Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29300-29320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28606λογοτέχνημαλο-γο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.): λογοτεχνικό έργο ή γενικότ. γραπτό κείμενο με λογοτεχνικές αξιώσεις: παιδικό ~.|| Ιστορικό ~. Βλ. -τέχνημα.
28607λογοτέχνης, λογοτέχνιδαλο-γο-τέ-χνης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. λόγ. θηλ. λογοτέχνις (γεν. -ιδος) | λογοτεχνών}: δημιουργός πεζών ή ποιητικών λογοτεχνικών έργων: μεγάλος ~ και κριτικός. Έλληνες/ξένοι/σύγχρονοι ~ες. Πβ. εργάτης του λόγου. Βλ. καλλιτέχνης, πεζογράφος, ποιητής, συγγραφέας. [< μεσν. λογοτέχνης ‘τεχνίτης λόγων, ρήτορας’, γαλλ. littérateur]
28608λογοτεχνίαλο-γο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. το σύνολο των έργων του έντεχνου λόγου ενός λαού, πολιτισμού, μιας γλώσσας, περιοχής, χρονικής περιόδου ή ορισμένης θεματολογίας· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: αμερικανική/αστυνομική/(νεο)ελληνική/ερωτική/ευρωπαϊκή/εφηβική/ηλεκτρονική/κλασική (κυρ. αρχαία ελληνική και λατινική)/λαϊκή/ξένη/παιδική/προφορική (π.χ. μύθοι, δημοτικά τραγούδια· βλ. παράδοση)/στρατευμένη/σύγχρονη/φανταστική (ή ~ του φανταστικού) ~. Γλώσσα και ~. Ανθολόγιο ~ας. Αριστουργήματα της παγκόσμιας ~ας. Ο νατουραλισμός/ρομαντισμός/υπερρεαλισμός στη ~. Η επανάσταση του '21 μέσα από τη ~. Διαβάζω ~. Βλ. γραμματεία, κυβερνο~, παρα~, υπερ~.|| Διδάσκει ~. Βλ. φιλολογία. 2. ΛΟΓΟΤ. δημιουργία έργων ποιητικού ή πεζού λόγου, κυρ. υψηλής και διαχρονικής αισθητικής αξίας: βραβείο Νόμπελ/διαγωνισμός/κριτικός ~ας. Άνθιση/ιστορία της ~ας. Βλ. πεζογραφία, ποίηση, -τεχνία. 3. οτιδήποτε αντίκειται στην πραγματικότητα, φαντασιοκοπία: Αυτή είναι η αληθινή ζωή, όλα τα άλλα είναι ~ (πβ. παραμύθια). ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία της λογοτεχνίας: κλάδος που μελετά τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τις μεθόδους ανάλυσης των λογοτεχνικών έργων. Βλ. αποδόμηση, (μετα)δομ-, φορμαλ-ισμός, πρόσληψη., συγκριτική λογοτεχνία: κλάδος που ασχολείται με τη συγκριτική μελέτη της λογοτεχνικής παραγωγής, συνήθ. σε δύο ή περισσότερες γλώσσες. [< μεσν. λογοτεχνία 'ρητορική χρήση του λόγου', γαλλ. littérature, γερμ. Literatur]
28609λογοτεχνίζειλο-γο-τε-χνί-ζει ρ. (αμτβ.) (αρνητ. συνυποδ.): (για κείμενο) περιέχει ή (για πρόσ.) χρησιμοποιεί λογοτεχνισμούς.
28610λογοτεχνικός, ή, ό λο-γο-τε-χνι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με τη λογοτεχνία ή τον λογοτέχνη: ~ός: διαγωνισμός/τόπος. ~ή: αξία (ενός έργου)/δημιουργία/θεωρία/κριτική/μετάφραση/παραγωγή/παράδοση/σύμβαση. ~ό: βραβείο (π.χ. Νόμπελ λογοτεχνίας)/περιοδικό/ταλέντο/ύφος. ~ές: εκδόσεις/εξελίξεις/τάσεις. ~ά: κείμενα (: πεζά, ποιητικά)/ρεύματα (βλ. κλασικ-, νατουραλ-, παρνασσ-, (υπερ)ρεαλ-, ρομαντ-ισμός). Καθιερώθηκε γρήγορα στους ~ούς κύκλους της εποχής του. ● επίρρ.: λογοτεχνικά ● ΣΥΜΠΛ.: λογοτεχνικά γένη/είδη: ΦΙΛΟΛ. κατηγοριοποίηση των έργων της λογοτεχνίας ως προς τα μορφολογικά ή θεματικά χαρακτηριστικά σε ευρύτερο (αφήγηση, δράμα, ποίηση) ή στενότερο επίπεδο (έπος, τραγωδία, σατιρικό δράμα, κωμωδία, λυρική ποίηση, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα)., λογοτεχνική/φιλολογική βραδιά βλ. βραδιά [< γαλλ. littéraire]
28611λογοτεχνικότηταλο-γο-τε-χνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. το είδος των σχέσεων, σημασιολογικών, συντακτικών, υφολογικών, μεταξύ των γλωσσικών σημείων ενός κειμένου που το καθιστούν λογοτεχνικό: με έντονη/εξαιρετική/ιδιαίτερη ~. Βλ. δραματικ-, θεατρικ-, ποιητικ-ότητα. [< γαλλ. littérarité, 1965]
28612λογοτέχνιςβλ. λογοτέχνης, λογοτέχνιδα
28613λογοτεχνισμόςλο-γο-τε-χνι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.): γλωσσικό στοιχείο που προσδίδει λογοτεχνικό ύφος κυρ. σε κείμενο: ακριβής γλώσσα χωρίς ~ούς. Βλ. καλολογικά στοιχεία.
28614λογότυπολο-γό-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {λογοτύπ-ου} & λογότυπος (ο): επωνυμία, τίτλος, φράση ή/και τυποποιημένο σχέδιο που αποτελεί την ταυτότητα οργανισμού, προϊόντος, εντύπου: επίσημο ~. ~ εταιρείας/εφημερίδας/πανεπιστημίου/υπουργείου. Σχεδιασμός ~ου. Εμφάνιση ~ου σε έντυπο υλικό. Πβ. έμβλημα, λόγκο, σήμα, σλόγκαν. Βλ. -τυπος2. [< αγγλ.-γαλλ. logotype]
28615λογοφέρνωλο-γο-φέρ-νω ρ. (αμτβ.) {λογόφερα, λογοφέρει} (προφ.): λογομαχώ.
28616λογύδριολο-γύ-δρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-ειρων.): σύντομη ομιλία. [< μτγν. λογύδριον ‘μικρός ή ανόητος λόγος’]
28617λόγχηλόγ-χη ουσ. (θηλ.) 1. αιχμή δόρατος, συνήθ. χάλκινη ή σιδερένια· κατ' επέκτ. δόρυ. 2. ΣΤΡΑΤ. μακρόστενη χαλύβδινη πλάκα, σε σχήμα μικρού ξίφους, που προσαρμόζεται στο άκρο της κάννης στρατιωτικού τουφεκιού. Βλ. ξιφο~. 3. ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικό λειτουργικό σκεύος, σαν μαχαίρι, με λαβή που καταλήγει σε σταυρό, το οποίο χρησιμοποιείται για την κοπή του προηγιασμένου άρτου: αγία ~. Βλ. πρόθεση. ● ΦΡ.: εφ' όπλου λόγχη 1. ΣΤΡΑΤ. με τις λόγχες τοποθετημένες στα τουφέκια: εισβολή/επίθεση με ~ ~.|| (ως παράγγελμα) Φρουροί, ~ ~! 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ετοιμότητα, εγρήγορση: ~ ~ οι συνδικαλιστές. Πβ. με το δάχτυλο στη σκανδάλη. [< αρχ. λόγχη]
28618λογχίζωλογ-χί-ζω ρ. (μτβ.) {λόγχι-σα, λογχί-σει, λογχίζ-οντας} (λόγ.) 1. τρυπώ, πληγώνω ή/και σκοτώνω με λόγχη. 2. (μτφ.-λογοτ.) διαπερνώ: Η γυμνή κορυφή του βουνού/το ψηλό καμπαναριό ~ει τον ουρανό. [< μεσν. λογχίζω]
28619λογχισμόςλογ-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & λόγχισμα (το) (λόγ.): χτύπημα με λόγχη: (παλαιότ.) Θανατώθηκε διά ~ού/με ~ό. Βλ. -ισμός.
28620λογχοειδής, ής, ές λογ-χο-ει-δής επίθ.: ΒΟΤ. που μοιάζει με λόγχη: ~ή: φύλλα. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. λογχωτός [< μτγν. λογχοειδής]
28621λογχομαχίαλογ-χο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. εξάσκηση στη χρήση λόγχης. Βλ. εκ του συστάδην, ξιφασκία, οπλομαχία, -μαχία.
28622λογχοφόρος, ος/α, ο λογ-χο-φό-ρος επίθ. (λόγ.-παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. που έφερε λόγχη: ~οι: ιππείς (κ. ως ουσ. ~οι). Βλ. -φόρος. [< αρχ. λογχοφόρος]
28623λογχωτός, ή, ό λογ-χω-τός επίθ.: ΒΟΤ. λογχοειδής. [< αρχ. λογχωτός]
28625λόγω[λόγῳ] λό-γω πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.): εξαιτίας: ~ βλάβης/εργασιών/κακοκαιρίας. Σύνταξη ~ αναπηρίας/θανάτου. Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό ~ διακοπών. Το ατύχημα προκλήθηκε ~ ολισθηρότητας του οδοστρώματος. Βλ. ελέω. [< αρχ. λόγῳ, γαλλ. en raison de]
28627λοιδορίαλοι-δο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπαιγμός, χλεύη, σαρκασμός: Έγινε αντικείμενο δημόσιας/δημοσιογραφικής ~ας. Πβ. κακολογία, κοροϊδία, ονειδ-, προπηλακ-ισμός, συκοφάντηση. [< αρχ. λοιδορία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.