| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28709 | λουλουδάδικο | λου-λου-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ανθοπωλείο. Βλ. -άδικο. | |
| 28710 | λουλουδάς | λου-λου-δάς ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.) ανθοπώλης. Βλ. λουλουδού, -άς. 2. ΟΡΝΙΘ. (στην κυπριακή διάλεκτο) φλώρος. | |
| 28711 | λουλουδάτος | , η, ο [λουλουδᾶτος] λου-λου-δά-τος επίθ. 1. διακοσμημένος με σχέδια λουλουδιών: ~η: φούστα. Πβ. φλοράλ. Βλ. -άτος. 2. λουλουδένιος: ~ο: άρωμα. [< μεσν. λουλουδάτος] | |
| 28712 | λουλουδένιος | , ια, ιο λου-λου-δέ-νιος επίθ. 1. που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από λουλούδια: ~ιος: κήπος (: γεμάτος λουλούδια). ~ιο: στεφάνι. Πβ. άνθινος. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. λουλουδάτος (2), λουλούδινος 2. που έχει μορφή λουλουδιού: ~ιο: ψωμί. ~ια: μπισκότα. | |
| 28713 | λουλούδι | λου-λού-δι ουσ. (ουδ.) 1. & (λαϊκό-λογοτ.) λούλουδο & (σπάν.-λαϊκότ.) λελούδι: άνθος· συνεκδ. ανθισμένο κλαδί ή κάθε ποώδες ή θαμνώδες φυτό που βγάζει άνθη: κίτρινα/κόκκινα/λευκά/ροζ ~ια. Ευωδιαστά ~ια. Τα ~ια της αμυγδαλιάς. Άρωμα ~ιών. Η γύρη των ~ιών. Άνθισαν/άνοιξαν (βλ. μπουμπούκι)/μαράθηκαν/μοσχοβολούν τα ~ια.|| Αληθινά/αποξηραμένα (βλ. ποτ πουρί)/διακοσμητικά/εποχιακά/πλαστικά/πολύχρωμα/τεχνητά/υφασμάτινα/φρέσκα/χάρτινα/ψεύτικα ~ια. Συνθέσεις ~ιών (= ανθοσυνθέσεις· βλ. ανθοδετική, ικεμπάνα, κορσάζ, κουάφ). Βάζο/λιβάδι/παρτέρι/στεφάνι (βλ. μαγιάτικος) με ~ια. Μπαλκόνι με ~ια (= αλτάνα). Αποστολή ~ιών (βλ. ανθοδέσμη). Μια αγκαλιά ~ια. Κόβω/μαζεύω ~ια. Της πρόσφερε (ένα μπουκέτο) ~ια.|| Μάιος, ο μήνας των ~ιών. Τριαντάφυλλο, ο βασιλιάς των ~ιών. Γιορτή των ~ιών (βλ. Πρωτομαγιά). Έκθεση ~ιών. Οι μέλισσες πετούν από ~ σε ~. Ποτίζω/φροντίζω τα ~ια του κήπου (βλ. ανθοκαλλιέργεια, βραγιά, πρασιά). Πβ. φιόρο. Βλ. αγριο-, νεκρο-, νυχτο-λούλουδο. 2. (μτφ.-οικ.) για αγαπημένο, όμορφο ή αγνό πρόσωπο, συνήθ. παιδί: ~ μου! Πβ. αστέρι, καμάρι, ομορφιά. 3. (μτφ.-ειρων.) αλήτης, κάθαρμα, πονηρός. ΣΥΝ. μπουμπούκι (4) ● Υποκ.: λουλουδάκι (το): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδιά των λουλουδιών (παλαιότ.): χίπηδες. [< αγγλ. flower children, 1967] , λουλούδι του πάθους βλ. πάθος ● ΦΡ.: αγάπες και λουλούδια βλ. αγάπη [< μεσν. λουλούδι(ν)] | |
| 28714 | λουλούδιασμα & λουλούδισμα | λου-λού-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): άνθιση, άνθισμα: το ~ της φύσης. Πβ. ανθοφορία. | |
| 28715 | λουλουδιαστός | , ή, ό λου-λου-δια-στός επίθ. & (σπάν.) λουλουδιστός (προφ.): γεμάτος ή διακοσμημένος με λουλούδια: ~ά: παρτέρια (= ανθισμένα). Πβ. λουλουδένιος. | |
| 28716 | λουλουδίζει & λουλουδιάζει | λου-λου-δί-ζει ρ. (αμτβ.) {λουλούδι-σε κ. λουλούδια-σε, λουλουδί-σει, κυρ. στη μτχ. λουλουδια-σμένος (σπάν.) λουλουδι-σμένος} (προφ.) 1. ανθίζει: ~σε ο κάμπος/κήπος/τόπος. ~σμένη: πλαγιά. ~σμένα: μπαλκόνια. Πβ. ανθο-βολεί, -φορεί, βλασταίνει, θάλλει. Βλ. μαραίνω. 2. (σπάν.-μτφ.) ακμάζει, αναπτύσσεται. [< μεσν. λουλουδίζω, λουλουδιάζω] | |
| 28717 | λουλουδικό | λου-λου-δι-κό ουσ. (ουδ.) (προφ., συχνά ειρων.) & (λαϊκό) λελουδικό: λουλούδια ή (σπανιότ.) λουλούδι: Της έστειλες κανένα ~; | |
| 28718 | λουλούδινος | , η, ο λου-λού-δι-νος επίθ.: λουλουδένιος. | |
| 28719 | λουλουδοπόλεμος | λου-λου-δο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): συνήθεια ιδ. σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης να πετούν οι πελάτες λουλούδια, κυρ. γαρίφαλα, στους τραγουδιστές και τους χορευτές. | |
| 28720 | λουλουδού | [λουλουδοῡ] λου-λου-δού ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κοπέλα που εργάζεται σε κέντρο νυχτερινής διασκέδασης και πουλά γαρίφαλα σε όσους πελάτες επιθυμούν να τα πετάξουν στους καλλιτέχνες. Βλ. -ού1. 2. (σπάν.) ανθοπώλισσα. Βλ. λουλουδάς. | |
| 28721 | λούμεν | λού-μεν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της φωτεινής ροής (σύμβ. lm), ίση με την ποσότητα φωτός που εκπέμπεται σε στερεά γωνία από ομοιόμορφη σημειακή πηγή έντασης μίας καντέλας. Βλ. λουξ. [< γαλλ.-αγγλ. lumen] | |
| 28722 | λουμίνι | λου-μί-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φιτιλάκι ή λυχνάρι. [< βεν. lumin] | |
| 28723 | λούμπα | λού-μπα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λάκκος, λακκούβα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: πέφτω στη λούμπα (μτφ.-προφ.): στην παγίδα: Πρόσεξε μην πέσεις ~ του ανταγωνισμού.|| Δυστυχώς, έπεσες κι εσύ στην ίδια ~ (= έκανες το ίδιο λάθος). [< αλβ. luba] | |
| 28724 | λουμπάγκο | λου-μπά-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): οσφυαλγία: Έπαθα/μ' έπιασε ~. [< αγγλ.-γαλλ. lumbago] | |
| 28725 | λουμπάρδα | λου-μπάρ-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): κανόνι. ΣΥΝ. μπομπάρδα (2) [< μεσν. λουμπάρδα < ισπ. lombarda] | |
| 28726 | λούμπεν | [λοῦμπεν] λού-μπεν επίθ. {άκλ.}: κοινωνικά υποβαθμισμένος, περιθωριοποιημένος. Βλ. φτωχοδιάβολος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λούμπεν προλεταριάτο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) το ξεπεσμένο και εξαθλιωμένο τμήμα της εργατικής τάξης που έχει χάσει την ταξική του συνείδηση και τον κοινωνικό του ρόλο και ζει στο περιθώριο (αλήτες, ζητιάνοι, εγκληματίες). ΣΥΝ. υποπρολεταριάτο [< γερμ. Lumpenproletariat] [< γερμ. Lumpen ‘κουρέλι’] | |
| 28727 | λουμπεναρία | λου-μπε-να-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): σύνολο ανθρώπων εξαθλιωμένων, κοινωνικά περιθωριοποιημένων. Βλ. -αρία. | |
| 28728 | λουμπίνα | λου-μπί-να ουσ. (θηλ.) (αργκό-υβριστ.): παθητικός ομοφυλόφιλος. ΣΥΝ. λούγκρα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ