Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29400-29420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28706λουλάκιλου-λά-κι ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. (παλαιότ.) φυσική ή (σήμερα) συνθετική χρωστική ουσία σκούρου γαλάζιου χρώματος: λεύκανση και βαφή ρούχων με ~. Βλ. λευκαντικό. ΣΥΝ. ινδικό [< μεσν. λουλάκιν < μτγν. λουλάκιον < αραβ. līlak]
28707λουλάςλου-λάς ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λουλές (κυρ. παλαιότ.) 1. η εστία του ναργιλέ. 2. αποστακτήρας τσίπουρου. ● ΦΡ.: άρτζι μπούρτζι και λουλάς (προφ.): για να δηλωθεί πλήρης ακαταστασία, ασυναρτησία ή αταξία: Το δωμάτιο είναι ~ ~ (πβ. άνω-κάτω, φύρδην μίγδην). Η κατάσταση είναι ~ ~ (πβ. χάος). [< τουρκ. lûle]
28708λουλού[λουλοῦ] λου-λού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. πομεράνιαν. Βλ. -ού4. 2. (αργκό-υβριστ.) ομοφυλόφιλος ή θηλυπρεπής. [< γαλλ. loulou]
28709λουλουδάδικολου-λου-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ανθοπωλείο. Βλ. -άδικο.
28710λουλουδάςλου-λου-δάς ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.) ανθοπώλης. Βλ. λουλουδού, -άς. 2. ΟΡΝΙΘ. (στην κυπριακή διάλεκτο) φλώρος.
28711λουλουδάτος, η, ο [λουλουδᾶτος] λου-λου-δά-τος επίθ. 1. διακοσμημένος με σχέδια λουλουδιών: ~η: φούστα. Πβ. φλοράλ. Βλ. -άτος. 2. λουλουδένιος: ~ο: άρωμα. [< μεσν. λουλουδάτος]
28712λουλουδένιος, ια, ιο λου-λου-δέ-νιος επίθ. 1. που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από λουλούδια: ~ιος: κήπος (: γεμάτος λουλούδια). ~ιο: στεφάνι. Πβ. άνθινος. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. λουλουδάτος (2), λουλούδινος 2. που έχει μορφή λουλουδιού: ~ιο: ψωμί. ~ια: μπισκότα.
28713λουλούδιλου-λού-δι ουσ. (ουδ.) 1. & (λαϊκό-λογοτ.) λούλουδο & (σπάν.-λαϊκότ.) λελούδι: άνθος· συνεκδ. ανθισμένο κλαδί ή κάθε ποώδες ή θαμνώδες φυτό που βγάζει άνθη: κίτρινα/κόκκινα/λευκά/ροζ ~ια. Ευωδιαστά ~ια. Τα ~ια της αμυγδαλιάς. Άρωμα ~ιών. Η γύρη των ~ιών. Άνθισαν/άνοιξαν (βλ. μπουμπούκι)/μαράθηκαν/μοσχοβολούν τα ~ια.|| Αληθινά/αποξηραμένα (βλ. ποτ πουρί)/διακοσμητικά/εποχιακά/πλαστικά/πολύχρωμα/τεχνητά/υφασμάτινα/φρέσκα/χάρτινα/ψεύτικα ~ια. Συνθέσεις ~ιών (= ανθοσυνθέσεις· βλ. ανθοδετική, ικεμπάνα, κορσάζ, κουάφ). Βάζο/λιβάδι/παρτέρι/στεφάνι (βλ. μαγιάτικος) με ~ια. Μπαλκόνι με ~ια (= αλτάνα). Αποστολή ~ιών (βλ. ανθοδέσμη). Μια αγκαλιά ~ια. Κόβω/μαζεύω ~ια. Της πρόσφερε (ένα μπουκέτο) ~ια.|| Μάιος, ο μήνας των ~ιών. Τριαντάφυλλο, ο βασιλιάς των ~ιών. Γιορτή των ~ιών (βλ. Πρωτομαγιά). Έκθεση ~ιών. Οι μέλισσες πετούν από ~ σε ~. Ποτίζω/φροντίζω τα ~ια του κήπου (βλ. ανθοκαλλιέργεια, βραγιά, πρασιά). Πβ. φιόρο. Βλ. αγριο-, νεκρο-, νυχτο-λούλουδο. 2. (μτφ.-οικ.) για αγαπημένο, όμορφο ή αγνό πρόσωπο, συνήθ. παιδί: ~ μου! Πβ. αστέρι, καμάρι, ομορφιά. 3. (μτφ.-ειρων.) αλήτης, κάθαρμα, πονηρός. ΣΥΝ. μπουμπούκι (4) ● Υποκ.: λουλουδάκι (το): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδιά των λουλουδιών (παλαιότ.): χίπηδες. [< αγγλ. flower children, 1967] , λουλούδι του πάθους βλ. πάθος ● ΦΡ.: αγάπες και λουλούδια βλ. αγάπη [< μεσν. λουλούδι(ν)]
28714λουλούδιασμα & λουλούδισμαλου-λού-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): άνθιση, άνθισμα: το ~ της φύσης. Πβ. ανθοφορία.
28715λουλουδιαστός, ή, ό λου-λου-δια-στός επίθ. & (σπάν.) λουλουδιστός (προφ.): γεμάτος ή διακοσμημένος με λουλούδια: ~ά: παρτέρια (= ανθισμένα). Πβ. λουλουδένιος.
28716λουλουδίζει & λουλουδιάζειλου-λου-δί-ζει ρ. (αμτβ.) {λουλούδι-σε κ. λουλούδια-σε, λουλουδί-σει, κυρ. στη μτχ. λουλουδια-σμένος (σπάν.) λουλουδι-σμένος} (προφ.) 1. ανθίζει: ~σε ο κάμπος/κήπος/τόπος. ~σμένη: πλαγιά. ~σμένα: μπαλκόνια. Πβ. ανθο-βολεί, -φορεί, βλασταίνει, θάλλει. Βλ. μαραίνω. 2. (σπάν.-μτφ.) ακμάζει, αναπτύσσεται. [< μεσν. λουλουδίζω, λουλουδιάζω]
28717λουλουδικόλου-λου-δι-κό ουσ. (ουδ.) (προφ., συχνά ειρων.) & (λαϊκό) λελουδικό: λουλούδια ή (σπανιότ.) λουλούδι: Της έστειλες κανένα ~;
28718λουλούδινος, η, ο λου-λού-δι-νος επίθ.: λουλουδένιος.
28719λουλουδοπόλεμοςλου-λου-δο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): συνήθεια ιδ. σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης να πετούν οι πελάτες λουλούδια, κυρ. γαρίφαλα, στους τραγουδιστές και τους χορευτές.
28720λουλουδού[λουλουδοῡ] λου-λου-δού ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κοπέλα που εργάζεται σε κέντρο νυχτερινής διασκέδασης και πουλά γαρίφαλα σε όσους πελάτες επιθυμούν να τα πετάξουν στους καλλιτέχνες. Βλ. -ού1. 2. (σπάν.) ανθοπώλισσα. Βλ. λουλουδάς.
28721λούμενλού-μεν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της φωτεινής ροής (σύμβ. lm), ίση με την ποσότητα φωτός που εκπέμπεται σε στερεά γωνία από ομοιόμορφη σημειακή πηγή έντασης μίας καντέλας. Βλ. λουξ. [< γαλλ.-αγγλ. lumen]
28722λουμίνιλου-μί-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φιτιλάκι ή λυχνάρι. [< βεν. lumin]
28723λούμπαλού-μπα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λάκκος, λακκούβα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: πέφτω στη λούμπα (μτφ.-προφ.): στην παγίδα: Πρόσεξε μην πέσεις ~ του ανταγωνισμού.|| Δυστυχώς, έπεσες κι εσύ στην ίδια ~ (= έκανες το ίδιο λάθος). [< αλβ. luba]
28724λουμπάγκολου-μπά-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): οσφυαλγία: Έπαθα/μ' έπιασε ~. [< αγγλ.-γαλλ. lumbago]
28725λουμπάρδαλου-μπάρ-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): κανόνι. ΣΥΝ. μπομπάρδα (2) [< μεσν. λουμπάρδα < ισπ. lombarda]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.