| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28769 | λούφα1 | λού-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αποφυγή εκτέλεσης εργασίας ή καθηκόντων, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: Βρήκαν ευκαιρία για/να κάνουν ~. Το 'χει ρίξει στη ~ (= λουφάρει). Βλ. κοπάνα. ΣΥΝ. λουφάρισμα ● ΦΡ.: στη λούφα (προφ.): στα κρυφά: Αποφάσεις (που πέρασαν) ~ ~ (= στα μουλωχτά). | |
| 28770 | λούφα2 | λού-φα ουσ. (θηλ.): σφουγγάρι που προέρχεται από το ινώδες περίβλημα των καρπών του ομώνυμου αναρριχητικού τροπικού φυτού: ~ προσώπου/σώματος. [< γαλλ. luffa] | |
| 28771 | λουφαδόρικος | , η, ο λου-φα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη λούφα ή τον λουφαδόρο: (στη στρατ. αργκό) ~η: θέση/μονάδα/υπηρεσία. | |
| 28772 | λουφαδόρος | λου-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που λουφάρει. Πβ. αργόσχολος, καλοπερασάκιας, τεμπέλης, φυγόπονος. Βλ. κοπανατζής, σκασιάρχης, -αδόρος. ΣΥΝ. λουφατζής | |
| 28773 | λουφάζω | λου-φά-ζω ρ. (αμτβ.) {λούφα-ξα, -ξει, -γμένος} (προφ.): ζαρώνω, κρύβομαι, μαζεύομαι: ~ξε (ντροπιασμένος/φοβισμένος) σε μια άκρη/γωνιά. Πουλιά ~γμένα στις φωλιές τους. [< μεσν. λωφάζω] | |
| 28774 | λουφάρισμα | λου-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λουφάρω, λούφα. Βλ. -ισμα. | |
| 28775 | λουφάρω | λου-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {λούφαρ-α (σπάν.) λουφάρ-ισα, -οντας} (προφ.): αποφεύγω συνειδητά την εκτέλεση μιας εργασίας ή των καθηκόντων μου, συνήθ. λόγω τεμπελιάς: ~ει στη δουλειά/συστηματικά. Πβ. τεμπελιάζω, φυγοπονώ. | |
| 28776 | λουφατζής | λου-φα-τζής ουσ. (αρσ.) (σπάν.-προφ.): λουφαδόρος. | |
| 28777 | λουφές | λου-φές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): χρήματα που αποκτώνται χωρίς κόπο ή/και με παράνομο τρόπο: Τρώγονται μεταξύ τους για τον ~έ. Πβ. μίζα, μπαξίσι. Βλ. λάδωμα, -ές. [< μεσν. (α)λοφάς, λο(υ)φές < τουρκ. ulufe] | |
| 28778 | λούω | βλ. λούζω | |
| 28779 | λοφίο | λο-φί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. φούντα από φτερά ή γενικότ. προεξέχον τμήμα στο κεφάλι ορισμένων πτηνών: μακρύ/πολύχρωμο ~. Το ~ του κορυδαλλού/παγονιού/πετεινού (= λειρί)/τσαλαπετεινού. Παπαγάλος με ~. 2. (παλαιότ.) θύσανος από φτερά ή νήματα σε στρατιωτικά πηλήκια: κράνος με ~. 3. ΑΡΧΙΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} κοίλη τριγωνική επιφάνεια που διαμορφώνεται ψηλά σε κάθε γωνία ενός τετράγωνου κτίσματος, ώστε να διευκολύνεται η μετάβαση στο κυκλικό σχήμα της βάσης του τρούλου. ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο βλ. βλάκας [< μτγν. λόφιον ‘τσουλούφι’] | |
| 28780 | λοφιοφόρος | , α/ος, ο λο-φι-ο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που έχει λοφίο: ~ος: τρίτωνας. Κινέζικος ~ (σκύλος). Βλ. -φόρος. | |
| 28781 | λοφοπλαγιά | λο-φο-πλα-γιά ουσ. (θηλ.): πλαγιά λόφου: χωριό χτισμένο σε ~. Βλ. βουνοπλαγιά. | |
| 28782 | λόφος | λό-φος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσικό ύψωμα της ξηράς μέχρι τριακόσια μέτρα (δηλ. μικρότερο από το βουνό): βραχώδεις/δασωμένοι/καταπράσινοι/πευκόφυτοι ~οι. ~ με θέα στη θάλασσα. Οι παρυφές/η πλαγιά (= λοφοπλαγιά)/τα πρανή/οι πρόποδες/οι υπώρειες/το φρύδι του ~ου. Εκκλησάκι στην κορυφή του ~ου. Κάστρο (χτισμένο) πάνω σε ~ο (βλ. ακρόπολη). Αναρρίχηση ~ων. Πβ. μαγούλα, ύβωμα. Βλ. αμμόλοφος, γεωμορφές.|| Τεχνητός ~. Πβ. τούμπα1, τύμβος.|| (μτφ.) ~ (= σωρός) σκουπιδιών. ● Υποκ.: λοφάκι (το) & (λόγ.) λοφίσκος (ο): Πβ. γήλοφος. [< αρχ. λόφος] | |
| 28783 | λοφοσειρά | λο-φο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): σειρά λόφων: Ανάμεσα στις ~ές, σχηματίζονται εύφορες κοιλάδες. Βλ. οροσειρά. | |
| 28784 | λοφτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΡΧΙΤ. χώρος σε επαγγελματικό κτίριο που δεν χρησιμοποιείται πια (π.χ. αποθήκη, εργοστάσιο), ο οποίος έχει μετατραπεί σε διαμέρισμα ή γραφείο. [< αμερικ. loft, 1960, γαλλ. ~, περ. 1975] | |
| 28785 | λοφώδης | , ης, ες λο-φώ-δης επίθ. {λοφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που αποτελείται από λόφους: ~ες: ανάγλυφο/έδαφος/νησί/τοπίο. ~εις: εκτάσεις. Βλ. βραχ-, πετρ-ώδης, ορεινός, πεδινός. [< αρχ. λοφώδης] | |
| 28786 | λοχαγός | λο-χα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον υπολοχαγό και κατώτερος από τον ταγματάρχη κατά ένα βαθμό. Βλ. ίλ-, υποπλοί-αρχος, σμηναγός. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.) καθένα από τα πολιτικά πρόσωπα που είναι πιστοί οπαδοί πολιτικού, στηρίζουν φανερά την εκλογή του στην ηγεσία της παράταξης ή/και διαδραματίζουν σημαντικό εσωκομματικό ρόλο: η ομάδα των ~ών. Βλ. βαρόνος. [< αρχ. λοχαγός] | |
| 28787 | λοχεία | λο-χεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρονικό διάστημα περ. σαράντα ημερών μετά τον τοκετό, κατά το οποίο αποκαθίστανται οι φυσιολογικές λειτουργίες στο σώμα της γυναίκας: επιπλοκές της ~ας. Κατάθλιψη της ~ας (= επιλόχεια). Άδεια/επίδομα ~ας. Βλ. κύηση, λεχώνα. [< μτγν. λοχεία] | |
| 28788 | λόχια | λό-χι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣΙΟΛ. εκκρίσεις της μήτρας κατά την περίοδο της λοχείας: αιματηρά/βλεννώδη/ορώδη ~. [< αρχ. λόχια, γαλλ. lochies, αγγλ. lochia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ