| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28805 | λυγμός | λυγ-μός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: σύσπαση του διαφράγματος και των μυών του στήθους που προκαλείται όταν κλαίει κάποιος και ακολουθείται από θορυβώδη έξοδο του αέρα από τον θώρακα: πνιχτοί ~οί. ~οί και αναστεναγμοί. Την έπιασαν ~οί. Αναλύθηκε/ξέσπασε σε ~ούς. Έκλαιγε με ~ούς (πβ. σκούζω, σπαράζω/πλαντάζω/βαλαντώνω/σκάω στο κλάμα). Τρανταζόταν ολόκληρη από τους ~ούς. Πβ. αναφιλητά. Βλ. ολο~. [< μτγν. λυγμός] | |
| 28806 | λυγώ | [λυγῶ] λυ-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λυγ-άς ... | λύγ-ησα, -ήσει, -ιέται} & λυγάω (λαϊκό): λυγίζω. ● ΦΡ.: κουνιέται/σειέται και λυγιέται (ειρων.): περπατά λικνιστικά. [< μεσν. λυγώ] | |
| 28807 | λυδικός | , ή, ό λυ-δι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη Λυδία ή/και τους Λυδούς. Βλ. φρυγικός. [< αρχ. Λυδικός] | |
| 28808 | λύδιος | , α, ο λύ-δι-ος επίθ. {θηλ. κ. λυδία} (λόγ.): λυδικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λυδία λίθος βλ. λίθος [< αρχ. Λύδιος] | |
| 28809 | λυθείς | βλ. λύω | |
| 28810 | λυθρίνι | λυ-θρί-νι ουσ. (ουδ.) & λιθρίνι: ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Pagellus erythrinus) με ωοειδές σώμα και κοκκινωπό-ασημί χρώμα. Βλ. μπαλάς.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Φιλέτο ~ ψημένο στον φούρνο. [< μεσν. λυθρίνι < αρχ. ἐρυθρῖνος] | |
| 28811 | λύκαινα | λύ-και-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. θηλυκός λύκος. Βλ. -αινα. [< αρχ. λύκαινα] | |
| 28812 | λυκανθρωπία | λυ-καν-θρω-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή κατά την οποία ο ασθενής πιστεύει ότι έχει μεταμορφωθεί σε λύκο ή άλλο άγριο ζώο, εκδηλώνοντας ανάλογη συμπεριφορά. Βλ. σεληνιασμός. 2. ΛΑΟΓΡ. (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) η δυνατότητα μεταμόρφωσης ανθρώπου σε λύκο ή άλλο ζώο και αντίστροφα. [< μτγν. λυκανθρωπία, γαλλ. lycanthropie, αγγλ. lycanthropy] | |
| 28813 | λυκάνθρωπος | λυ-κάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ΛΑΟΓΡ. (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) άνθρωπος που μεταμορφώνεται σε λύκο ή άλλο άγριο ζώο, συνήθ. όταν έχει πανσέληνο. Βλ. βρικόλακας, δράκουλας.|| (ΙΑΤΡ.) Σύνδρομο του ~ου (= υπερτρίχωση). Βλ. -άνθρωπος. [< μτγν. λυκάνθρωπος, γαλλ.-αγγλ. lycanthrope] | |
| 28814 | λυκαυγές | λυ-καυ-γές ουσ. (ουδ.) {λυκαυγούς} ΑΝΤ. λυκόφως 1. ΑΣΤΡΟΝ. το αμυδρό φως λίγο πριν από την ανατολή του Ηλίου· συνεκδ. η συγκεκριμένη χρονική φάση: πλανήτης ορατός κατά το ~. Πβ. αμφιλύκη, αυγή, σύθαμπο, χάραμα, χαραυγή. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) το ξεκίνημα, η απαρχή μιας χρονικής περιόδου: από το ~ της Ιστορίας μέχρι σήμερα. Στο ~ της νέας χιλιετίας. ΣΥΝ. ανατολή (4) [< 1: μτγν. λυκαυγές] | |
| 28815 | λυκειακός | , ή, ό λυ-κει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το Λύκειο: ~ή: βαθμίδα/εκπαίδευση/επιτροπή εξετάσεων. ~ές: γνώσεις/σπουδές/τάξεις. ~ά: χρόνια. Βλ. γυμνασιακός, μετα~. | |
| 28816 | λυκειάρχης | λυ-κει-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. (προφ.) λυκειάρχισσα}: διευθυντής/διευθύντρια Λυκείου. Βλ. -άρχης. | |
| 28817 | λύκειο | λύ-κει-ο ουσ. (ουδ.) {λυκεί-ου} (συνήθ. με κεφαλ. Λ): η ανώτερη, τριετής, μη υποχρεωτική βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μετά το γυμνάσιο· συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό κτίριο: Εκκλησιαστικό/Επαγγελματικό (ΕΠΑ.Λ.)/Καλλιτεχνικό/Μουσικό/Ναυτικό/Πειραματικό Λ~. Δημόσια/εσπερινά/ημερήσια/ιδιωτικά ~α. Α'/Β'/Γ' (τάξη) ~ου. Απολυτήριο/απόφοιτος/διευθυντής (= λυκειάρχης)/καθηγητής ~ου. Σπουδές μετά το ~ (= μεταλυκειακές). Έχει βγάλει/τελειώσει το ~.|| Σε ποιο ~ πας; Αναρτήθηκαν στα ~α της χώρας οι βαθμολογίες των Πανελλαδικών. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικό Λύκειο (ΓΕ.Λ.· παλαιότ. Ενιαίο Λύκειο): σχολική δομή τριετούς φοίτησης, όπου διδάσκονται μαθήματα γενικής παιδείας και δεν παρέχεται επαγγελματική ειδίκευση. Βλ. θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση. [< αρχ. Λύκειον 'γυμναστήριο της αρχαίας Αθήνας δίπλα στον ναό του Λυκείου Απόλλωνα, στο οποίο ο Αριστοτέλης στέγασε τη σχολή του', γαλλ. lycée, αγγλ. lyceum] | |
| 28818 | λυκειόπαιδο | λυ-κει-ό-παι-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.-λόγ.) λυκειόπαις (ο): μαθητής λυκείου. Βλ. γυμνασιόπαιδο, -παιδο. | |
| 28819 | λυκίσκος | λυ-κί-σκος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες αναρριχητικό φυτό (γένος Humulus) με πριονωτά φύλλα· συνεκδ. οι μικροί κοκκινωποί καρποί του είδους Humulus lupulus, οι οποίοι χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία: μπίρα με άρωμα ~ου και βύνης. [< νεολατ. (Humulus) lupulus] | |
| 28820 | λυκόμορφος | , η, ο λυ-κό-μορ-φος επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με λύκο: ~ο: πλάσμα (βλ. λυκάνθρωπος). Βλ. ζωόμορφος. [< μεσν. λυκόμορφος] | |
| 28821 | λυκοπένιο | λυ-κο-πέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {λυκοπενίου} : ΒΙΟΧ. βασικό καροτενοειδές (σύμβ. C40H56), το οποίο δίνει το κόκκινο χρώμα στις ντομάτες και σε πολλά άλλα φρούτα (π.χ. καρπούζι, φράουλα) και λαχανικά και έχει ισχυρή αντιοξειδωτική δράση. Βλ. ξανθοφύλλη. [< αγγλ. lycopene, περ. 1929 < νεολατ. lycop(ersicum), μτγν. λυκοπέρσιον, + -ene), γαλλ. lycopène, 1960] | |
| 28822 | λυκόπουλο | λυ-κό-που-λο ουσ. (ουδ.) 1. (κ. με κεφαλ. Λ) καθένα από τα μικρότερα σε ηλικία μέλη (7-11 ετών) ενός συστήματος προσκόπων: αγέλη/κλάδος ~ων. Βλ. ανιχνευτής. 2. (σπάν.) νεογνό λύκου. Πβ. κουτάβι, λυκάκι. Βλ. -όπουλο. [< 1: αγγλ. Wolf Cub 2: μεσν. λυκόπουλο] | |
| 28823 | λύκος | λύ-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Canis lupus) που μοιάζει με μεγάλο άγριο σκύλο, έχει φαιό τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι με δυνατές γνάθους και χαρακτηριστικούς μεγάλους κυνόδοντες, όρθια αυτιά, ψηλά πόδια και φουντωτή ουρά: γκρίζος/κόκκινος ~. Επίθεση ~ου σε κοπάδι από πρόβατα. Αγέλη ~ων. Αλύχτισμα/κραυγές/ουρλιαχτά ~ων. Πβ. ζουλάπι. Βλ. θηρίο, κογιότ, κυνοειδή, λύγκας, λύκαινα, τσακάλι. || ~/τίγρης της Τασμανίας. 2. (για πρόσ.) αιμοβόρος, σκληραγωγημένος. Βλ. γερό-, θαλασσό-λυκος. 3. (προφ.) λυκόσκυλο. 4. ΙΑΤΡ. διάσπαρτη φλεγμονώδης νόσος του συνδετικού ιστού, η οποία μπορεί να προσβάλει οποιοδήποτε ή όλα τα συστήματα του οργανισμού: (δισκοειδής/συστηματικός) ερυθηματώδης ~. Πβ. κολλαγόνωση 5. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Λ) αστερισμός του Νότιου Ημισφαιρίου. ● Υποκ.: λυκάκι (το): στις σημ. 1, 3. Πβ. λυκόπουλο. ● ΦΡ.: βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ανατίθεται ευθύνη, εξουσία ή αρμοδιότητα σε πρόσωπο ακατάλληλο, επικίνδυνο και, τελικά, επιζήμιο., γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου (μτφ.-προφ.): ξέφυγα από μεγάλο κίνδυνο. Πβ. γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ’ του χάρου τα δόντια. Βλ. γλιτώνω από τα χέρια κάποιου., θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι (παροιμ.): για άνθρωπο αγνώμονα, αχάριστο., ο άνθρωπος για τον άνθρωπο (είναι) λύκος (γνωμ.): δηλ. ανελέητος, απάνθρωπος, σκληρός. [< λατ. homo homini lupus] , ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του (παροιμ.): δεν αλλάζει (εύκολα) κάποιος χαρακτήρα ή τρόπο σκέψης, όσα χρόνια κι αν περάσουν., πεινώ/τρώω σαν λύκος (προφ.): δηλ. πάρα πολύ, λαίμαργα. Πβ. δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα, με κόβει (η) λόρδα, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας., πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου & ρίχνω/στέλνω κάποιον στο στόμα του λύκου (μτφ.-προφ.): για κάποιον που εκθέτει τον εαυτό του ή που τον εκθέτουν σε μεγάλο κίνδυνο: Από μόνος του έβαλε το κεφάλι του/έπεσε/μπήκε ~ ~ (πβ. βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά). Έριξαν/έστειλαν τα παιδιά τους ~ ~. [< γαλλ. dans la gueule du loup] , (εδώ) τον λύκο (τον) βλέπουμε, τον ντορό γυρεύουμε/ψάχνουμε; βλ. ντορός, άι/άντε στον κόρακα! βλ. κόρακας, από τα μετρημένα τρώει ο λύκος βλ. μετρημένος, μοναχικός λύκος βλ. μοναχικός, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού, ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται βλ. αναμπουμπούλα, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί [< 1: αρχ. λύκος 4: γαλλ. lupus] | |
| 28824 | λυκόσκυλο | λυ-κό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. γερμανικός ποιμενικός: εκπαιδευμένο/ημίαιμο ~. ~α ως ανιχνευτές (αγνοουμένων/εκρηκτικών/ναρκωτικών)/οδηγοί τυφλών/φύλακες. Βλ. χάσκι. ΣΥΝ. λύκος (3) [< γαλλ. chien-loup] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ