| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28646 | λόλα2 | λό-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία μαρουλιού με σγουρά φύλλα: κόκκινη/πράσινη ~. Σαλάτα (με) ~ και ρόκα. Βλ. άισμπεργκ. [< ιταλ. lollo, 1960 < ιταλ. ανθρ. Gina Lollobrigida] | |
| 28647 | λολαίνω | βλ. λωλαίνω | |
| 28648 | λολαμάρα | βλ. λωλαμάρα | |
| 28649 | λολίτα | λο-λί-τα ουσ. (θηλ.): όμορφο νεαρό κορίτσι (έφηβη), συνήθ. πολύ ανεπτυγμένο για την ηλικία του, με προκλητική εμφάνιση και συμπεριφορά και έντονη σεξουαλικότητα. Πβ. νυμφίδιο. [< αγγλ. Lolita, 1959, ηρωίδα στο ομώνυμο μυθιστόρημα (1955) του Vl. Nabokov, γαλλ. ~, 1983] | |
| 28650 | λολός | βλ. λωλός | |
| 28651 | λόμπα | λό-μπα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο και το τένις) ψηλοκρεμαστή μπαλιά: Κρέμασε τον τερματοφύλακα με ~. [< αγγλ. lob] | |
| 28652 | λόμπι | λό-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. μειωτ.) ομάδα ατόμων που υποστηρίζουν και εκπροσωπούν συγκεκριμένα συμφέροντα, βάσει των οποίων προσπαθούν να επηρεάσουν, συνήθ. παρασκηνιακά, τα κέντρα λήψης αποφάσεων: εθνικιστικό/επιχειρηματικό/εφοπλιστικό/οργανωμένο/πολιτικό ~. Το εβραϊκό/ελληνικό ~ (της Αμερικής). Τα ~ της αυτοκινητοβιομηχανίας/του πετρελαίου. Πβ. οργανωμένα συμφέροντα. Βλ. κάστα, κατεστημένο, κλίκα, κορπορατισμός, λέσχη, συντεχνία. 2. προθάλαμος: στο ~ του θεάτρου (πβ. φουαγιέ)/ξενοδοχείου (πβ. ρεσεψιόν). Πβ. χολ. [< 1: αμερικ. lobby, γαλλ. ~. 1952 2: αγγλ. lobby < μεσν. λατ. lobium ‘στοά’] | |
| 28653 | λομπίστας | λο-μπί-στας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ. | σπάν. θηλ. λομπίστρια} (προφ., συνήθ. μειωτ.): μέλος λόμπι: τραπεζικοί ~ες. Οι ~ες της βιομηχανίας. Βλ. καπιταλίστας, -ίστας. ΣΥΝ. διαδρομιστής [< ιταλ. lobbista, 1953, αμερικ. lobbyist] | |
| 28654 | λονδρέζικος | , η, ο λον-δρέ-ζι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Λονδίνο ή/και τους Λονδρέζους. | |
| 28655 | Λονδρέζος, Λονδρέζα | Λον-δρέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Λονδίνο. [< ιταλ. Londrese] | |
| 28656 | λόντζια | βλ. λότζια | |
| 28657 | λόξα | λό-ξα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μανία, πάθος, ψύχωση: Έχει ~ με τις κατασκευές. Κουβαλάνε την ίδια ~ για τ' αυτοκίνητα. ΣΥΝ. κόλλημα (1), τρέλα (3), ψώνιο (2) 2. ιδιορρυθμία, ιδιοτροπία, παραξενιά· τρέλα: Καθένας με τη ~ (= τα χούγια) του.|| Πβ. λώλα, λωλάδα. | |
| 28658 | λόξεμα | λό-ξε-μα ουσ. (ουδ.) & λόξευμα (σπάν.-προφ.): κύρτωμα, λύγισμα. [< μτγν. λόξευμα] | |
| 28659 | λοξεύω | λο-ξεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λόξευ-σε κ. λόξε-ψε, λοξεύ-σει κ. λοξέ-ψει, (σπάν.) λοξευμένος} (προφ.) 1. λοξοδρομώ· κατ' επέκτ. παρεκκλίνω: Ο δρόμος ~ει αριστερά.|| (μτφ.) ~σαμε απ' τον αρχικό στόχο. 2. κάνω κάτι λοξό, κάμπτω, λυγίζω: ~σε τον σωλήνα. Πβ. καμπυλώνω. 3. (μτφ.) παραξενεύω, τρελαίνομαι: Έχει ~ψει (= σαλέψει) τελείως! [< μτγν. λοξεύω ‘βάζω σε λοξή θέση, κάνω κάτι ασαφές’] | |
| 28660 | λόξιγκας | λό-ξι-γκας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. μικρές, επαναλαμβανόμενες και θορυβώδεις εισπνοές αέρα, οι οποίες διαρκούν συνήθ. λίγα λεπτά και οφείλονται σε ακούσιες συσπάσεις του διαφράγματος με ταυτόχρονο κλείσιμο της τραχείας: ~ των εμβρύων. Πιες νερό, για να σου σταματήσει/φύγει ο ~. Βλ. φτέρνισμα, χασμουρητό.|| (για πρόσ. που σχολιάζεται, ενώ δεν είναι παρόν:) Τόση ώρα που μιλάμε γι' αυτόν, θα τον έχει πιάσει ~. [< μεσν. *λόξιγκας – παλαιότ. ορθογρ. λόξυγγας] | |
| 28661 | λοξοδρόμηση | λο-ξο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λοξοδρόμημα & λοξοδρόμισμα (το): παρέκκλιση, παρεκτροπή: (κυρ. μτφ.) πορεία χωρίς ~ήσεις. Πβ. ξεστράτισμα. [< γαλλ. déviation] | |
| 28662 | λοξοδρομία | λο-ξο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. σταθερή πλεύση κατά μήκος νοητής καμπύλης γραμμής που τέμνει τους μεσημβρινούς υπό σταθερό αζιμούθιο· συνεκδ. η σχετική καμπύλη: ορθοδρομία ή ~. Βλ. πλαγιοδρομία, -δρομία. [< μεσν. λοξοδρομία, γαλλ. loxodromie, αγγλ. loxodromy] | |
| 28663 | λοξοδρομικός | , ή, ό λο-ξο-δρο-μι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τη λοξοδρομία: ~ή: απόσταση/πλεύση/καμπύλη. Βλ. ορθοδρομικός. [< γαλλ. loxodromique, αγγλ. loxodromic] | |
| 28664 | λοξοδρομώ | [λοξοδρομῶ] λο-ξο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {λοξοδρομ-είς ..., -ώντας | λοξοδρόμ-ησα, -ήσω}: παρεκκλίνω: (κυρ. μτφ.) ~ησαν από τον αρχικό στόχο/σχεδιασμό. Πβ. ξεστρατίζω, παρεκτρέπομαι.|| (για οδηγό) ~ησε, για ν' αποφύγει τη σύγκρουση. [< μεσν. λοξοδρομώ, γαλλ. dévier] | |
| 28665 | λοξοκοίταγμα | λο-ξο-κοί-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λοξοκοιτάζω: ~ατα γεμάτα φθόνο (πβ. στραβοκοίταγμα). ~ατα και πονηρά χαμόγελα (πβ. κρυφοκοίταγμα).|| (μτφ.) Μουσική με τζαζ στοιχεία και ~ατα προς την κλασική. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ