βλ. μέρος, αποχρών λόγος βλ. αποχρών, ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, ενδιάθετος λόγος βλ. ενδιάθετος, εστιακός λόγος βλ. εστιακός, ευθύς λόγος βλ. ευθύς, καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας βλ. καθυστέρηση, ο Λόγος (του Θεού) βλ. θεός, ο λόγος της τιμής βλ. τιμή, πεζός λόγος βλ. πεζός, πλάγιος λόγος βλ. πλάγιος, σπερματικός λόγος βλ. σπερματικός, σχήμα (λόγου) βλ. σχήμα, υποθετικός λόγος βλ. υποθετικός, υποτεταγμένος λόγος βλ. υποταγμένος ● ΦΡ.: από λόγου μου/σου/του ... (λαϊκό): από μένα, σένα ...: Μάθαμε ~ του ότι ..., για λόγου μου/σου/του ... (λαϊκό): για τον εαυτό μου/σου/του ...: ~ σου καλά έπραξες., για τον λόγο ότι ... & (σπάν.-λόγ.) επί τω λόγω ότι ...: γιατί, επειδή, εφόσον., δεν είναι σχήμα λόγου (προφ.): για κάτι που λέγεται κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά ή τυπικά: Θα χαρώ να τα ξαναπούμε· κι αυτό που λέω ~ ~ (: το εννοώ πραγματικά)., δεν μου πέφτει λόγος (προφ.): δεν με αφορά: Αν και (εμένα) ~ ~, θα σε συμβούλευα να φύγεις. Είναι προσωπική της επιλογή και δεν πέφτει ~ σε κανένα., δίνω λόγο 1. δίνω εξηγήσεις για τις ενέργειές μου, απολογούμαι, δικαιολογούμαι: Δεν έχω να δώσω ~ σε κανένα. ΣΥΝ. δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό, λογοδοτώ 2. λογοδίνομαι: Έδωσαν ~ κι ετοιμάζονται να παντρευτούν. Πβ. αρραβωνιάζομαι, μνηστεύομαι. 3. υπόσχομαι: Δώσαμε ~ να ξαναβρεθούμε στο ίδιο μέρος., έχω λόγο: εκφράζω την άποψή μου, συμμετέχω στη λήψη αποφάσεων: Δεν ~ει ~ στη διοίκηση της εταιρείας., ζητώ τον λόγο 1. ζητώ από κάποιον να εξηγήσει τις πράξεις του, τη συμπεριφορά του: Κανείς δεν πρόκειται να σου ζητήσει ~. 2. (σε επίσημη συζήτηση, συνέλευση) ζητώ το δικαίωμα να μιλήσω: Κύριε Πρόεδρε, ~ ~. Ζήτησε και πήρε ~. [< γαλλ. demander la parole] , κάνω λόγο για ...: αναφέρομαι σε κάτι: Στην ανακοίνωσή/δήλωσή/έκθεσή/συνέντευξή του έκανε ~ για άμεση λήψη μέτρων., λόγο (σ)τον λόγο: κατά την εξέλιξη της συζήτησης: ~ ~ άναψαν τα αίματα., λόγος (και) αντίλογος: διατύπωση άποψης και προβολή της αντίθετής της, στο πλαίσιο του διαλόγου, της ελευθερίας έκφρασης: ~ ~ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αγώνες ~ου (και) ~ου (πβ. αντιλογία, επιχειρηματολογία). Βλ. ντιμπέιτ., λόγου χάρη/χάριν (συντομ. λ.χ.): για παράδειγμα., λόγω και έργω & λόγω ή έργω (λόγ.): με λόγια και/ή πράξεις: Είναι χαρισματική προσωπικότητα ~ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ ~ εξύβριση., λόγω τιμής & στο(ν) λόγο (της τιμής) μου (προφ.): ως έκφραση διαβεβαίωσης για την αλήθεια, την αξιοπιστία, την εγκυρότητα των λόγων κάποιου: Λόγω τιμής, δεν ξέρω τίποτα. Σου υπόσχομαι, στον λόγο της τιμής μου, δεν θα το ξανακάνω. [< γαλλ. (ma) parole d'honneur] , μετά λόγου γνώσεως (απαιτ. λεξιλόγ.): με πλήρη επίγνωση της κατάστασης, με σύνεση και λογική, εκ πείρας, υπεύθυνα: Το λέω ~ ~., ο/η/το εν λόγω (λόγ.): για πρόσωπο ή πράγμα που έχει ήδη αναφερθεί, προς αποφυγή επανάληψης ή με ειρωνική χροιά: Με βάση τις διατάξεις του ~ ~ νόμου ... Η επιτροπή διαπίστωσε ότι ο ~ ~ υποψήφιος δεν διαθέτει προϋπηρεσία. Το ~ ~ προϊόν παρουσιάζει συνεχώς προβλήματα. Πβ. ο περί ου ο λόγος., ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση (εμφατ.-προφ.): σε περιπτώσεις που δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης: ~ ~ για ξεκούραση, αύριο φεύγουμε. -Μπορείς να με βοηθήσεις; -~ ~ (: βέβαια, θέλει και ρώτημα;)! Συναντηθήκαμε σήμερα, αλλά ~ ~ (: δεν μιλήσαμε καθόλου) για τα χθεσινά. Λίγες μέρες πριν τις διακοπές και για εισιτήρια φυσικά ~ ~ να γίνεται (: έχουν εξαντληθεί)., παίρνω/λαμβάνω τον λόγο: μιλώ ή παρεμβαίνω σε συζήτηση, αφού έρθει η σειρά μου: Πήρε ~ και είπε ... Πρώτος έλαβε ~ ο ..., ποιος ο λόγος να ...;: είναι άσκοπο, ανώφελο, ανούσιο: ~ ~ να πάω, αφού δεν θα έρθει; Πβ. ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος;, που λέει ο λόγος & (σπάν.) ο λόγος το λέει (προφ.): μιλώντας υποθετικά, για να αναφερθεί ένα παράδειγμα ή μια παροιμία, λαϊκή ρήση: Kαι πενήντα να μαζευτούμε, ~ ~, χωράμε στην αίθουσα. Πβ. ας πούμε, τρόπος του λέγειν.|| Δεν θέλει κόπο, αλλά τρόπο, ~ ~., του λόγου/(κι) ελόγου μου/σου/του ... (λαϊκό, συνήθ. ειρων.-μειωτ. για το β' κ. γ' πρόσ.): αντί της προσ. αντων. εγώ, εσύ, αυτός: Έτσι μεγάλωσα και ~ μου (= κι εγώ). Από πού 'ρχεσαι ~ σου; Καλό κουμάσι είναι κι ~ του! ΣΥΝ. αφεντιά, φυσικώ τω λόγω (λόγ.): όπως είναι λογικό, φυσικό., χωρίς/δίχως λόγο (και αιτία) & χωρίς αιτία/λόγο κι αφορμή & (λόγ.) άνευ λόγου (και αιτίας): χωρίς λογική εξήγηση: Κατηγορεί ο ένας τον άλλο ~ ~. Υποστήκαμε τα πάνδεινα ~ λόγο. ΣΥΝ. αδικαιολόγητα, αναίτια ΑΝΤ. δικαιολογημένα, ανάξιος λόγου βλ. ανάξιος, άξιος λόγου βλ. άξιος, για του λόγου το αληθές/το ασφαλές βλ. αληθής, δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί βλ. βλέπω, δίνω τον λόγο μου/τον λόγο της τιμής μου βλ. δίνω, εν τη ρύμη του λόγου βλ. ρύμη, ένας λόγος/μια κουβέντα είναι βλ. ένας, μία/μια, ένα, επ' ουδενί (λόγω) βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο βλ. πρώτος, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, ζωή σε (λόγου) σας βλ. ζωή, κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον βλ. δεύτερος, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, κουβέντα στην κουβέντα/λόγο στον λόγο βλ. κουβέντα, κουβέντα/λόγος να γίνεται βλ. γίνομαι, με άλλα λόγια βλ. λόγια, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, ο περί ου/η περί ης/το περί ου ο λόγος βλ. περί, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, περί ορέξεως (ουδείς λόγος/κολοκυθόπιτα) βλ. όρεξη, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, τι μέρος του λόγου είναι ...; βλ. μέρος, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω [< αρχ. λόγος, γαλλ. langue, parole, raison]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.