Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29380-29400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28686λούγκραλού-γκρα ουσ. (θηλ.) (αργκό-υβριστ.): παθητικός ομοφυλόφιλος. ΣΥΝ. λουμπίνα
28687λουδισμόςλου-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) εναντίωση, αντίσταση στην τεχνολογική ανάπτυξη. 2. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Λ) εργατικό κίνημα (Αγγλία, 1811-1816) που εναντιώθηκε στην εκμηχάνιση. Βλ. βιομηχανική επανάσταση, -ισμός. [< 1: αγγλ. luddism, 1967 2: αγγλ. Luddism]
28688λουδίτηςλου-δί-της ουσ. (αρσ.) 1. εχθρός της τεχνολογικής ανάπτυξης. 2. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Λ) {συνηθέστ. στον πληθ.} καθένας από τους Άγγλους ταραχοποιούς εργάτες (κυρ. υφαντουργούς), οπαδούς του λουδισμού, οι οποίοι δρούσαν οργανωμένα, καταστρέφοντας μηχανές, ιδ. τις κλωστοϋφαντουργικές. Βλ. -ίτης1. [< 1: αγγλ. luddite, 1970 2: αγγλ. Luddite, 1811]
28689λούζερλού-ζερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): αποτυχημένος, ηττοπαθής ή (σπάν.) ηττημένος. Βλ. αουτσάιντερ. [< αγγλ. loser, 1955, γαλλ. ~, περ. 1980]
28690λούζωλού-ζω ρ. (μτβ.) {έλου-σα, λού-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, λούζ-οντας, λου-σμένος} & (λόγ.) λούω {συνήθ. στη μτχ. λουόμενος} 1. πλένω το κεφάλι ή/και το υπόλοιπο σώμα· γενικότ. καταβρέχω, περιχύνω με άφθονο νερό ή άλλο υγρό: ~ τα μαλλιά μου. Βλ. ξεβγάζω.|| ~ομαι καθημερινά. Με τι σαμπουάν ~εσαι; ~στηκα (: έκανα μπάνιο) βιαστικά. ~σμένη και με καθαρά ρούχα (ΑΝΤ. άλουστη).|| ~σαν τους νικητές με σαμπάνια. Πβ. μουσκεύω.|| (μτφ.-λογοτ.) Το φεγγάρι έλουζε τη θάλασσα. Τα κεριά έλουζαν με φως το δωμάτιο. Σπίτια ~σμένα στον ήλιο. 2. (μτφ.) βρίζω: Τον ~σε με βρισιές/με κοσμητικά επίθετα/πατόκορφα. ΣΥΝ. περιλούζω (2), στολίζω (3) ● ΦΡ.: λούζομαι στον ιδρώτα (μτφ.-εμφατ.): ιδρώνω πολύ: Ξύπνησε ~σμένος ~ (: λόγω πυρετού ή φόβου)., το/τα λούζομαι (προφ.): υφίσταμαι τις αρνητικές συνέπειες των πράξεων, των λόγων ή των επιλογών μου: Αυτό που κορόιδευε, ας το ~στεί τώρα. Έτσι όπως τα 'κανες, λούσου τα. Πβ. πληρώνω.|| (για πρόσ.) Αρκετά χρόνια τον έχουμε ~στεί (= ανεχτεί)., κολυμπώ/πλέω/λούζομαι στο αίμα βλ. αίμα, με λούζει/με κόβει κρύος ιδρώτας βλ. ιδρώτας [< μεσν. λούζω]
28691ΛούηςΛού-ης ουσ. (αρσ.) {Λούηδες} (κ. με πεζό λ): μόνο στη ● ΦΡ.: έγινε Λούης (προφ.): έφυγε γρήγορα ή χωρίς να γίνει αντιληπτός, εξαφανίστηκε: Άρπαξε τα κοσμήματα/την τσάντα κι ~ ~ (= το 'βαλε στα πόδια, την κοπάνησε, το 'σκασε). ΣΥΝ. έγινε καπνός [< ανθρ. Σπύρος Λούης]
28692λουθηρανικός, ή, ό λου-θη-ρα-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τη διδασκαλία του Λούθηρου: ~ή: Εκκλησία/θεολογία/μεταρρύθμιση. Πβ. προτεσταντικός. Βλ. ευαγγελ-, καλβιν-ικός. [< γαλλ. luthérien]
28693λουθηρανισμόςλου-θη-ρα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Λ): ΘΡΗΣΚ. η πρώτη μορφή του προτεσταντισμού, που διαμορφώθηκε από τον Γερμανό θεολόγο Μαρτίνο Λούθηρο τον 16ο αι. και αναγνώριζε ως πηγή αλήθειας μόνο την Αγία Γραφή, απορρίπτοντας την αυθεντία του Πάπα. Βλ. (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση, καλβινισμός. [< γαλλ. luthéranisme]
28694λουθηρανός, λουθηρανήλου-θη-ρα-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (κ. με κεφαλ. Λ): οπαδός του λουθηρανισμού. Πβ. προτεστάντης. Βλ. ευαγγελ-, καλβιν-ιστής.|| (ως επίθ.) ~ός: επίσκοπος. ~ή: Εκκλησία (= λουθηρανική). [< γαλλ. luthérien]
28695λουίζαλου-ί-ζα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θάμνος (επιστ. ονομασ. Αloysia triphylla, Lippia citriodora) με μικρά λευκά άνθη και οδοντωτά λογχοειδή φύλλα που έχουν άρωμα λεμονιού· καλλιεργείται ως καλλωπιστικό ή αρωματικό-φαρμακευτικό φυτό: αφέψημα ~ας (: αντιπυρετικό, διουρητικό, τονωτικό).
28696λουκουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): εξωτερική εμφάνιση, στιλ, ιδ. στο ντύσιμο και τα μαλλιά: ανέμελο/ατημέλητο/καλοκαιρινό/μοντέρνο/ρετρό ~. Εμφανίστηκε με διαφορετικό ~. Υιοθέτησε καινούργιο ~. Άλλαξε ~.|| Το ~ του νέου μοντέλου (αυτοκινήτου). [< αγγλ. look, 1938, γαλλ. ~, 1977]
28697λουκάνικολου-κά-νι-κο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό κυλινδρικού σχήματος, μικρής σχετικά διαμέτρου, από ψιλοκομμένο και καρυκευμένο κρέας μέσα σε φυσικό (από έντερο) ή συνθετικό περίβλημα: καπνιστά/ξιδάτα/πικάντικα (βλ. πεπερόνι)/χοιρινά/χωριάτικα ~α. ~α γαλοπούλας/Φρανκφούρτης (βλ. χοτ ντογκ). ~α τηγανητά (βλ. μεζές, σπετζοφάι)/ψητά. Ομελέτα/πατάτες με ~α. Πβ. σουτζούκι. Βλ. σαλάμι.|| Βλ. τέκελ. 2. (στρατ. αργκό) σάκος ιματισμού, εκστρατείας. ● Υποκ.: λουκανικάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα βλ. σκυλί [< μτγν. λουκάνικον, λουκανικόν]
28698λουκανικόπιταλου-κα-νι-κό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με λουκάνικο. Βλ. πιροσκί, -πιτα. ● Υποκ.: λουκανικοπιτάκι (το)
28699λουκέτολου-κέ-το ουσ. (ουδ.): φορητός μηχανισμός ασφαλείας, κυρ. μεταλλικός, ο οποίος αποτελείται από κλειδαριά και ράβδο, συνήθ. κοίλη, το ελεύθερο άκρο της οποίας περνά μέσα από δύο οπές ή κρίκους (π.χ. αλυσίδας, φερμουάρ, καγκελόπορτας) και, στη συνέχεια, ασφαλίζει μέσα σε κατάλληλη υποδοχή στο πάνω μέρος της κλειδαριάς: ~ ποδηλάτου. Βαλίτσα/μπάρα/ντουλάπι με ~. Οι ληστές έσπασαν/παραβίασαν το ~ της εξώπορτας. ● Υποκ.: λουκετάκι (το) ● ΦΡ.: βάζει/μπαίνει λουκέτο (μτφ.-προφ.): κλείνει οριστικά ή απεργεί: Η επιχείρηση απειλείται με/κινδυνεύει με/πάει για ~. Λουκέτο έβαλαν/μπήκε σε πολλά καταστήματα λόγω της κρίσης. Πβ. βάζει/μπαίνει πωλητήριο.|| Μπαίνει ~ σε δημόσιο και ιδωτικό τομέα. Λουκέτο διαρκείας/επ' αόριστον στις τράπεζες/στα φαρμακεία. Πβ. κατεβάζει (τα) ρολά. [< ιταλ. lucchetto]
28700λούκιλού-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. υδρορροή: Βούλωσε το ~ (από τα φύλλα των δέντρων). 2. (μτφ.) αγχώδης, πιεστική κατάσταση από την οποία δύσκολα μπορεί να ξεφύγει κάποιος: Έχει/τραβάει/τρώει (μεγάλο) ~ (= ζόρι) στη δουλειά (πβ. φάση). Έχουν μπει για τα καλά στο ~ της καθημερινότητας (βλ. ρουτίνα). Βγήκε απ' το/έπεσε στο ~ των ναρκωτικών. Πέρασε πολλά ~ια (= βάσανα, δυσκολίες, ταλαιπωρίες). 3. αυλακωτή κατασκευή, κοίλος σχηματισμός: ~ια ηλεκτρολογικών/υδραυλικών εγκαταστάσεων.|| Φούστα με πιέτες ή ~ια.|| (στην ορειβασία, βραχώδες πέρασμα:) Απότομο ~. [< τουρκ. oluk]
28701λουκούλλειος, α, ο λου-κούλ-λει-ος επίθ. & λουκούλειος: στο ● ΣΥΜΠΛ.: λουκούλλειο γεύμα/δείπνο: πλουσιοπάροχο, βασιλικό. Πβ. φαγοπότι. ΑΝΤ. λιτό γεύμα/δείπνο. [< ιταλ. luculliano, πβ. μτγν. Λουκούλλεια (τα) 'γιορτές προς τιμήν του Λούκουλλου']
28702λουκουμάςλου-κου-μάς ουσ. (αρσ.) {λουκουμ-άδες} ΖΑΧΑΡ. 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} μικρό σφαιρικό γλύκισμα που γίνεται με χυλό από αλεύρι, τηγανισμένο σε καυτό λάδι: παραδοσιακοί/σιροπιαστοί/τραγανοί ~άδες. ~άδες με μέλι, καρύδια και κανέλα/παγωτό/σοκολάτα. Πβ. σβίγκοι. Βλ. τηγανίτα. 2. στρογγυλό γλύκισμα, συνήθ. με τρύπα στη μέση, από αφράτη τηγανητή ζύμη: ~ με ζάχαρη. Πβ. ντόνατ. Βλ. κουλούρι. ● Υποκ.: λουκουμαδάκι (το) ● ΦΡ.: (σαν) στραβοχυμένος λουκουμάς (μτφ.-προφ.): για αντικείμενο με ανώμαλο σχήμα· (για πρόσ.) άσχημος, κακοβαλμένος. [< τουρκ. lokma]
28703λουκουματζήςλου-κου-μα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): άτομο που φτιάχνει και πουλά λουκουμάδες. Βλ. -τζής. [< τουρκ. lokmacι]
28704λουκούμιλου-κού-μι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΑΧΑΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} παραδοσιακό γλύκισμα σε σχήμα συνήθ. μικρού κύβου, με μαλακή κολλώδη σύσταση, το οποίο φτιάχνεται από ζάχαρη, άμυλο και νερό, με προσθήκη αρωματικών και χρωστικών ουσιών και πασπαλίζεται με ζάχαρη άχνη: συριανά ~ια (βλ. χαλβαδόπιτα). ~ια (με γεύση) μαστίχα (: κίτρινα ~ια)/περγαμόντο (: πράσινα ~ια)/τριαντάφυλλο (: κόκκινα ~ια). ~ια με αμύγδαλο. ~ια μπουκιές/μπουκίτσες. Ένα κουτί ~ια. Πβ. ακανές, ραχάτ-λουκούμ. Βλ. κυδωνόπαστο, νισεστές. 2. (μτφ.-προφ., για φαγητό, κυρ. ψητό) μαλακό, νόστιμο, καλομαγειρεμένο: Το κρέας έχει γίνει ~. Οι πατάτες είναι (σκέτο) ~! ΣΥΝ. γλύκισμα (2) ● Υποκ.: λουκουμάκι (το) ● ΦΡ.: μου ήρθε λουκούμι (προφ.): για κάτι ευνοϊκό, που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή· με βολεύει: Το πρόγραμμα των εξετάσεων ~ ~. Πβ. δώρο Θεού. [< τουρκ. lokum]
28705λουλακής, -ιά, -ί λου-λα-κής επίθ.: βαθυγάλαζος. Πβ. κυανός. ● Ουσ.: λουλακί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: μπλε ~. Πβ. ίντιγκο, ιώδες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.