Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29440-29460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28745λουστρινένιος, ια, ιο λου-στρι-νέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από λουστρίνι: ~ια: τσάντα. ~ιες: γόβες. Βλ. δερμάτινος, -ένιος
28746λουστρίνιλου-στρί-νι ουσ. (ουδ.): βερνικωμένο, γυαλιστερό και ακριβό δέρμα: κόκκινο/μαύρο/μπλε ~. Ζώνη από ~. (ως επίθ.) Μπότες ~. Τσάντα κροκό ~. Βλ. σουέτ.λουστρίνια (τα): λουστρινένια παπούτσια. [< βεν. lustrin]
28747λούστρο[λοῦστρο] λού-στρο ουσ. (ουδ.) 1. βερνίκι· συνεκδ. λουστράρισμα ή γυαλάδα: ~ επίπλων (= λάκα). ~α μαρμάρων. Το ξύλινο πάτωμα περάστηκε με ~.|| Έχουν κάνει ~ στο σαλόνι. Πρόσεξε μη χαλάσει το ~. Πβ. γυάλισμα, στίλβωση.|| Κιθάρα με εξαίρετο φινίρισμα και ~. Πβ. στιλπνότητα. 2. (μτφ.) επιφανειακή λάμψη: κοινωνικό ~. Το ~ της σοβαρότητας. ΣΥΝ. επίχρισμα (3) [< βεν. lustro]
28748λούστρος[λοῦστρος] λού-στρος ουσ. (αρσ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) στιλβωτής υποδημάτων: το κασελάκι του ~ου. 2. (μτφ.) υβριστικός χαρακτηρισμός για άνδρα: Άντε από δω, ρε ~ο (= χαμένε, τιποτένιε). ● Υποκ.: λουστράκος (ο) & (σπάν.) λουστράκι (το): στη σημ. 1.
28749λουτέσιολου-τέ-σι-ο ουσ. (ουδ.) & λουτήτιο & (σπάν.) λουτέτσιο: ΧΗΜ. το τελευταίο μέταλλο της σειράς των λανθανιδών (σύμβ. Lu, Ζ, 71) με χρήση στην πυρηνική βιομηχανία. [< γαλλ. lutécium, 1907 < λατ. Lutetia ‘Παρίσι’]
28750λουτζουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. χειμερινό ολυμπιακό άθλημα με έλκηθρο, το οποίο σύρεται από καθήμενους δρομείς με μεγάλη ταχύτητα σε ειδικά διαμορφωμένο παγωμένο διάδρομο: αθλητής του ~. Βλ. μπόμπσλεϊ, Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες. [< γαλλ. luge, 1899, αγγλ. ~, 1905]
28751λουτήραςλου-τή-ρας ουσ. (αρσ.): νιπτήρας για λούσιμο των μαλλιών· επίσ. μπανιέρα ή ντουζιέρα: ~ες κομμωτηρίου. ~ες ασθενών (: φουσκωτός, για λούσιμο της κεφαλής στο κρεβάτι).|| (σε υδροθεραπευτικά κέντρα:) Ατομικός/ομαδικός (πβ. πισίνα) ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Πήλινος ~ (: σκεύος σαν λεκάνη). Βλ. -τήρας. [< μτγν. λουτήρ]
28752λουτήτιοβλ. λουτέσιο
28753λουτρουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γούνα βίδρας. Βλ. βιζόν, ερμίνα, λούτρινος, ρακούν, ρενάρ. [< γαλλ. loutre]
28754λουτρικός, ή, ό λου-τρι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με το λουτρό ή με τα θαλάσσια μπάνια: ~ό: συγκρότημα. ~ές: εγκαταστάσεις (π.χ. ξενοδοχείου).|| ~ή: περίοδος (: συνήθ. μέσα Μαΐου-τέλη Οκτωβρίου). [< μτγν. λουτρικός]
28755λούτρινος, η, ο λού-τρι-νος επίθ.: κατασκευασμένος από συνθετικό υλικό που μοιάζει στην υφή με γούνα: ~ο: αρκουδάκι.|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. ζωάκια/παιχνίδια). Βλ. λουτρ.
28756λουτρόλου-τρό ουσ. (ουδ.) 1. (επίσ.) δωμάτιο με κατάλληλες εγκαταστάσεις (είδη υγιεινής) για να πλυθεί κάποιος και συνήθ. με λεκάνη τουαλέτας· μπάνιο: ~ με ντουζιέρα. Αξεσουάρ ~ού. (σε ξενοδοχείο:) Υπνοδωμάτιο με ατομικό/ιδιωτικό ~. Πβ. λουτροκαμπινές.|| (στον πληθ.-παλαιότ., το αντίστοιχο δημόσιο οικοδόμημα:) (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαία ελληνικά/ρωμαϊκά ~ά (= βαλανεία). Τουρκικά ~ά (= χαμάμ). Πβ. λουτρώνας. 2. (κυρ. παλαιότ.-λόγ.) πλύσιμο του σώματος, μπάνιο: ζεστά ~ά (βλ. θερμόλουτρο). Παίρνω το ~ μου (= πλένομαι). Βλ. -λουτρο. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. διάλυμα ή ρευστό μέσα στο οποίο γίνεται εμβάπτιση ενός αντικειμένου για τεχνικούς σκοπούς: (ΜΕΤΑΛΛ.) λαμαρίνες επιμεταλλωμένες σε ~ μετάλλου.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ εμφάνισης (φιλμ).|| ~ βαφής δερμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ιαματικά λουτρά & λουτρά: νερά φυσικών πηγών, πλούσια σε μεταλλικά στοιχεία (ασβέστιο, θείο, κάλιο, μαγνήσιο, νάτριο, ράδιο, σίδηρο, ιώδιο, φώσφορο) ή αέρια (άζωτο, διοξείδιο του άνθρακα, οξυγόνο, υδρογόνο, υδρόθειο), τα οποία θεωρούνται θεραπευτικά για ποικίλες παθήσεις· συνεκδ. η αντίστοιχη λουτρόπολη, οι σχετικές εγκαταστάσεις ή η ίδια η λουτροθεραπεία: θερμά ~ ~ (βλ. θερμο-μεταλλικός, -πηγή). Πβ. μπάνια. Βλ. σπα., λουτρό αίματος βλ. αίμα ● ΦΡ.: αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού: δηλ. την τελευταία στιγμή και απροειδοποίητα, ματαιώνοντας τα σχέδια και τις προσδοκίες του: Παραιτήθηκε και τους ~σε/~ησε ~ ~. Πβ. αφήνω κάποιον μπουκάλα.|| Έμειναν στα ~ ~ (: ανατράπηκαν τα σχέδιά τους, διαψεύστηκαν οι ελπίδες τους). Βλ. ψυχρολουσία. [< αρχ. λουτρόν 3: γαλλ. bain]
28758λουτροθεραπείαλου-τρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υδροθεραπεία με ιαματικό νερό: ~ για αρθρίτιδες/ρευματισμούς. Βλ. θερμαλισμός, λουτρονόμος, σπα, -θεραπεία. [< γερμ. Badekur, γαλλ. balnéothérapie]
28759λουτροθεραπευτικός, ή, ό λου-τρο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη λουτροθεραπεία: ~ός: τουρισμός. ~ή: αγωγή. ~ό: κέντρο (βλ. σπα). Πβ. υδροθεραπευτικός.
28760λουτροκαμπινέςλου-τρο-κα-μπι-νές ουσ. (αρσ.) & λουτροκαμπινέ (το) {άκλ.}: μπάνιο με λεκάνη τουαλέτας: στούντιο με ένα δωμάτιο, ~έ και κουζινάκι. Πβ. λουτρό. Βλ. -ές.
28761λουτρονόμοςλου-τρο-νό-μος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που εργάζεται σε ιαματικά λουτρά με ποικίλα καθήκοντα, όπως τον έλεγχο τήρησης της καθαριότητας και απολύμανσης των εγκαταστάσεων, την προετοιμασία και παρακολούθηση των συνεδριών και την εξυπηρέτηση του κόσμου. Βλ. -νόμος.
28762λουτροπετσέταλου-τρο-πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): πετσέτα λουτρού.
28763λουτροπηγήλου-τρο-πη-γή ουσ. (θηλ.): ιαματική πηγή.
28764λουτρόποληλου-τρό-πο-λη ουσ. (θηλ.): χωροθετημένη έκταση σε περιοχή με εκμεταλλεύσιμους, για ιαματικούς σκοπούς, φυσικούς πόρους (ιαματικό ή θαλασσινό νερό, κλιματολογικοί παράγοντες), εξοπλισμένη με τις απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες για θεραπευτικό κυρ. τουρισμό· συνεκδ. ο σχετικός οικισμός: παραθαλάσσια ~. ~όλεις με κέντρα υδροθεραπείας. Μπάνια στις θερμές πηγές των ~όλεων. Πβ. σπα. [< γερμ. Badeort]
28765λουτροφόροςλου-τρο-φό-ρος ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. ψηλό αγγείο με μακρόστενο λαιμό και δύο μεγάλες λαβές, που χρησιμοποιούνταν σε γαμήλιες ή επικήδειες τελετές: ~-αμφορέας/υδρία. Βλ. -φόρος. [< μτγν. λουτροφόρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.