Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29320-29340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28609λογοτεχνίζειλο-γο-τε-χνί-ζει ρ. (αμτβ.) (αρνητ. συνυποδ.): (για κείμενο) περιέχει ή (για πρόσ.) χρησιμοποιεί λογοτεχνισμούς.
28610λογοτεχνικός, ή, ό λο-γο-τε-χνι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με τη λογοτεχνία ή τον λογοτέχνη: ~ός: διαγωνισμός/τόπος. ~ή: αξία (ενός έργου)/δημιουργία/θεωρία/κριτική/μετάφραση/παραγωγή/παράδοση/σύμβαση. ~ό: βραβείο (π.χ. Νόμπελ λογοτεχνίας)/περιοδικό/ταλέντο/ύφος. ~ές: εκδόσεις/εξελίξεις/τάσεις. ~ά: κείμενα (: πεζά, ποιητικά)/ρεύματα (βλ. κλασικ-, νατουραλ-, παρνασσ-, (υπερ)ρεαλ-, ρομαντ-ισμός). Καθιερώθηκε γρήγορα στους ~ούς κύκλους της εποχής του. ● επίρρ.: λογοτεχνικά ● ΣΥΜΠΛ.: λογοτεχνικά γένη/είδη: ΦΙΛΟΛ. κατηγοριοποίηση των έργων της λογοτεχνίας ως προς τα μορφολογικά ή θεματικά χαρακτηριστικά σε ευρύτερο (αφήγηση, δράμα, ποίηση) ή στενότερο επίπεδο (έπος, τραγωδία, σατιρικό δράμα, κωμωδία, λυρική ποίηση, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα)., λογοτεχνική/φιλολογική βραδιά βλ. βραδιά [< γαλλ. littéraire]
28611λογοτεχνικότηταλο-γο-τε-χνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. το είδος των σχέσεων, σημασιολογικών, συντακτικών, υφολογικών, μεταξύ των γλωσσικών σημείων ενός κειμένου που το καθιστούν λογοτεχνικό: με έντονη/εξαιρετική/ιδιαίτερη ~. Βλ. δραματικ-, θεατρικ-, ποιητικ-ότητα. [< γαλλ. littérarité, 1965]
28612λογοτέχνιςβλ. λογοτέχνης, λογοτέχνιδα
28613λογοτεχνισμόςλο-γο-τε-χνι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.): γλωσσικό στοιχείο που προσδίδει λογοτεχνικό ύφος κυρ. σε κείμενο: ακριβής γλώσσα χωρίς ~ούς. Βλ. καλολογικά στοιχεία.
28614λογότυπολο-γό-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {λογοτύπ-ου} & λογότυπος (ο): επωνυμία, τίτλος, φράση ή/και τυποποιημένο σχέδιο που αποτελεί την ταυτότητα οργανισμού, προϊόντος, εντύπου: επίσημο ~. ~ εταιρείας/εφημερίδας/πανεπιστημίου/υπουργείου. Σχεδιασμός ~ου. Εμφάνιση ~ου σε έντυπο υλικό. Πβ. έμβλημα, λόγκο, σήμα, σλόγκαν. Βλ. -τυπος2. [< αγγλ.-γαλλ. logotype]
28615λογοφέρνωλο-γο-φέρ-νω ρ. (αμτβ.) {λογόφερα, λογοφέρει} (προφ.): λογομαχώ.
28616λογύδριολο-γύ-δρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-ειρων.): σύντομη ομιλία. [< μτγν. λογύδριον ‘μικρός ή ανόητος λόγος’]
28617λόγχηλόγ-χη ουσ. (θηλ.) 1. αιχμή δόρατος, συνήθ. χάλκινη ή σιδερένια· κατ' επέκτ. δόρυ. 2. ΣΤΡΑΤ. μακρόστενη χαλύβδινη πλάκα, σε σχήμα μικρού ξίφους, που προσαρμόζεται στο άκρο της κάννης στρατιωτικού τουφεκιού. Βλ. ξιφο~. 3. ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικό λειτουργικό σκεύος, σαν μαχαίρι, με λαβή που καταλήγει σε σταυρό, το οποίο χρησιμοποιείται για την κοπή του προηγιασμένου άρτου: αγία ~. Βλ. πρόθεση. ● ΦΡ.: εφ' όπλου λόγχη 1. ΣΤΡΑΤ. με τις λόγχες τοποθετημένες στα τουφέκια: εισβολή/επίθεση με ~ ~.|| (ως παράγγελμα) Φρουροί, ~ ~! 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ετοιμότητα, εγρήγορση: ~ ~ οι συνδικαλιστές. Πβ. με το δάχτυλο στη σκανδάλη. [< αρχ. λόγχη]
28618λογχίζωλογ-χί-ζω ρ. (μτβ.) {λόγχι-σα, λογχί-σει, λογχίζ-οντας} (λόγ.) 1. τρυπώ, πληγώνω ή/και σκοτώνω με λόγχη. 2. (μτφ.-λογοτ.) διαπερνώ: Η γυμνή κορυφή του βουνού/το ψηλό καμπαναριό ~ει τον ουρανό. [< μεσν. λογχίζω]
28619λογχισμόςλογ-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & λόγχισμα (το) (λόγ.): χτύπημα με λόγχη: (παλαιότ.) Θανατώθηκε διά ~ού/με ~ό. Βλ. -ισμός.
28620λογχοειδής, ής, ές λογ-χο-ει-δής επίθ.: ΒΟΤ. που μοιάζει με λόγχη: ~ή: φύλλα. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. λογχωτός [< μτγν. λογχοειδής]
28621λογχομαχίαλογ-χο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. εξάσκηση στη χρήση λόγχης. Βλ. εκ του συστάδην, ξιφασκία, οπλομαχία, -μαχία.
28622λογχοφόρος, ος/α, ο λογ-χο-φό-ρος επίθ. (λόγ.-παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. που έφερε λόγχη: ~οι: ιππείς (κ. ως ουσ. ~οι). Βλ. -φόρος. [< αρχ. λογχοφόρος]
28623λογχωτός, ή, ό λογ-χω-τός επίθ.: ΒΟΤ. λογχοειδής. [< αρχ. λογχωτός]
28625λόγω[λόγῳ] λό-γω πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.): εξαιτίας: ~ βλάβης/εργασιών/κακοκαιρίας. Σύνταξη ~ αναπηρίας/θανάτου. Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό ~ διακοπών. Το ατύχημα προκλήθηκε ~ ολισθηρότητας του οδοστρώματος. Βλ. ελέω. [< αρχ. λόγῳ, γαλλ. en raison de]
28627λοιδορίαλοι-δο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπαιγμός, χλεύη, σαρκασμός: Έγινε αντικείμενο δημόσιας/δημοσιογραφικής ~ας. Πβ. κακολογία, κοροϊδία, ονειδ-, προπηλακ-ισμός, συκοφάντηση. [< αρχ. λοιδορία]
1484λοιδορίες

[αἰτίαση] αι-τί-α-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως | -άσεις, -άσεων, συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): κατηγορία, μομφή: αβάσιμες/άδικες/ανυπόστατες ~άσεις (= επικρίσεις) σε βάρος/εναντίον κάποιου. ~άσεις για κακή διαχείριση/περί διαπλοκής. Ανασκευάζω/αντικρούω/απαντώ στις/απορρίπτω/δέχομαι τις ~άσεις του. Διατυπώνεται (εντελώς αβάσιμα) η/προβάλλω την ~ ότι ... [< αρχ. αἰτίασις]

28628λοιδορώ[λοιδορῶ] λοι-δο-ρώ ρ. (μτβ.) {λοιδορ-είς ..., -ώντας | λοιδόρ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπαίζω, περιγελώ, χλευάζω: Μας ~ησαν. ~ήθηκε για τις ιδέες του. Πβ. κακολογώ, κοροϊδεύω, μυκτηρ-, ονειδ-, προπηλακ-ίζω, σαρκάζω, σκώπτω, συκοφαντώ. [< αρχ. λοιδορῶ]
28629λοιμικός, ή, ό λοι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λοιμό: ~ή: νόσος. Πβ. λοιμώδης. [< αρχ. λοιμικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.