| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28726 | λούμπεν | [λοῦμπεν] λού-μπεν επίθ. {άκλ.}: κοινωνικά υποβαθμισμένος, περιθωριοποιημένος. Βλ. φτωχοδιάβολος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λούμπεν προλεταριάτο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) το ξεπεσμένο και εξαθλιωμένο τμήμα της εργατικής τάξης που έχει χάσει την ταξική του συνείδηση και τον κοινωνικό του ρόλο και ζει στο περιθώριο (αλήτες, ζητιάνοι, εγκληματίες). ΣΥΝ. υποπρολεταριάτο [< γερμ. Lumpenproletariat] [< γερμ. Lumpen ‘κουρέλι’] | |
| 28727 | λουμπεναρία | λου-μπε-να-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): σύνολο ανθρώπων εξαθλιωμένων, κοινωνικά περιθωριοποιημένων. Βλ. -αρία. | |
| 28728 | λουμπίνα | λου-μπί-να ουσ. (θηλ.) (αργκό-υβριστ.): παθητικός ομοφυλόφιλος. ΣΥΝ. λούγκρα | |
| 28729 | λούνα παρκ | λού-να ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λουναπάρκ: μεγάλος υπαίθριος ιδιωτικός χώρος ψυχαγωγίας και διασκέδασης για μικρούς και μεγάλους, με ποικιλία παιχνιδιών, κυρ. μηχανικών και ηλεκτρονικών. Πβ. θεματικό πάρκο. Βλ. αλογάκια, καρουσέλ, μαλλί της γριάς, μπαλαρίνα, ρόδα, συγκρουόμενα (αυτοκινητάκια), τηγάνι, τρενάκι. Βλ. παιδική χαρά, παιδότοπος, τσίρκο. [< αμερικ. Luna Park, 1903, ιταλ. luna park, 1911] | |
| 28730 | λουξ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ισχύος του φωτισμού (σύμβ. lx). Βλ. καντέλα, λούμεν. 2. (παλαιότ.) λάμπα πετρελαίου με δυνατό φως. [< γερμ. Lux, γαλλ. lux] | |
| 28731 | λουξ | επίθ. {άκλ.} (προφ.): πολυτελής: (σούπερ) ~ καμπίνα/μεζονέτα/ξενοδοχείο (βλ. αστέρων)/σουίτα. Διαμέρισμα ~ κατασκευής. Βλ. υπερλούξ. [< γαλλ. luxe] | |
| 28732 | λουξόμετρο | λου-ξό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της έντασης του φωτισμού: φορητό ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. luxmètre, 1933, αγγλ. luxmeter, 1910] | |
| 28733 | λουόμενος, λουόμενη | λου-ό-με-νος επίθ./ουσ. {-ου (λογιότ.) -ένου | κ. λογιότ. θηλ. λουομένη} (λόγ.): πρόσωπο που κάνει μπάνιο κυρ. στη θάλασσα: (συνήθ. ως ουσ.) ~οι σε παραλία/πισίνα. Θανατος/πνιγμός ~ου. Ασφάλεια των ~ένων (βλ. ναυαγοσώστης). Πβ. κολυμβητής.|| (ως επίθ.) ~οι: τουρίστες. [< αρχ. λουόμενος, γαλλ. baigneur] | |
| 29967 | λούπα | , ή, ό με-γε-θυ-ντι-κός επίθ.: που μεγεθύνει τις διαστάσεις ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: καθρέφτης/προβολέας. ~η: ικανότητα (μικρο-, τηλε-σκοπίου). ● Ουσ.: μεγεθυντικό (το): ΓΡΑΜΜ. ουσιαστικό που παράγεται από άλλο με προσθήκη κατάλληλου επιθήματος και αποδίδει στο πρωτότυπο τη σημασία του μεγάλου μεγέθους: τα ~ά της νεοελληνικής έχουν αρσενικό (: άντρας-άντρακλας, κλέφτης-κλεφταράς) ή θηλυκό (: φωνή-φωνάρα, χέρι-χερούκλα) γένος. ΑΝΤ. υποκοριστικό ● ΣΥΜΠΛ.: μεγεθυντικός φακός: απλός κυρτός φακός που μεγεθύνει την εικόνα ενός αντικειμένου: ~ ~ κεφαλής/με λάμπα φθορίου. Φωτιστικό με ~ό ~ό, ιδανικό για σχεδιασμό. Βλ. λούπα. Βλ. με γυμνό μάτι/οφθαλμό.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Για να επιστρέψετε στην κανονική προβολή της σελίδας, κάντε κλικ στον ~ό ~ό.|| (μτφ.) Μην κοιτάζεις τα λάθη σου μέσα από ~ό ~ό (: μην τα μεγαλοποιείς). | |
| 28734 | λούπα | λού-πα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. -ΚΙΝΗΜ. επαναλαμβανόμενη αναπαραγωγή εικόνας ή ήχου: κομμάτια με ηλεκτρονικές/ρυθμικές/χιπ χοπ ~ες.|| Χρήση της ~ας στα κινούμενα σχέδια. 2. ΟΠΤ. μεγεθυντικός φακός: οδοντιατρικές ~ες. 3. ΠΛΗΡΟΦ. βρόχος. [< 1: αγγλ. loop, 1931 2: γαλλ. loupe] | |
| 28735 | λούπινο | λού-πι-νο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) λούπινος (ο): ΒΟΤ. γένος ποωδών ή θαμνωδών φυτών (επιστ. ονομασ. Lupinus spp.) με φύλλα σε σχήμα παλάμης και μικρά άνθη σε ποικιλία χρωμάτων· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ο σπόρος του συγκεκριμένου φυτού, ο οποίος χρησιμοποιείται σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα ή καταναλώνεται ως όσπριο: κίτρινο/κόκκινο/λευκό/μπλε ~. Το ~ καλλιεργείται ως ενδιάμεση καλλιέργεια/για χλωρή λίπανση. Βλ. ψυχανθή.|| Γλυκά/πικρά ~α. Δηλητηρίαση από ~α. [< μεσν. λούπινον] | |
| 28736 | λουρί | λου-ρί ουσ. (ουδ.) {λουριού}: μακρόστενη ταινία από εύκαμπτο υλικό, για ποικίλες χρήσεις: τσάντα με αποσπώμενο/ρυθμιζόμενο ~ ώμου. Βαλίτσα με ~ μεταφοράς. Σακίδιο με ~ιά πλάτης. Πβ. αορτήρας, ιμάντας. Βλ. ζώνη.|| Κρατώ/τραβώ τον σκύλο απ' το ~. Βλ. καπίστρι, περιαυχένιο. ΣΥΝ. λώρος ● Υποκ.: λουράκι (το): ρολόι με αδιάβροχο/δερμάτινο/μεταλλικό (πβ. μπρασελέ)/πλαστικό/υφασμάτινο ~. Πέδιλα με ~. Θήκη κινητού/φωτογραφικής μηχανής με ~ ασφαλείας/καρπού (/χεριού)/λαιμού. ● ΦΡ.: και το λουρί της μάνας 1. (προφ.) και πάει λέγοντας, και ούτω καθεξής, και λοιπά: εισαγωγές, εξαγωγές, αντιπροσωπείες και ~ ~. 2. ("το λουρί της μάνας"· παλαιότ.) ομαδικό παιδικό παιχνίδι., σφίγγω/τραβώ/μαζεύω τα λουριά & (σπάν.) το λουρί (μτφ.-προφ.): περιορίζω κάποιον που έχει ξεπεράσει τα όρια με τη συμπεριφορά του· επιβάλλω περιορισμούς σε κάτι: Σφίξ'/τράβηξέ του ~ ~, γιατί έχει πάρει πολύ αέρα! Πβ. πατώ πόδι, υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου.|| Η κρίση σφίγγει ~ στη χορήγηση δανείων., χαλαρώνω τα λουριά & (σπάν.) λασκάρω τα λουριά (μτφ.-προφ.): μειώνω τους περιορισμούς, γίνομαι λιγότερο αυστηρός. Πβ. αφήνω λάσκα. [< μεσν. λουρίν] | |
| 28737 | λουρίδα | λου-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): λωρίδα· (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) ανδρική ζώνη. Πβ. ζωστήρας. | |
| 28738 | λουσάτος | , η, ο [λουσᾶτος] λου-σά-τος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από πολυτέλεια: ~η: ζωή. ~ο: αυτοκίνητο. ~ες: διακοπές. ~α: ρούχα (= ακριβά). Πβ. πολυτελής, χλιδάτος. Βλ. -άτος, φιγουράτος. | |
| 28739 | λούσιμο | λού-σι-μο ουσ. (ουδ.) {λουσίμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λούζω· ιδ. πλύσιμο των μαλλιών, συνήθ. με σαμπουάν: απαλό/καθημερινό/συχνό ~. ~ και ξέβγαλμα/στέγνωμα/χτένισμα (: σε κομμωτήριο). Μασάζ κατά/μάσκα για μετά το ~. Προσωρινή βαφή που φεύγει σταδιακά με τα/μετά από πέντε ~ατα. Βλ. λουτήρας. ● Υποκ.: λουσιματάκι (το) [< μεσν. λούσιμον] | |
| 28740 | Λούσιφερ | Λού-σι-φερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: Εωσφόρος (ονομασία του Διαβόλου). [< αγγλ. Lucifer] | |
| 28741 | λούσο | [λοῦσο] λού-σο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): πολυτέλεια: Ζει μες στα ~α και τα πλούτη. Της αρέσουν τα ~α κι οι διασκεδάσεις. [< ιταλ. lusso] | |
| 28742 | λουστραδόρος | λου-στρα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης ειδικευμένος στο λουστράρισμα. Βλ. -αδόρος. ΣΥΝ. στιλβωτής [< βεν. lustrador] | |
| 28743 | λουστράρισμα | λου-στρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λουστράρω: (βαφή/τρίψιμο και) ~ επίπλων (= λακάρισμα· βλ. σατινάρισμα). ~ παπουτσιών. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. βερνίκωμα, γυάλισμα, στίλβωση | |
| 28744 | λουστράρω | λου-στρά-ρω ρ. (μτβ.) {λούστραρ-α (σπάν.) -ισα, -ίστηκε, -ιστεί, -οντας, συνήθ. στη μτχ. -ισμένος} 1. επικαλύπτω επιφάνεια με λούστρο: Το σκάφος τρίφτηκε και ~ίστηκε με το χέρι. Ξύλο ~ισμένο με αδιάβροχο βερνίκι (= βερνικωμένο)/με λάκα (= λακαρισμένο). ~ισμένα έπιπλα/παπούτσια. ΣΥΝ. γυαλίζω, στιλβώνω 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) εξωραΐζω, ωραιοποιώ: ~ισμένη: παραγωγή. ~ισμένα: λόγια. [< ιταλ. lustrare] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ