| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28786 | λοχαγός | λο-χα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον υπολοχαγό και κατώτερος από τον ταγματάρχη κατά ένα βαθμό. Βλ. ίλ-, υποπλοί-αρχος, σμηναγός. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.) καθένα από τα πολιτικά πρόσωπα που είναι πιστοί οπαδοί πολιτικού, στηρίζουν φανερά την εκλογή του στην ηγεσία της παράταξης ή/και διαδραματίζουν σημαντικό εσωκομματικό ρόλο: η ομάδα των ~ών. Βλ. βαρόνος. [< αρχ. λοχαγός] | |
| 28787 | λοχεία | λο-χεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρονικό διάστημα περ. σαράντα ημερών μετά τον τοκετό, κατά το οποίο αποκαθίστανται οι φυσιολογικές λειτουργίες στο σώμα της γυναίκας: επιπλοκές της ~ας. Κατάθλιψη της ~ας (= επιλόχεια). Άδεια/επίδομα ~ας. Βλ. κύηση, λεχώνα. [< μτγν. λοχεία] | |
| 28788 | λόχια | λό-χι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣΙΟΛ. εκκρίσεις της μήτρας κατά την περίοδο της λοχείας: αιματηρά/βλεννώδη/ορώδη ~. [< αρχ. λόχια, γαλλ. lochies, αγγλ. lochia] | |
| 28789 | λοχίας | λο-χί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος του δεκανέα και κατώτερος του επιλοχία κατά ένα βαθμό· αντιστοιχεί στον κελευστή του Πολεμικού Ναυτικού και τον σμηνία της Πολεμικής Αεροπορίας: έφεδρος ~. ~ ΕΜΘ/ΕΠΥ. ~ Πεζικού/Πυροβολικού. Βλ. αρχι~. | |
| 28790 | λόχμη | λόχ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τμήμα δάσους γεμάτο πυκνούς θάμνους: ~ βάτων. Ο λαγός κρύφτηκε σε μια ~. [< αρχ. λόχμη] | |
| 28791 | λόχος | λό-χος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. μικρή μονάδα του Στρατού Ξηράς, η οποία ανήκει σε τάγμα: διοικητής/επικεφαλής του ~ου (= λοχαγός). ~ Διαβιβάσεων/Διοικήσεως (ακρ. ΛΔ)/Μηχανικού/Ορεινών Καταδρομών (ακρ. ΛΟΚ)/Στρατηγείου (ακρ. ΛΣ)/Στρατονομίας/Υγειονομικού. Βλ. ίλη, πυροβολαρχία. ● ΣΥΜΠΛ.: η μάνα του λόχου βλ. μάνα [< αρχ. λόχος] | |
| 28792 | ΛΣ | 1. (το) Λιμενικό Σώμα. Βλ. λιμενικός. 2. (ο) Λόχος Στρατηγείου. | |
| 28793 | λυγάμενος | , η, ο λυ-γά-με-νος επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: σεινάμενος κουνάμενος/κουνάμενος σεινάμενος βλ. κουνάμενος | |
| 28794 | λυγαριά | λυ-γα-ριά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) λυγιά: ΒΟΤ. θαμνώδες φυλλοβόλο φυτό (επιστ. ονομασ. Vitex agnus-castus) με ευλύγιστα κλαδιά, λογχοειδή φύλλα και λευκά, μοβ, μπλε ή ροζ αρωματικά άνθη που αναπτύσσονται κωνικά στις κορυφές των μίσχων: κοφίνια από βέργες ~ιάς. Η ~ φυτρώνει συχνά στις ακροποταμιές. [< μεσν. λυγαρέα] | |
| 28795 | λυγεράδα | λυ-γε-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): η ιδιότητα του λυγερού. Πβ. ευκαμψία, ευλυγισία. Βλ. -άδα. | |
| 15496 | Λυγερόκορμη | [ἐλαφῖνα] ε-λα-φί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (λαϊκό-λογοτ.) λαφίνα 1. ΖΩΟΛ. θηλυκό ελάφι. 2. (μτφ.) ψηλή, λυγερόκορμη και όμορφη κοπέλα. Πβ. γαζέλα. [< 1: μεσν. ελαφίνα] | |
| 28796 | λυγερόκορμος | , η, ο λυ-γε-ρό-κορ-μος επίθ.: που έχει λυγερό κορμί: ~η: κοπέλα (βλ. ζαργάνα). ~ο: παλικάρι (πβ. ευσταλής, λεβέντης, σπαθάτος). | |
| 28797 | λυγερός | , ή, ό λυ-γε-ρός επίθ.: λεπτός, ψηλός και ευλύγιστος: ~ή: κορμοστασιά. ~ό: κορμί (βλ. λαμπάδα)/παράστημα (= ευθυτενές)/σώμα.|| Ένας νέος όμορφος και ~. ΣΥΝ. λυγερόκορμος.|| ~ά: κυπαρίσσια. Βλ. -ερός. [< μεσν. λυγερός] | |
| 28798 | λυγιά | βλ. λυγαριά | |
| 28799 | λυγίζω | λυ-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λύγι-σα, -σει, λυγίζ-οντας, λυγι-σμένος} 1. κάνω κάτι κυρτό ή καμπύλο: ~σε τον αγκώνα του. ~σμένα: πόδια. Πβ. διπλώνω, κλίνω. Βλ. κουλουριάζομαι. ΣΥΝ. κάμπτω (2), λυγώ ΑΝΤ. ισιώνω (1) 2. (μτφ.) καταβάλλω, εξουθενώνω: Τον ~σε η κούραση. Τη ~σαν (= γονάτισαν, τσάκισαν) τα βάσανα.|| (καταβάλλομαι, υποκύπτω:) Δεν θα ~σω (= ενδώσω, καταθέσω τα όπλα, πτοηθώ, υποχωρήσω) ποτέ (βλ. βράχος ακλόνητος). ~σε από το άγχος/μπροστά στις συνεχείς απειλές/υπό το βάρος των πιέσεων. Πάλεψαν, αλλά, στο τέλος, δεν άντεξαν και ~σαν (= ηττήθηκαν). ● λυγίζει: καμπυλώνεται ή κυρτώνεται: Καλώδιο που ~ει εύκολα (= εύκαμπτο, ευλύγιστο). Το κλαδί ~σε (απ' το χιόνι) κι έσπασε. ~σαν τα γόνατά της και σωριάστηκε κάτω. ● ΦΡ.: λυγίζω σίδερα βλ. σίδερο, λυγίζω τη μέση (μου) βλ. μέση [< 1: αρχ. λυγίζω] | |
| 28800 | λύγισμα | λύ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) {λυγίσμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λυγίζω: ~ σύρματος (βλ. πένσα). ~ και σπάσιμο σωλήνα (: λόγω άσκησης μεγάλης δύναμης). Πβ. καμπύλωση, κύρτωση, κουρμπάρισμα, λόξεμα.|| ~ της μέσης. (ΓΥΜΝ.) ~ και τέντωμα του αγκώνα. Πβ. κάμψη. Βλ. κουλούριασμα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ατα της φωνής (= γυρ-, τσακ-ίσματα). ΑΝΤ. ίσιωμα (1) [< μεσν. λύγισμα] | |
| 28801 | λυγισμός | λυ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝ. απώλεια της ευστάθειας δομικού στοιχείου ή κατασκευής που υπόκειται σε κεντρική αξονική θλίψη: ελαστικός/καμπτικός/πλευρικός/στρεπτικός/τοπικός ~. ~ δοκών/ράβδων/υποστυλωμάτων. Κρίσιμο φορτίο/μήκος/τάση ~ού. Αστοχία λόγω ~ού. Αντοχή/έλεγχος σε ~ό. Βλ. διάτμηση, εφελκυσμός, κάμψη, κύρτωση, -ισμός. [< μτγν. λυγισμός 'διαστρέβλωση των λόγων', γαλλ. flambage, flambement, 1922] | |
| 28802 | λυγιστός | , ή, ό λυ-γι-στός επίθ.: ευλύγιστος ή λυγισμένος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κουνιστός (και) λυγιστός βλ. κουνιστός [< μεσν. λυγιστός] | |
| 28803 | λύγκας | λύ-γκας ουσ. (αρσ.) & (αρχαιοπρ.) λυγξ: ΖΩΟΛ. νυκτόβιο αιλουροειδές (γένος Lynx) με στρογγυλό κεφάλι, μυτερά αυτιά με χαρακτηριστικές μαύρες τούφες στην άκρη τους, καστανό τρίχωμα με μαύρες κηλίδες, κοντή ουρά και μακριά πόδια με μεγάλες πατούσες: ερυθρός/ευρασιατικός/ισπανικός/καναδικός ~. Βλ. λύκος, τσακάλι. [< αρχ. λύγξ, γαλλ.-αγγλ. lynx] | |
| 28804 | λυγμικός | , ή, ό λυγ-μι-κός επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με λυγμό ή συνοδεύεται από λυγμούς: ~ή: φωνή. Πβ. κλαψιάρικος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ