Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2920-2940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1965αλάθητος, η, ο [ἀλάθητος] α-λά-θη-τος επίθ. (λογοτ.): αλάνθαστος: ~η: (δι)αίσθηση. ~ο: ένστικτο/κριτήριο. ~α: σημάδια. ΑΝΤ. λανθασμένος.|| Ουδείς ~ πλην του Θεού. ● επίρρ.: αλάθητα [< μτγν. ἀλάθητος ‘αυτός που δεν του διαφεύγει τίποτα’]
1968αλαλαγμός[ἀλαλαγμός] α-λα-λαγ-μός ουσ. (αρσ.): βοή από βροντερές και συγκεχυμένες κραυγές πλήθους ανθρώπων: άγριος/θριαμβευτικός/πολεμικός ~. ~ ενθουσιασμού/νίκης/χαράς. Ο φανατισμένος όχλος ξέσπασε σε ~ούς. Πβ. ιαχή. [< αρχ. ἀλαλαγμός]
1969αλαλάζω[ἀλαλάζω] α-λα-λά-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): κραυγάζω, συνήθ. για εμψύχωση ή από ενθουσιασμό: ~ουν έξαλλα από τη χαρά τους. Πβ. ζητωκραυγάζω. ● ΦΡ.: κύμβαλο(ν) αλαλάζον βλ. κύμβαλο [< αρχ. ἀλαλάζω]
1970αλάλητος, η, ο [ἀλάλητος] α-λά-λη-τος επίθ. (λογοτ.) 1. που δεν εκφράζεται, δεν εξωτερικεύεται: ~ος: καημός. ~οι: στεναγμοί. Πβ. ανείπωτος, ανέκφραστος, άφατος. 2. (κυρ. μτφ.) που δεν λάλησε ακόμη και κατ΄ επέκτ. αμίλητος, βουβός. [< αρχ. ἀλάλητος ‘ανείπωτος, άρρητος’]
1971αλαλία[ἀλαλία] α-λα-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της ικανότητας άρθρωσης λόγου που οφείλεται κυρ. σε ψυχολογικά αίτια: εκλεκτική/επιλεκτική ~. Πβ. αφωνία. Βλ. αγλωσσία, αφασία, δυσαρθρία, δυσλαλία, κωφ~. 2. {χωρ. πληθ.} σιωπή. ΣΥΝ. αφωνία (2) [< αρχ. ἀλαλία ‘πονηρία ή αταξία’, αγγλ. alalia, ιταλ. ~, 1899, γερμ. Alalie]
1972αλαλιάζω[ἀλαλιάζω] α-λα-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αλάλια-σε, -σει, -σμένος} (λαϊκό): προκαλώ ή παθαίνω σύγχυση, παλαβώνω: Την ~σε η πείνα/ο τρόμος. Ο πελάτης τον ~σε στις ερωτήσεις. (αργκό) Τον ~σε (= έσπασε) στο ξύλο. Πβ. αποβλακώνω, μουρλαίνω, σκοτίζω.|| ~σα από τα βάσανα και τις συμφορές/την πολλή φασαρία/τη χαρά. Το αγόρι έκλαιγε/έτρεχε ~σμένο.
1973άλαλος, η, ο [ἄλαλος] ά-λα-λος επίθ.: που δεν μπορεί να μιλήσει και κατ' επέκτ. που δεν μπορεί ή δεν θέλει να εκφραστεί ή χάνει τη μιλιά του λόγω έντονου συναισθήματος: Το παιδί του είναι ~ο (= βουβό, μουγγό) εκ γενετής. Βλ. κωφάλαλος.|| (λογοτ.) ~η: πένα/σκέψη.|| Στεκόταν συγκλονισμένος και ~ θαυμάζοντας τη θέα. Τι μου λες; έχω μείνει ~η! Πβ. άναυδος, άφωνος, εμβρόντητος, ενεός. ● ΦΡ.: άλαλα τα χείλη των ασεβών βλ. χείλος [< αρχ. ἄλαλος]
1974αλαλούμ[ἀλαλούμ] α-λα-λούμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): παντελής έλλειψη τάξης, σύγχυση σε σημείο παραλογισμού: απίστευτο/γλωσσικό/κυκλοφοριακό/τηλεοπτικό ~. Κατάσταση ~. ~ στις μεταθέσεις/στην παιδεία. Πρωτοφανές ~ με τα δρομολόγια στην άγονη γραμμή. Γίνεται/επακολούθησε ~ (βλ. έγινε/γίνεται το έλα να δεις). Μόλις μετακόμισαν και επικρατεί ένα γενικό ~. Πβ. αναμπουμπούλα, αναρχία, αναστάτωση, αναταραχή, βαβούρα, κομφούζιο, μπάχαλο, φασαρία, χαλασμός. [< πιθ. αραβ. επιφ. ulalum]
1975αλαμπής, ής, ές [ἀλαμπής] α-λα-μπής επίθ. {αλαμπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. (επιστ.) που δεν λάμπει: ~ής: βαφή (= ματ). ~ές: ορυκτό. Πβ. θαμπός. ΑΝΤ. λαμπερός (1), λαμπρός (1) 2. (μτφ.-απαρχαιωμ.) που δεν έχει αίγλη. Πβ. άδοξος, αφανής. [< αρχ. ἀλαμπής]
1976αλαμπουρνέζικος, η, ο [ἀλαμπουρνέζικος] α-λα-μπουρ-νέ-ζι-κος επίθ. (προφ.): που δεν γίνεται κατανοητός και κατ' επέκτ. παράξενος, αλλόκοτος: ~η: γλώσσα/ιστορία. ~ο: κείμενο. Στο μέιλ τα ελληνικά εμφανίζονται ~α. Πβ. ακαταλαβίστικος, ακατάληπτος, ασυνάρτητος.|| Ζούμε σε μια ~η κοινωνία. ● Ουσ.: αλαμπουρνέζικα (τα): ακατανόητα λόγια, ασυναρτησίες: Τι ~ είναι αυτά που λες; ● επίρρ.: αλαμπουρνέζικα [< ιταλ. alla burlesca]
1978αλάνα[ἀλάνα] α-λά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): υπαίθριος αδιαμόρφωτος χώρος σε οικισμό: Παίζαμε μπάλα στην ~ της γειτονιάς. Παιδί της ~ας (: που του αρέσει πολύ το παιχνίδι).
1979αλάνης[ἀλάνης] α-λά-νης ουσ. (αρσ.) {αλάνηδες} (λαϊκό): μάγκας, αλήτης: ~, μόρτης και μερακλής. Πβ. αλάνι, αλανιάρης.
1980αλάνθαστος, η, ο [ἀλάνθαστος] α-λάν-θα-στος επίθ.: που δεν κάνει λάθος ή που δεν περιέχει λάθη: ~ος: κριτής. ~η: διάγνωση/κρίση/λειτουργία/μέθοδος (πρόβλεψης)/πορεία/στρατηγική (= αξιόπιστη, σίγουρη)/τεχνική. ~ο: αισθητήριο/ένστικτο/κριτήριο. ~α: προγνωστικά. Ουδείς ~! Η επιστήμη δεν είναι ~η. Πβ. αλάθευτος, αλάθητος, άσφαλτος.|| ~ος: συλλογισμός (= ορθός, σωστός). ~η: απάντηση (ΑΝΤ. εσφαλμένη, λαθεμένη, λανθασμένη). ~ο: βιβλίο (: η Βίβλος)/κείμενο (= άψογο, ολόσωστο). ● επίρρ.: αλάνθαστα [< μεσν. αλάθαστος]
1981αλάνι[ἀλάνι] α-λά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παιδί του δρόμου· σπάν.-κατ' επέκτ. άνθρωπος του υπόκοσμου: τα ~ια της γειτονιάς. Όλο και κάποιο ~ έσπαγε τις γλάστρες. Πβ. αλητάκι, αλητόπαιδο, χαμίνι.|| (αργκό) Είναι και το πρώτο ~ της πιάτσας. Πβ. αλάνης, μάγκας, μόρτης. [< τουρκ. alan]
1982αλανιάρης, αλανιάρα[ἀλανιάρης] α-λα-νιά-ρης επίθ./ουσ. {αλανιάρηδες} (λαϊκό) 1. που είναι αλήτης ή ταιριάζει σε αυτόν. Πβ. μόρτης. 2. (για πουλερικό ή ψάρι) που δεν έχει εκτραφεί σε ορνιθοτροφείο ή ιχθυοτροφείο αντίστοιχα: ~α: κότα (= ελευθέρας βοσκής)/τσιπούρα.
1983αλανιάρικος, η, ο [ἀλανιάρικος] α-λα-νιά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. που χαρακτηρίζει τον αλανιάρη: ~η: ζωή/κουβέντα. ~ο: ντύσιμο/φέρσιμο. ~α: τραγούδια. Πβ. αλήτικος. 2. (για ζώα) που εκτρέφονται ελεύθερα στη φύση ή (για φυτά) που δεν καλλιεργούνται: ~ο: κοτόπουλο. ~α: χόρτα. ● επίρρ.: αλανιάρικα
1984αλάνικος, η, ο [ἀλάνικος] α-λά-νι-κος επίθ.: αλανιάρικος, αλήτικος: ~η: ζωή. ~α: τραγούδια. ● επίρρ.: αλάνικα
1986αλάργα[ἀλάργα] α-λάρ-γα επίρρ. (λαϊκό): σε απόσταση, μακριά: Κρατήσου ~ απ' αυτόν τον άνθρωπο! ~ στη γραμμή του ορίζοντα φάνηκε το πλοίο (= στ' ανοιχτά, στο πέλαγος).|| (ΝΑΥΤ.) ~! (: εντολή που δίνεται σε περιπτώσεις επικίνδυνων χειρισμών για απομάκρυνση ατόμων ή και σκαφών). ΑΝΤ. κοντά (1) ● ΦΡ.: μακριά κι αλάργα (εμφατ.): όσο πιο μακριά γίνεται: ~ ~ από κακές συνήθειες!, ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα βλ. ανάριος [< μεσν. αλάργα]
1987αλαργεύω[ἀλαργεύω] α-λαρ-γεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αλάργεψα} (λαϊκό-λογοτ.) 1. απομακρύνομαι, φεύγω μακριά: Έβλεπε τα καΐκια ν' ~ουν απ' τον μόλο. ΣΥΝ. ξεμακραίνω (1) ΑΝΤ. πλησιάζω (1) 2. (σπάν.) απομακρύνω κάτι ή κάποιον.
1988αλαργινός, ή, ό [ἀλαργινός] α-λαρ-γι-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): απομακρυσμένος, μακρινός: ~ές: εποχές/μέρες. ~ά: ακρογιάλια/μέρη. Ταξίδεψε σε τόπους ~ούς και πρωτόγνωρους. Πβ. απόμακρος. ● επίρρ.: αλαργινά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.