Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29360-29380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28666λοξοκοιτάζωλο-ξο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λοξοκοίτα-ξα, λοξοκοιτά-ξει} & λοξοκοιτώ & λοξοκοιτάω 1. κοιτάζω κάποιον λοξά, συνήθ. με δύσπιστο, ερευνητικό, οργισμένο, πονηρό, υπαινικτικό ή φθονερό τρόπο ή με (κρυφό) ερωτικό ενδιαφέρον: Τον ~ξε καχύποπτα/με κακία. Πβ. στραβοκοιτάζω.|| Τη ~ζε όλο το βράδυ. Πβ. κρυφοκοιτάζω. 2. (μτφ.) έχω (κρυφές) βλέψεις για κάτι: Φήμες τον θέλουν να ~ει (: κατευθύνεται, προσανατολίζεται) προς το αντίπαλο κανάλι. Πβ. καλοβλέπω.
28667λοξός, ή, ό λο-ξός επίθ. 1. πλάγιος: ~ή: γραμμή. Παλτό με ~ές τσέπες. Πβ. γερτός, κεκλιμένος, πλαγιαστός, στραβός, φάλτσος. ΑΝΤ. ίσιος.|| Διακλάδωση με ~ή οδό.|| (ΑΝΑΤ.) Έξω/έσω ~ κοιλιακός μυς. Άνω/κάτω ~ οφθαλμικός μυς. ΑΝΤ. ορθός.|| Τον κοίταξε με ~ό βλέμμα/μάτι (= τον λοξοκοίταξε). Της έριχνε ~ές ματιές (: την κρυφοκοίταζε). 2. (μτφ., για πρόσ.) ανισόρροπος, ιδιόρρυθμος, παλαβός. Πβ. ζαβός. ● επίρρ.: λοξά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: αρχ. λοξός, γαλλ. oblique]
28668λοξότηταλο-ξό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του λοξού. Πβ. κλίση. Βλ. -ότητα. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. έλλειψη συμμετρίας: αρνητική/θετική ~ κατανομής. Βλ. κύρτωση. [< 1: μτγν. λοξότης 2: αγγλ. skewness]
28669λοξότμησηλο-ξό-τμη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η οξεία γωνία που προκύπτει από το σημείο συνάντησης δύο επιφανειών, προκειμένου να δημιουργηθούν απαλές ακμές που διευκολύνουν τη μετάβαση από τη μία (επιφάνεια) στην άλλη: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ επίπλων/μαχαιριών. Καθρέφτες με/χωρίς ~. Διαμάντια με πολλές ~ήσεις. Πβ. μπιζουτάρισμα. Βλ. φαλτσο-γωνιά, -κόφτης.|| (σπάν.) ~ δρόμων/ευθειών (: που σχηματίζουν λοξή γωνία).
28670λόρδαλόρ-δα ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: με κόβει (η) λόρδα/πείνα (προφ.): πεινώ πάρα πολύ: Δεν έχω φάει τίποτα απ' το πρωί και μ' έχει κόψει (η) ~. Πβ. βρομούν τα χνότα του από την πείνα, μου τρέχουν τα σάλια, πεινώ/τρώω σαν λύκος. Βλ. ξελίγωμα, ψωμόλυσσα. ΣΥΝ. πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα [< βεν. lorda 'μεγάλη πείνα']
28671λόρδοςλόρ-δος ουσ. (αρσ.): (στη Μεγάλη Βρετανία) τιμητικός τίτλος που απονέμεται στους ευγενείς και τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Βλ. λαίδη, μι~.|| ~ δήμαρχος/καγκελάριος (: πρόεδρος της Βουλής των ~ων και του Ανώτατου Δικαστηρίου). ● ΣΥΜΠΛ.: Βουλή των Λόρδων: ΠΟΛΙΤ. το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα του βρετανικού κοινοβουλίου, με μη αιρετά μέλη. Πβ. Άνω Βουλή. Βλ. Βουλή των Κοινοτήτων. [< αγγλ. House of Lords] [< αγγλ. lord]
28672λόρδωσηλόρ-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης, η οποία χαρακτηρίζεται από κύρτωμα της οσφυϊκής μοίρας προς τα εμπρός, ώστε το άνω μέρος του σώματος να κλίνει προς τα πίσω. Βλ. κύφωση, σκολίωση. [< αρχ. λόρδωσις, γαλλ. lordose, αγγλ. lordosis]
28673λορένσιολο-ρέν-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ραδιενεργό μέταλλο (σύμβ. Lr, Ζ, 103), το τελευταίο της σειράς των ακτινιδών, που παράγεται τεχνητά από το καλιφόρνιο και από άλλα στοιχεία. [< αγγλ. lawrencium, 1961, αμερικ. ανθρ. E. O. Lawrence – παλαιότ. ορθογρ. λωρένσιο]
28674λοσιόνλο-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: υγρό καλλυντικό παρασκεύασμα υδατικής ή υδατικής-αλκοολικής σύστασης, με τονωτική ή στυπτική δράση: αντηλιακή/αρωματική/ενυδατική/καταπραϋντική ~. ~ απολέπισης/μαλλιών/ντεμακιγιάζ/(καθαρισμού) προσώπου/σώματος. ~ για μετά το ξύρισμα (πβ. άφτερ σέιβ)/με εκχυλίσματα βοτάνων. Απλώστε τη ~ μετά το μπάνιο/σε βαμβάκι. Βλ. γαλάκτωμα, λάδι, τζελ. [< γαλλ. lotion]
28675λοστάριλο-στά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): λοστός: κουκουλοφόροι με καδρόνια και ~ια.
28676λοστόςλο-στός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ατσαλένια, σιδερένια ή χαλύβδινη ράβδος, η οποία χρησιμοποιείται ως μοχλός για τη μετακίνηση ογκωδών αντικειμένων ή για διατρήσεις· το ένα της άκρο είναι συνήθ. κυρτό με διχαλωτή απόληξη, ενώ το άλλο της ελαφρά λυγισμένο προς τα πάνω, με σφηνοειδή απόληξη. || Η πόρτα παραβιάστηκε με/τον χτύπησαν στο κεφάλι με ~ό. Πβ. λοστάρι, σιδηρο~. [< μεσν. λοστός]
28677λοστρόμοςλο-στρό-μος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ναύκληρος. [< ιταλ. nostromo]
28678λοταρίαλο-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.): κάθε τυχερό παιχνίδι με λαχνούς: κρατική ~. Πβ. λαχείο. [< βεν. lotaria]
28679λότζιαλό-τζια ουσ. (θηλ.) & λόντζια: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ορθογώνιο ενετικό οικοδόμημα με πολλά τοξωτά ανοίγματα και στοά στο ισόγειο, το οποίο αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης και αναψυχής των ευγενών και των αρχόντων. Πβ. λέσχη. [< ιταλ. loggia]
28681λότολό-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι στο οποίο ο παίκτης σημειώνει τουλάχιστον έξι από τους σαράντα εννέα αριθμούς (1-49) δελτίου και κερδίζει χρηματικό ποσό, εφόσον κληρωθούν τουλάχιστον τρεις από αυτούς: υπερτυχερός του ~. Εκατομμύρια/εξάρι/τζακ-ποτ στο ~. Έπιασε το ~. Παίζω απλές στήλες/σύστημα στο ~. Βλ. βιντεο~, κίνο, λαχείο, ξυστό, (Πάμε) Στοίχημα, προπό, πρότο, τζόκερ. [< ιταλ. lotto – παλαιότ. ορθογρ. λόττο]
28680λοτόμοςβλ. υλοτόμος
28682λουουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα λάμδα.
28683λουβιάλου-βιά ουσ. (ουδ.) (τα): (κυρ. στην Κύπρο) μαυρομάτικα φασόλια.
28684λουβικήλου-βι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Λ): ΓΛΩΣΣ. νεκρή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα που μιλιόταν σε περιοχές της Μικράς Ασίας: ιερογλυφική/σφηνοειδής ~.
28685λούγκερλού-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Λ· παλαιότ.): τύπος γερμανικού περιστρόφου: ~ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Luger, 1912, αυστριακό ανθρ. G. J. Luger]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.