Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29480-29500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28769λούφα1λού-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αποφυγή εκτέλεσης εργασίας ή καθηκόντων, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: Βρήκαν ευκαιρία για/να κάνουν ~. Το 'χει ρίξει στη ~ (= λουφάρει). Βλ. κοπάνα. ΣΥΝ. λουφάρισμα ● ΦΡ.: στη λούφα (προφ.): στα κρυφά: Αποφάσεις (που πέρασαν) ~ ~ (= στα μουλωχτά).
28770λούφα2λού-φα ουσ. (θηλ.): σφουγγάρι που προέρχεται από το ινώδες περίβλημα των καρπών του ομώνυμου αναρριχητικού τροπικού φυτού: ~ προσώπου/σώματος. [< γαλλ. luffa]
28771λουφαδόρικος, η, ο λου-φα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη λούφα ή τον λουφαδόρο: (στη στρατ. αργκό) ~η: θέση/μονάδα/υπηρεσία.
28772λουφαδόροςλου-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που λουφάρει. Πβ. αργόσχολος, καλοπερασάκιας, τεμπέλης, φυγόπονος. Βλ. κοπανατζής, σκασιάρχης, -αδόρος. ΣΥΝ. λουφατζής
28773λουφάζωλου-φά-ζω ρ. (αμτβ.) {λούφα-ξα, -ξει, -γμένος} (προφ.): ζαρώνω, κρύβομαι, μαζεύομαι: ~ξε (ντροπιασμένος/φοβισμένος) σε μια άκρη/γωνιά. Πουλιά ~γμένα στις φωλιές τους. [< μεσν. λωφάζω]
28774λουφάρισμαλου-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λουφάρω, λούφα. Βλ. -ισμα.
28775λουφάρωλου-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {λούφαρ-α (σπάν.) λουφάρ-ισα, -οντας} (προφ.): αποφεύγω συνειδητά την εκτέλεση μιας εργασίας ή των καθηκόντων μου, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: ~ει στη δουλειά/συστηματικά. Πβ. τεμπελιάζω, φυγοπονώ.
28776λουφατζήςλου-φα-τζής ουσ. (αρσ.) (σπάν.-προφ.): λουφαδόρος.
28777λουφέςλου-φές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): χρήματα που αποκτώνται χωρίς κόπο ή/και με παράνομο τρόπο: Τρώγονται μεταξύ τους για τον ~έ. Πβ. μίζα, μπαξίσι. Βλ. λάδωμα, -ές. [< μεσν. (α)λοφάς, λο(υ)φές < τουρκ. ulufe]
28778λούωβλ. λούζω
28779λοφίολο-φί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. φούντα από φτερά ή γενικότ. προεξέχον τμήμα στο κεφάλι ορισμένων πτηνών: μακρύ/πολύχρωμο ~. Το ~ του κορυδαλλού/παγονιού/πετεινού (= λειρί)/τσαλαπετεινού. Παπαγάλος με ~. 2. (παλαιότ.) θύσανος από φτερά ή νήματα σε στρατιωτικά πηλήκια: κράνος με ~. 3. ΑΡΧΙΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} κοίλη τριγωνική επιφάνεια που διαμορφώνεται ψηλά σε κάθε γωνία ενός τετράγωνου κτίσματος, ώστε να διευκολύνεται η μετάβαση στο κυκλικό σχήμα της βάσης του τρούλου. ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο βλ. βλάκας [< μτγν. λόφιον ‘τσουλούφι’]
28780λοφιοφόρος, α/ος, ο λο-φι-ο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που έχει λοφίο: ~ος: τρίτωνας. Κινέζικος ~ (σκύλος). Βλ. -φόρος.
28781λοφοπλαγιάλο-φο-πλα-γιά ουσ. (θηλ.): πλαγιά λόφου: χωριό χτισμένο σε ~. Βλ. βουνοπλαγιά.
28782λόφοςλό-φος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσικό ύψωμα της ξηράς μέχρι τριακόσια μέτρα (δηλ. μικρότερο από το βουνό): βραχώδεις/δασωμένοι/καταπράσινοι/πευκόφυτοι ~οι. ~ με θέα στη θάλασσα. Οι παρυφές/η πλαγιά (= λοφοπλαγιά)/τα πρανή/οι πρόποδες/οι υπώρειες/το φρύδι του ~ου. Εκκλησάκι στην κορυφή του ~ου. Κάστρο (χτισμένο) πάνω σε ~ο (βλ. ακρόπολη). Αναρρίχηση ~ων. Πβ. μαγούλα, ύβωμα. Βλ. αμμόλοφος, γεωμορφές.|| Τεχνητός ~. Πβ. τούμπα1, τύμβος.|| (μτφ.) ~ (= σωρός) σκουπιδιών. ● Υποκ.: λοφάκι (το) & (λόγ.) λοφίσκος (ο): Πβ. γήλοφος. [< αρχ. λόφος]
28783λοφοσειράλο-φο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): σειρά λόφων: Ανάμεσα στις ~ές, σχηματίζονται εύφορες κοιλάδες. Βλ. οροσειρά.
28784λοφτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΡΧΙΤ. χώρος σε επαγγελματικό κτίριο που δεν χρησιμοποιείται πια (π.χ. αποθήκη, εργοστάσιο), ο οποίος έχει μετατραπεί σε διαμέρισμα ή γραφείο. [< αμερικ. loft, 1960, γαλλ. ~, περ. 1975]
28785λοφώδης, ης, ες λο-φώ-δης επίθ. {λοφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που αποτελείται από λόφους: ~ες: ανάγλυφο/έδαφος/νησί/τοπίο. ~εις: εκτάσεις. Βλ. βραχ-, πετρ-ώδης, ορεινός, πεδινός. [< αρχ. λοφώδης]
28786λοχαγόςλο-χα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον υπολοχαγό και κατώτερος από τον ταγματάρχη κατά ένα βαθμό. Βλ. ίλ-, υποπλοί-αρχος, σμηναγός. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.) καθένα από τα πολιτικά πρόσωπα που είναι πιστοί οπαδοί πολιτικού, στηρίζουν φανερά την εκλογή του στην ηγεσία της παράταξης ή/και διαδραματίζουν σημαντικό εσωκομματικό ρόλο: η ομάδα των ~ών. Βλ. βαρόνος. [< αρχ. λοχαγός]
28787λοχείαλο-χεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρονικό διάστημα περ. σαράντα ημερών μετά τον τοκετό, κατά το οποίο αποκαθίστανται οι φυσιολογικές λειτουργίες στο σώμα της γυναίκας: επιπλοκές της ~ας. Κατάθλιψη της ~ας (= επιλόχεια). Άδεια/επίδομα ~ας. Βλ. κύηση, λεχώνα. [< μτγν. λοχεία]
28788λόχιαλό-χι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣΙΟΛ. εκκρίσεις της μήτρας κατά την περίοδο της λοχείας: αιματηρά/βλεννώδη/ορώδη ~. [< αρχ. λόχια, γαλλ. lochies, αγγλ. lochia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.