| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1484 | λοιδορίες | [αἰτίαση] αι-τί-α-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως | -άσεις, -άσεων, συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): κατηγορία, μομφή: αβάσιμες/άδικες/ανυπόστατες ~άσεις (= επικρίσεις) σε βάρος/εναντίον κάποιου. ~άσεις για κακή διαχείριση/περί διαπλοκής. Ανασκευάζω/αντικρούω/απαντώ στις/απορρίπτω/δέχομαι τις ~άσεις του. Διατυπώνεται (εντελώς αβάσιμα) η/προβάλλω την ~ ότι ... [< αρχ. αἰτίασις] | |
| 28628 | λοιδορώ | [λοιδορῶ] λοι-δο-ρώ ρ. (μτβ.) {λοιδορ-είς ..., -ώντας | λοιδόρ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπαίζω, περιγελώ, χλευάζω: Μας ~ησαν. ~ήθηκε για τις ιδέες του. Πβ. κακολογώ, κοροϊδεύω, μυκτηρ-, ονειδ-, προπηλακ-ίζω, σαρκάζω, σκώπτω, συκοφαντώ. [< αρχ. λοιδορῶ] | |
| 28629 | λοιμικός | , ή, ό λοι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λοιμό: ~ή: νόσος. Πβ. λοιμώδης. [< αρχ. λοιμικός] | |
| 28630 | λοιμογόνος | , ος, ο λοι-μο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί λοίμωξη: ~ος: δύναμη (ιού). ~οι: παράγοντες (: βακτήρια, μύκητες, παράσιτα). Βλ. -γόνος. | |
| 28631 | λοιμοκαθαρτήριο | λοι-μο-κα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ειδικός χώρος λιμανιού για απομόνωση και υγειονομικό έλεγχο του πληρώματος και των επιβατών πλοίων που έρχονταν από χώρες όπου είχε εκδηλωθεί επιδημική ασθένεια. Βλ. καραντίνα, -τήριο. [< γαλλ. lazaret] | |
| 28632 | λοιμός | λοι-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κάθε λοιμώδης ασθένεια με επιδημικό χαρακτήρα· ιδ. η πανούκλα: Καταστροφικός/θανατηφόρος/φοβερός ~ θέρισε/ξεκλήρισε τον πληθυσμό της πόλης. Πβ. θανατικό. Βλ. λιμός. ● ΦΡ.: σεισμοί, λοιμοί/λιμοί και καταποντισμοί βλ. σεισμός [< αρχ. λοιμός] | |
| 28633 | λοιμώδης | , ης, ες λοι-μώ-δης επίθ. {λοιμώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: ΙΑΤΡ. μεταδοτικός, μολυσματικός: ~ης: ενδοκαρδίτιδα/ηπατίτιδα (του σκύλου)/νόσος (πβ. λοιμός). ~ες: ερύθημα. Πβ. ιογόνος, λοιμικός.|| (παλαιότ.) Νοσοκομείο Λοιμωδών (ενν. Νοσημάτων· κ. ως ουσ., προφ. το Λοιμωδών). Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: λοιμώδης αγαλαξία βλ. αγαλαξία, λοιμώδης μονοπυρήνωση βλ. μονοπυρήνωση [< αρχ. λοιμώδης, γαλλ. infectieux] | |
| 28634 | λοίμωξη | λοί-μω-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εγκατάσταση μικροβίων στον οργανισμό και πολλαπλασιασμός τους· το σύνολο των παθολογικών καταστάσεων που μπορούν να προκαλέσουν: βακτηριακή (βλ. τέτανος, σταφυλοκοκκίαση)/ιογενής (= ίωση· βλ. ιντερφερόνη)/μικροβιακή/μυκητιασική ~. Ασυμπτωματική/ερπητική/(ενδο)νοσοκομειακή/οξεία/πνευμονική/στρεπτοκοκκική/τοπική (βλ. νεομυκίνη)/χρόνια ~. Αναπνευστικές ~ώξεις/~ώξεις του αναπνευστικού (: αμυγδαλίτ-, (τραχειο)βρογχίτ-, ρινίτ-, φαρυγγίτ-, ωτίτ-ιδα, πνευμονία· βλ. γρίπη, κοινό κρυολόγημα, κοκίτης). Δερματικές (βλ. μυρμηγκιά, πυόδερμα, τριχοφυτία)/(γαστρ)εντερικές/ευκαιριακές/νεογνικές/οφθαλμικές/παρασιτικές (βλ. αγκυλοστομ-, εχινοκοκκ-, λαμβλ-, λιστερ-, οξυουρ-ίαση, αμοιβάδωση)/σεξουαλικώς μεταδιδόμενες (βλ. νόσημα)/τροφιμογενείς (βλ. σαλμονέλωση)/υποτροπιάζουσες/χειρουργικές ~ώξεις. ~ του αίματος (βλ. βακτηρι-, σηψ-αιμία)/του ουροποιητικού (= ουρο~). ~ από τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας (= έιτζ)/της ηπατίτιδας Β. Βλ. επανα~, επι~, αντιβιοτικό, επιπολασμός, επιφαινόμενο, ιστιοκύτταρα, λεμφαδένες, μόλυνση, φλεγμονή, χημειοπροφύλαξη. [< πβ. μεσν. λοίμωξις 'ευλογιά', γαλλ.-αγγλ. infection] | |
| 28635 | λοιμωξιολογία | λοι-μω-ξι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Λ): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενό του τις λοιμώξεις· ειδικότ. εξειδίκευση της Παθολογίας και της Παιδιατρικής: κλινική ~. Βλ. ιολογία, -λογία. [< αγγλ. infectiology, γαλλ. infectiologie, 1984] | |
| 28636 | λοιμωξιολόγος | λοι-μω-ξι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη λοιμωξιολογία: παθολόγος/παιδίατρος-~. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. infectiologist, γαλλ. infectiologue] | |
| 28637 | λοιπόν | λοι-πόν σύνδ. 1. για δήλωση συμπεράσματος: Δεν ήρθες· αποφάσισα, ~, να πάω μόνος μου. Πού καταλήγουμε, ~; Οι εξετάσεις είναι δύσκολες· γι' αυτό, ~, χρειάζεται διάβασμα. Άρα, ~, αποδεικνύεται ότι είχε δίκιο. Σύμφωνα, ~, με τα παραπάνω ... Αν, ~, σ' ενδιαφέρει η πρότασή μου ... Έτσι, ~ ...! Πβ. επομένως, συνεπώς, ώστε. 2. (προφ.) εισαγωγικά, μεταβατικά ή παρενθετικά (στον λόγο) ή μετά από παύση: ~, έχουμε και λέμε ...! Άκου, ~! ~, τι λέγαμε; Θα ήθελα, ~, να σας καλωσορίσω! Τότε, ~, γυρίζει και μου λέει ... Πβ. που λες.|| (με άρθ.-λαϊκό) Ανοίγω, το ~, την πόρτα ... 3. (προφ.) επιφωνηματικά, για έκφραση ποικίλων συναισθημάτων: Ωραία, (το) ~, κανονίστηκε! Παράτα με, ~ (= επιτέλους, τέλος πάντων)! Εντάξει, ~, το καταλάβαμε, μη συνεχίζεις. Να, ~, που είναι αλήθεια. Αντίο, ~ ...! Ε, ναι ~, τα κατάφερα! Πολύ καλά, ~, αφού το θες ... 4. (προφ.) για ενίσχυση της προτροπής: Άντε/ας δούμε/έλα/εμπρός/για πες, ~ (πβ. ντε). ~, κουράγιο/υπομονή! ● ΦΡ.: και λοιπόν; (προφ.): για έκφραση αδιαφορίας: ~ ~, πού είναι το πρόβλημα; ~ ~, τι κατάλαβες μ' αυτό που έκανες; Πβ. ε, και; (ε) κι έπειτα/ύστερα; κι επειδή; και τι έγινε/και τι μ' αυτό;, να (λοιπόν) γιατί ... βλ. γιατί [< 1: μτγν. λοιπόν 2-4: μεσν. ~] | |
| 28638 | λοιπός | , ή, ό λοι-πός επίθ. (λόγ.): που παραλείπεται, δεν αναφέρεται μαζί με άλλα ομοειδή και ιδ. σημαντικότερα στοιχεία: ηλεκτρονικοί υπολογιστές και ~ εξοπλισμός. Επιστημονικό, νοσηλευτικό και ~ό προσωπικό. Αθλητικές, πολιτιστικές και ~ές (= άλλες) δραστηριότητες. ΣΥΝ. υπόλοιπος ● ΦΡ.: και λοιπά (κ.λπ.)/και τα λοιπά (κ.τ.λ.) & (σπάν.) και λοιπά πολλά: και άλλα παρόμοια: διάφορα αξεσουάρ, όπως γυαλιά, καπέλα, τσάντες, φουλάρια κ.λπ. Απεργούν όλα τα μέσα μεταφοράς, μπλε λεωφορεία, τρόλεϊ, μετρό κ.τ.λ.|| (εμφατ.) Άρχισε τις δικαιολογίες, ότι αρρώστησε, ότι δεν πρόλαβε και λοιπά και λοιπά. Πβ. και ούτω καθεξής. Βλ. τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. ΣΥΝ. και άλλα [< μτγν. καί τά λοιπά, γαλλ. et cetera (etc.)] , κατά τα λοιπά: όσον αφορά τα υπόλοιπα, κατά τα άλλα: ~ ~ εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου ..., του λοιπού: από τώρα και στο μέλλον: ~ ~ δεν ισχύουν οι όροι της σύμβασης. ΣΥΝ. από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος, εφεξής, στο εξής [< αρχ. λοιπός ‘αυτός που απομένει’] | |
| 28639 | λοίσθιος | , α, ο λοί-σθι-ος επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: πνέει τα λοίσθια (λόγ.): είναι ετοιμοθάνατος· (κυρ. μτφ.-χιουμορ.) για συσκευή που κοντεύει να χαλάσει ή για κάτι που δεν πηγαίνει καλά. Πβ. αργο-πεθαίνω, -σβήνω, ψυχο-μαχώ, -ρραγώ.|| Το κινητό/ο γάμος τους ~ ~. Πβ. είναι στα τελευταία του. [< αρχ. λοίσθιος 'τελευταίος'] | |
| 28640 | ΛΟΚ | (τα) (παλαιότ.): Λόχος Ορεινών Καταδρομών. Σήμερα: Ειδικές Δυνάμεις Καταδρομών. || (γενικότ.-προφ., για τις Δυνάμεις Καταδρομών). | |
| 28642 | λοκ-άουτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) λοκάουτ: άρνηση της εργοδοσίας να δεχτεί τις υπηρεσίες των εργαζομένων της, η οποία συνεπάγεται μη υποχρέωση καταβολής μισθού σε αυτούς, ως μέσο άσκησης πίεσης για να σταματήσουν την απεργία: Η επιχείρηση κήρυξε ~. ΣΥΝ. ανταπεργία [< αγγλ. lock-out, lockout] | |
| 28641 | λοκάντα | λο-κά-ντα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): πανδοχείο, ταβέρνα. [< ιταλ. locanda] | |
| 28643 | λοκατζής | λο-κα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΣΤΡΑΤ. ορεινός καταδρομέας· (συνηθέστ. γενικότ.) καταδρομέας. Πβ. πρασινοσκούφης. | |
| 28644 | λοκομοτίβα | λο-κο-μο-τί-βα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) κινητήρια δύναμη: οι ξένες επενδύσεις/ο τουρισμός ως ~. Οι χρηματαγορές αποτελούν τη ~ της παγκόσμιας οικονομίας. 2. (παρωχ.) ατμομηχανή. [< ιταλ. loco motiva, γαλλ. locomotive] | |
| 58682 | λολ | επιφών. (κυρ. σε τσατ): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ αστείο. Βλ. LOL. [αμερικ. laughing out loud, 1991, γαλλ. lol, 2000] | |
| 28645 | λόλα1 | βλ. λώλα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ