| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28766 | λουτρώνας | λου-τρώ-νας ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. λουτρό: βυζαντινός/παλαιοχριστιανικός/ρωμαϊκός ~. Βλ. -ώνας. [< αρχ. λουτρών] | |
| 28767 | λούτσα | λού-τσα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λακκούβα με νερό. Πβ. λούμπα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα βλ. μούσκεμα [< μεσν. λούτσα < αλβ. llucë] | |
| 28768 | λούτσος | [λοῦτσος] λού-τσος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. επιθετικό σαρκοφάγο ψάρι (επιστ. ονομασ. Sphyraena sphyraena) με κοφτερά δόντια και μακρόστενο σώμα που μοιάζει με βέλος και φέρει κάθετες μολυβί γραμμές. Πβ. τούρνα. Βλ. μπαρακούντα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στη σχάρα. [< βεν. luzzo] | |
| 28769 | λούφα1 | λού-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αποφυγή εκτέλεσης εργασίας ή καθηκόντων, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: Βρήκαν ευκαιρία για/να κάνουν ~. Το 'χει ρίξει στη ~ (= λουφάρει). Βλ. κοπάνα. ΣΥΝ. λουφάρισμα ● ΦΡ.: στη λούφα (προφ.): στα κρυφά: Αποφάσεις (που πέρασαν) ~ ~ (= στα μουλωχτά). | |
| 28770 | λούφα2 | λού-φα ουσ. (θηλ.): σφουγγάρι που προέρχεται από το ινώδες περίβλημα των καρπών του ομώνυμου αναρριχητικού τροπικού φυτού: ~ προσώπου/σώματος. [< γαλλ. luffa] | |
| 28771 | λουφαδόρικος | , η, ο λου-φα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη λούφα ή τον λουφαδόρο: (στη στρατ. αργκό) ~η: θέση/μονάδα/υπηρεσία. | |
| 28772 | λουφαδόρος | λου-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που λουφάρει. Πβ. αργόσχολος, καλοπερασάκιας, τεμπέλης, φυγόπονος. Βλ. κοπανατζής, σκασιάρχης, -αδόρος. ΣΥΝ. λουφατζής | |
| 28773 | λουφάζω | λου-φά-ζω ρ. (αμτβ.) {λούφα-ξα, -ξει, -γμένος} (προφ.): ζαρώνω, κρύβομαι, μαζεύομαι: ~ξε (ντροπιασμένος/φοβισμένος) σε μια άκρη/γωνιά. Πουλιά ~γμένα στις φωλιές τους. [< μεσν. λωφάζω] | |
| 28774 | λουφάρισμα | λου-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λουφάρω, λούφα. Βλ. -ισμα. | |
| 28775 | λουφάρω | λου-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {λούφαρ-α (σπάν.) λουφάρ-ισα, -οντας} (προφ.): αποφεύγω συνειδητά την εκτέλεση μιας εργασίας ή των καθηκόντων μου, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: ~ει στη δουλειά/συστηματικά. Πβ. τεμπελιάζω, φυγοπονώ. | |
| 28776 | λουφατζής | λου-φα-τζής ουσ. (αρσ.) (σπάν.-προφ.): λουφαδόρος. | |
| 28777 | λουφές | λου-φές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): χρήματα που αποκτώνται χωρίς κόπο ή/και με παράνομο τρόπο: Τρώγονται μεταξύ τους για τον ~έ. Πβ. μίζα, μπαξίσι. Βλ. λάδωμα, -ές. [< μεσν. (α)λοφάς, λο(υ)φές < τουρκ. ulufe] | |
| 28778 | λούω | βλ. λούζω | |
| 28779 | λοφίο | λο-φί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. φούντα από φτερά ή γενικότ. προεξέχον τμήμα στο κεφάλι ορισμένων πτηνών: μακρύ/πολύχρωμο ~. Το ~ του κορυδαλλού/παγονιού/πετεινού (= λειρί)/τσαλαπετεινού. Παπαγάλος με ~. 2. (παλαιότ.) θύσανος από φτερά ή νήματα σε στρατιωτικά πηλήκια: κράνος με ~. 3. ΑΡΧΙΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} κοίλη τριγωνική επιφάνεια που διαμορφώνεται ψηλά σε κάθε γωνία ενός τετράγωνου κτίσματος, ώστε να διευκολύνεται η μετάβαση στο κυκλικό σχήμα της βάσης του τρούλου. ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο βλ. βλάκας [< μτγν. λόφιον ‘τσουλούφι’] | |
| 28780 | λοφιοφόρος | , α/ος, ο λο-φι-ο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που έχει λοφίο: ~ος: τρίτωνας. Κινέζικος ~ (σκύλος). Βλ. -φόρος. | |
| 28781 | λοφοπλαγιά | λο-φο-πλα-γιά ουσ. (θηλ.): πλαγιά λόφου: χωριό χτισμένο σε ~. Βλ. βουνοπλαγιά. | |
| 28782 | λόφος | λό-φος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσικό ύψωμα της ξηράς μέχρι τριακόσια μέτρα (δηλ. μικρότερο από το βουνό): βραχώδεις/δασωμένοι/καταπράσινοι/πευκόφυτοι ~οι. ~ με θέα στη θάλασσα. Οι παρυφές/η πλαγιά (= λοφοπλαγιά)/τα πρανή/οι πρόποδες/οι υπώρειες/το φρύδι του ~ου. Εκκλησάκι στην κορυφή του ~ου. Κάστρο (χτισμένο) πάνω σε ~ο (βλ. ακρόπολη). Αναρρίχηση ~ων. Πβ. μαγούλα, ύβωμα. Βλ. αμμόλοφος, γεωμορφές.|| Τεχνητός ~. Πβ. τούμπα1, τύμβος.|| (μτφ.) ~ (= σωρός) σκουπιδιών. ● Υποκ.: λοφάκι (το) & (λόγ.) λοφίσκος (ο): Πβ. γήλοφος. [< αρχ. λόφος] | |
| 28783 | λοφοσειρά | λο-φο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): σειρά λόφων: Ανάμεσα στις ~ές, σχηματίζονται εύφορες κοιλάδες. Βλ. οροσειρά. | |
| 28784 | λοφτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΡΧΙΤ. χώρος σε επαγγελματικό κτίριο που δεν χρησιμοποιείται πια (π.χ. αποθήκη, εργοστάσιο), ο οποίος έχει μετατραπεί σε διαμέρισμα ή γραφείο. [< αμερικ. loft, 1960, γαλλ. ~, περ. 1975] | |
| 28785 | λοφώδης | , ης, ες λο-φώ-δης επίθ. {λοφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που αποτελείται από λόφους: ~ες: ανάγλυφο/έδαφος/νησί/τοπίο. ~εις: εκτάσεις. Βλ. βραχ-, πετρ-ώδης, ορεινός, πεδινός. [< αρχ. λοφώδης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ