| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1954 | αλάβαστρο | [ἀλάβαστρο] α-λά-βα-στρο ουσ. (ουδ.) {αλαβάστρ-ου} & αλάβαστρος (ο) 1. ΟΡΥΚΤ. ορυκτός λίθος, ποικιλία του γύψου ή του ασβεστίτη, ημιδιαφανής, λευκός ή με μεγάλη ποικιλία χρωματισμών· συνεκδ. αντικείμενο από αλάβαστρο: είδη/τασάκι από ~.|| ~α και χρυσαφικά. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο χωρίς λαβές και βάση, μακρόστενου, κυλινδρικού σχήματος, με στενό λαιμό και πλατύ χείλος, για αρώματα και αρωματικά έλαια: γυάλινο/πήλινο ~. [< μτγν. ἀλάβαστρον, γαλλ. albâtre, αγγλ. alabaster] | |
| 1955 | αλάβωτος | , η, ο [ἀλάβωτος] α-λά-βω-τος επίθ. (συνήθ. λογοτ.) 1. που δεν τραυματίστηκε: Από την επίθεση δεν έμεινε ούτε ένας ~. Πβ. άτρωτος. ΑΝΤ. πληγωμένος 2. (μτφ.) που δεν δέχθηκε πλήγμα: ~η: περηφάνια/ψυχή. Το νησί βγήκε ~ο από τον σεισμό, με ελάχιστες υλικές ζημιές. Πβ. αλώβητος. | |
| 1958 | αλάδωτος | , η, ο [ἀλάδωτος] α-λά-δω-τος επίθ. 1. (για φαγητό) που δεν περιέχει λάδι: ~η: σαλάτα. ~α: όσπρια/χόρτα.|| (κατ' επέκτ.) ~η: μέρα/νηστεία (: κατά τη διάρκεια της οποίας δεν τρώνε λάδι). ΑΝΤ. λαδερός 2. που δεν αλείφτηκε, δεν λιπάνθηκε, δεν λερώθηκε με λάδι: ~η: αλυσίδα/κλειδαριά/μηχανή/πόρτα.|| ~η: πίτα. ~ο: ταψί. Πιάστο εσύ που τα χέρια σου είναι ~α. ΑΝΤ. λαδωμένος. 3. (λαϊκό-συνήθ. μειωτ. για αλλόθρησκους) αβάφτιστος. 4. (μτφ.-προφ.) που δεν έχει δωροδοκηθεί. Πβ. αδιάφθορος. | |
| 1959 | αλαζόνας | [ἀλαζόνας] α-λα-ζό-νας επίθ./ουσ.: αυτός που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, υποτιμώντας τους άλλους: (εμφατ.) ~ και υπερόπτης. Κυνικοί και ~ες. Πβ. επηρ-, καβαλη-, ξιπασ-, φαντασ-μένος, σνομπ, υψηλόφρων, ψηλομύτης. ΑΝΤ. μετριόφρων, ταπεινός (1), ταπεινόφρων [< αρχ. ἀλαζών, μεσν. αλαζόνας] | |
| 1960 | αλαζονεία | [ἀλαζονεία] α-λα-ζο-νεί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αλαζόνα, υπεροψία: απίστευτη/εθνική/καθεστωτική ~. Η ~ της γνώσης/της εξουσίας/των ισχυρών/του νικητή/των πολιτικών. Βλέμμα γεμάτο ~. Χωρίς εγωισμούς κι ~ες. Η επιτυχία τρέφει την ~ του. Πβ. έπαρση, μεγαλαυχία, ξιπασιά, οίηση, (ψωρο)περηφάνια. ΑΝΤ. μετριοφροσύνη, σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη [< αρχ. ἀλαζονεία] | |
| 1961 | αλαζονεύομαι | [ἀλαζονεύομαι] α-λα-ζο-νεύ-ο-μαι ρ. {συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (σπάν.-λόγ.): είμαι αλαζόνας, δείχνω αλαζονική συμπεριφορά: Γνωρίζει τη δύναμή του, ωστόσο δεν ~εται. ΣΥΝ. επαίρομαι, καυχιέμαι, κομπάζω, περηφανεύομαι (2) [< αρχ. ἀλαζονεύομαι] | |
| 1962 | αλαζονικός | , ή, ό [ἀλαζονικός] α-λα-ζο-νι-κός επίθ.: (για συμπεριφορά) που χαρακτηρίζει τον αλαζόνα ή (για πρόσωπο) που επιδεικνύει αλαζονεία: ~ός: ισχυρισμός/λόγος/τρόπος. ~ή: αντίληψη/αυταρέσκεια/εξουσία/(εμφατ.) έπαρση/νοοτροπία/πολιτική/στάση. ~ές: δηλώσεις. ~ό: βλέμμα/πνεύμα/ύφος. Πβ. υπερ-οπτικός, -φίαλος. ΑΝΤ. συγκαταβατικός, ταπεινός (1) ● επίρρ.: αλαζονικά [< αρχ. ἀλαζονικός] | |
| 1963 | αλάθευτος | , η, ο [ἀλάθευτος] α-λά-θευ-τος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που δεν κάνει λάθος, που βρίσκει τον στόχο του: ~ος: σκοπευτής. ~η: κρίση/λογική. Πβ. αλάνθαστος, εύστοχος. ΑΝΤ. λαθεμένος, λανθασμένος ● επίρρ.: αλάθευτα | |
| 1964 | αλάθητο | [ἀλάθητο] α-λά-θη-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήτου}: η ιδιότητα κάποιου να μην κάνει λάθος: Δεν διεκδικούμε το ~. Αποκήρυξε το πολιτικό ~. ● ΦΡ.: το αλάθητο του Πάπα βλ. πάπας | |
| 1965 | αλάθητος | , η, ο [ἀλάθητος] α-λά-θη-τος επίθ. (λογοτ.): αλάνθαστος: ~η: (δι)αίσθηση. ~ο: ένστικτο/κριτήριο. ~α: σημάδια. ΑΝΤ. λανθασμένος.|| Ουδείς ~ πλην του Θεού. ● επίρρ.: αλάθητα [< μτγν. ἀλάθητος ‘αυτός που δεν του διαφεύγει τίποτα’] | |
| 1968 | αλαλαγμός | [ἀλαλαγμός] α-λα-λαγ-μός ουσ. (αρσ.): βοή από βροντερές και συγκεχυμένες κραυγές πλήθους ανθρώπων: άγριος/θριαμβευτικός/πολεμικός ~. ~ ενθουσιασμού/νίκης/χαράς. Ο φανατισμένος όχλος ξέσπασε σε ~ούς. Πβ. ιαχή. [< αρχ. ἀλαλαγμός] | |
| 1969 | αλαλάζω | [ἀλαλάζω] α-λα-λά-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): κραυγάζω, συνήθ. για εμψύχωση ή από ενθουσιασμό: ~ουν έξαλλα από τη χαρά τους. Πβ. ζητωκραυγάζω. ● ΦΡ.: κύμβαλο(ν) αλαλάζον βλ. κύμβαλο [< αρχ. ἀλαλάζω] | |
| 1970 | αλάλητος | , η, ο [ἀλάλητος] α-λά-λη-τος επίθ. (λογοτ.) 1. που δεν εκφράζεται, δεν εξωτερικεύεται: ~ος: καημός. ~οι: στεναγμοί. Πβ. ανείπωτος, ανέκφραστος, άφατος. 2. (κυρ. μτφ.) που δεν λάλησε ακόμη και κατ΄ επέκτ. αμίλητος, βουβός. [< αρχ. ἀλάλητος ‘ανείπωτος, άρρητος’] | |
| 1971 | αλαλία | [ἀλαλία] α-λα-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της ικανότητας άρθρωσης λόγου που οφείλεται κυρ. σε ψυχολογικά αίτια: εκλεκτική/επιλεκτική ~. Πβ. αφωνία. Βλ. αγλωσσία, αφασία, δυσαρθρία, δυσλαλία, κωφ~. 2. {χωρ. πληθ.} σιωπή. ΣΥΝ. αφωνία (2) [< αρχ. ἀλαλία ‘πονηρία ή αταξία’, αγγλ. alalia, ιταλ. ~, 1899, γερμ. Alalie] | |
| 1972 | αλαλιάζω | [ἀλαλιάζω] α-λα-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αλάλια-σε, -σει, -σμένος} (λαϊκό): προκαλώ ή παθαίνω σύγχυση, παλαβώνω: Την ~σε η πείνα/ο τρόμος. Ο πελάτης τον ~σε στις ερωτήσεις. (αργκό) Τον ~σε (= έσπασε) στο ξύλο. Πβ. αποβλακώνω, μουρλαίνω, σκοτίζω.|| ~σα από τα βάσανα και τις συμφορές/την πολλή φασαρία/τη χαρά. Το αγόρι έκλαιγε/έτρεχε ~σμένο. | |
| 1973 | άλαλος | , η, ο [ἄλαλος] ά-λα-λος επίθ.: που δεν μπορεί να μιλήσει και κατ' επέκτ. που δεν μπορεί ή δεν θέλει να εκφραστεί ή χάνει τη μιλιά του λόγω έντονου συναισθήματος: Το παιδί του είναι ~ο (= βουβό, μουγγό) εκ γενετής. Βλ. κωφάλαλος.|| (λογοτ.) ~η: πένα/σκέψη.|| Στεκόταν συγκλονισμένος και ~ θαυμάζοντας τη θέα. Τι μου λες; έχω μείνει ~η! Πβ. άναυδος, άφωνος, εμβρόντητος, ενεός. ● ΦΡ.: άλαλα τα χείλη των ασεβών βλ. χείλος [< αρχ. ἄλαλος] | |
| 1974 | αλαλούμ | [ἀλαλούμ] α-λα-λούμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): παντελής έλλειψη τάξης, σύγχυση σε σημείο παραλογισμού: απίστευτο/γλωσσικό/κυκλοφοριακό/τηλεοπτικό ~. Κατάσταση ~. ~ στις μεταθέσεις/στην παιδεία. Πρωτοφανές ~ με τα δρομολόγια στην άγονη γραμμή. Γίνεται/επακολούθησε ~ (βλ. έγινε/γίνεται το έλα να δεις). Μόλις μετακόμισαν και επικρατεί ένα γενικό ~. Πβ. αναμπουμπούλα, αναρχία, αναστάτωση, αναταραχή, βαβούρα, κομφούζιο, μπάχαλο, φασαρία, χαλασμός. [< πιθ. αραβ. επιφ. ulalum] | |
| 1975 | αλαμπής | , ής, ές [ἀλαμπής] α-λα-μπής επίθ. {αλαμπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. (επιστ.) που δεν λάμπει: ~ής: βαφή (= ματ). ~ές: ορυκτό. Πβ. θαμπός. ΑΝΤ. λαμπερός (1), λαμπρός (1) 2. (μτφ.-απαρχαιωμ.) που δεν έχει αίγλη. Πβ. άδοξος, αφανής. [< αρχ. ἀλαμπής] | |
| 1976 | αλαμπουρνέζικος | , η, ο [ἀλαμπουρνέζικος] α-λα-μπουρ-νέ-ζι-κος επίθ. (προφ.): που δεν γίνεται κατανοητός και κατ' επέκτ. παράξενος, αλλόκοτος: ~η: γλώσσα/ιστορία. ~ο: κείμενο. Στο μέιλ τα ελληνικά εμφανίζονται ~α. Πβ. ακαταλαβίστικος, ακατάληπτος, ασυνάρτητος.|| Ζούμε σε μια ~η κοινωνία. ● Ουσ.: αλαμπουρνέζικα (τα): ακατανόητα λόγια, ασυναρτησίες: Τι ~ είναι αυτά που λες; ● επίρρ.: αλαμπουρνέζικα [< ιταλ. alla burlesca] | |
| 1978 | αλάνα | [ἀλάνα] α-λά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): υπαίθριος αδιαμόρφωτος χώρος σε οικισμό: Παίζαμε μπάλα στην ~ της γειτονιάς. Παιδί της ~ας (: που του αρέσει πολύ το παιχνίδι). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ