Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29460-29480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28766λουτρώναςλου-τρώ-νας ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. λουτρό: βυζαντινός/παλαιοχριστιανικός/ρωμαϊκός ~. Βλ. -ώνας. [< αρχ. λουτρών]
28767λούτσαλού-τσα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λακκούβα με νερό. Πβ. λούμπα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα βλ. μούσκεμα [< μεσν. λούτσα < αλβ. llucë]
28768λούτσος[λοῦτσος] λού-τσος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. επιθετικό σαρκοφάγο ψάρι (επιστ. ονομασ. Sphyraena sphyraena) με κοφτερά δόντια και μακρόστενο σώμα που μοιάζει με βέλος και φέρει κάθετες μολυβί γραμμές. Πβ. τούρνα. Βλ. μπαρακούντα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στη σχάρα. [< βεν. luzzo]
28769λούφα1λού-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αποφυγή εκτέλεσης εργασίας ή καθηκόντων, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: Βρήκαν ευκαιρία για/να κάνουν ~. Το 'χει ρίξει στη ~ (= λουφάρει). Βλ. κοπάνα. ΣΥΝ. λουφάρισμα ● ΦΡ.: στη λούφα (προφ.): στα κρυφά: Αποφάσεις (που πέρασαν) ~ ~ (= στα μουλωχτά).
28770λούφα2λού-φα ουσ. (θηλ.): σφουγγάρι που προέρχεται από το ινώδες περίβλημα των καρπών του ομώνυμου αναρριχητικού τροπικού φυτού: ~ προσώπου/σώματος. [< γαλλ. luffa]
28771λουφαδόρικος, η, ο λου-φα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη λούφα ή τον λουφαδόρο: (στη στρατ. αργκό) ~η: θέση/μονάδα/υπηρεσία.
28772λουφαδόροςλου-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που λουφάρει. Πβ. αργόσχολος, καλοπερασάκιας, τεμπέλης, φυγόπονος. Βλ. κοπανατζής, σκασιάρχης, -αδόρος. ΣΥΝ. λουφατζής
28773λουφάζωλου-φά-ζω ρ. (αμτβ.) {λούφα-ξα, -ξει, -γμένος} (προφ.): ζαρώνω, κρύβομαι, μαζεύομαι: ~ξε (ντροπιασμένος/φοβισμένος) σε μια άκρη/γωνιά. Πουλιά ~γμένα στις φωλιές τους. [< μεσν. λωφάζω]
28774λουφάρισμαλου-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λουφάρω, λούφα. Βλ. -ισμα.
28775λουφάρωλου-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {λούφαρ-α (σπάν.) λουφάρ-ισα, -οντας} (προφ.): αποφεύγω συνειδητά την εκτέλεση μιας εργασίας ή των καθηκόντων μου, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: ~ει στη δουλειά/συστηματικά. Πβ. τεμπελιάζω, φυγοπονώ.
28776λουφατζήςλου-φα-τζής ουσ. (αρσ.) (σπάν.-προφ.): λουφαδόρος.
28777λουφέςλου-φές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): χρήματα που αποκτώνται χωρίς κόπο ή/και με παράνομο τρόπο: Τρώγονται μεταξύ τους για τον ~έ. Πβ. μίζα, μπαξίσι. Βλ. λάδωμα, -ές. [< μεσν. (α)λοφάς, λο(υ)φές < τουρκ. ulufe]
28778λούωβλ. λούζω
28779λοφίολο-φί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. φούντα από φτερά ή γενικότ. προεξέχον τμήμα στο κεφάλι ορισμένων πτηνών: μακρύ/πολύχρωμο ~. Το ~ του κορυδαλλού/παγονιού/πετεινού (= λειρί)/τσαλαπετεινού. Παπαγάλος με ~. 2. (παλαιότ.) θύσανος από φτερά ή νήματα σε στρατιωτικά πηλήκια: κράνος με ~. 3. ΑΡΧΙΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} κοίλη τριγωνική επιφάνεια που διαμορφώνεται ψηλά σε κάθε γωνία ενός τετράγωνου κτίσματος, ώστε να διευκολύνεται η μετάβαση στο κυκλικό σχήμα της βάσης του τρούλου. ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο βλ. βλάκας [< μτγν. λόφιον ‘τσουλούφι’]
28780λοφιοφόρος, α/ος, ο λο-φι-ο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που έχει λοφίο: ~ος: τρίτωνας. Κινέζικος ~ (σκύλος). Βλ. -φόρος.
28781λοφοπλαγιάλο-φο-πλα-γιά ουσ. (θηλ.): πλαγιά λόφου: χωριό χτισμένο σε ~. Βλ. βουνοπλαγιά.
28782λόφοςλό-φος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσικό ύψωμα της ξηράς μέχρι τριακόσια μέτρα (δηλ. μικρότερο από το βουνό): βραχώδεις/δασωμένοι/καταπράσινοι/πευκόφυτοι ~οι. ~ με θέα στη θάλασσα. Οι παρυφές/η πλαγιά (= λοφοπλαγιά)/τα πρανή/οι πρόποδες/οι υπώρειες/το φρύδι του ~ου. Εκκλησάκι στην κορυφή του ~ου. Κάστρο (χτισμένο) πάνω σε ~ο (βλ. ακρόπολη). Αναρρίχηση ~ων. Πβ. μαγούλα, ύβωμα. Βλ. αμμόλοφος, γεωμορφές.|| Τεχνητός ~. Πβ. τούμπα1, τύμβος.|| (μτφ.) ~ (= σωρός) σκουπιδιών. ● Υποκ.: λοφάκι (το) & (λόγ.) λοφίσκος (ο): Πβ. γήλοφος. [< αρχ. λόφος]
28783λοφοσειράλο-φο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): σειρά λόφων: Ανάμεσα στις ~ές, σχηματίζονται εύφορες κοιλάδες. Βλ. οροσειρά.
28784λοφτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΡΧΙΤ. χώρος σε επαγγελματικό κτίριο που δεν χρησιμοποιείται πια (π.χ. αποθήκη, εργοστάσιο), ο οποίος έχει μετατραπεί σε διαμέρισμα ή γραφείο. [< αμερικ. loft, 1960, γαλλ. ~, περ. 1975]
28785λοφώδης, ης, ες λο-φώ-δης επίθ. {λοφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που αποτελείται από λόφους: ~ες: ανάγλυφο/έδαφος/νησί/τοπίο. ~εις: εκτάσεις. Βλ. βραχ-, πετρ-ώδης, ορεινός, πεδινός. [< αρχ. λοφώδης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.