| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28825 | λυκόστομα | λυ-κό-στο-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. εκ γενετής σχιστία της υπερώας του στόματος, με επιπτώσεις στην αισθητική του προσώπου, την ακοή, τον λόγο, την πρόσληψη τροφής. Πβ. λαγωχειλία. [< γαλλ. gueule-de-loup] | |
| 28826 | λυκοσυμμαχία | λυ-κο-συμ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): (στο λεξιλόγιο κυρ. της Αριστεράς) συμμαχία, κυρ. μεταξύ κρατών, που στοχεύει στην καταπίεση και εκμετάλλευση των αδυνάτων. | |
| 28827 | λυκοφιλία | λυ-κο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ψεύτικη, προσποιητή φιλία: ~ες και πισώπλατα μαχαιρώματα. Βλ. -φιλία. [< αρχ. λυκοφιλία] | |
| 28828 | λυκοφωλιά | λυ-κο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) χώρος όπου συναντώνται και συντονίζουν τη δράση τους απατεώνες ή κακοποιοί· σπείρα, συμμορία. Πβ. άντρο, γιάφκα. ΣΥΝ. σφηκοφωλιά (2) 2. φωλιά λύκου. | |
| 28829 | λυκόφως | λυ-κό-φως ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. λυκαυγές 1. ΑΣΤΡΟΝ. το αμυδρό φως λίγο μετά τη δύση του Ηλίου· συνεκδ. η συγκεκριμένη χρονική φάση. Πβ. αμφιλύκη, δειλινό, ηλιοβασίλεμα, σκιόφως, σύθαμπο, σούρουπο. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) τέλος, παρακμή: στο ~ (= στο γέρμα, στη δύση, στο ναδίρ) της ζωής/καριέρας του. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη του λυκόφωτος (μτφ.): ακαθόριστη, αμφίβολη, ενδιάμεση κατάσταση: η ~ ~ μεταξύ ζωής και θανάτου/πραγματικού και φανταστικού. Πβ. μεταίχμιο. [< αγγλ. twilight zone, 1920] [< 1: μτγν. λυκόφως] | |
| 28830 | λυμαίνομαι | λυ-μαί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.) 1. εκμεταλλεύομαι στυγνά, κατακλέβω: Επιτήδειοι ~ονται την αγορά/το δημόσιο χρήμα. Πβ. απομυζώ. 2. αφανίζω, καταστρέφω, ρημάζω: Σπείρα ληστών ~εται την περιοχή. Πειρατές ~ονταν τα νησιά. [< αρχ. λυμαίνομαι] | |
| 28831 | λύματα | λύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {λυμ-άτων | σπάν. στον εν. λύμα} (επίσ.): υγρά συνήθ. απόβλητα: αστικά/βιομηχανικά/γεωργικά/οικιακά/οργανικά/τοξικά ~. ~ αποχετεύσεων (βλ. βοθρο~)/ελαιοτριβείων/εργοστασίων. Αγωγός (βλ. υπόνομος)/άντληση/απόρριψη/απορροή/διοχέτευση ~άτων. Βιολογικός καθαρισμός/επεξεργασία ~άτων (βλ. ιλύς, λυματολάσπη). Ρύπανση των θαλασσών από ανεπεξέργαστα ~ (βλ. θερμική μόλυνση). Άρδευση καλλιεργειών με επεξεργασμένα ~. (σπανιότ.) Στερεά ~. Πβ. ακάθαρτα (ύδατα), απόνερα, απορρίμματα, σκουπίδια. Βλ. αερο~, στραγγίδια, χλωρίωση. [< αρχ. λῦμα ‘βρομικο νερό, ακαθαρσία’] | |
| 28832 | λυματολάσπη | λυ-μα-το-λά-σπη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. λάσπη, παραπροϊόν της επεξεργασίας λυμάτων: αποξηραμένη ~ (βλ. ξηραντήριο). Βλ. εδαφοποίηση. ΣΥΝ. ιλύς (2) | |
| 28833 | λυμεώνας | λυ-με-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.) 1. αδίστακτος, στυγνός εκμεταλλευτής: ~ες του δημόσιου πλούτου. 2. καταστροφέας. Πβ. ολετήρας. [< αρχ. λυμεών] | |
| 28834 | λυμφατικός | , ή, ό λυμ-φα-τι-κός επίθ. & λεμφατικός 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. λεμφικός. 2. (μτφ.-λόγ.) αδύναμος, καχεκτικός: ~ή: κράση. ~ό: κορμί. ~ά: παιδιά.|| ~ή: κυβέρνηση (= ανίσχυρη, παθητική)/οικονομία. Πβ. αναιμ-, ασθεν-ικός, ισχνός. [< 2: γαλλ. lymphatique, αγγλ. lymphatic] | |
| 28835 | λύμφη | βλ. λέμφος | |
| 28836 | λύνω | λύ-νω ρ. (μτβ.) {έλυσα, λύσει, λύθηκε, λυθεί, λύνοντας, λυμένος} 1. βρίσκω την απάντηση ή τον τρόπο αντιμετώπισης ενός προβλήματος: ~ σταυρόλεξα. Κατάφερε να λύσει το αίνιγμα/τον γρίφο.|| Έλυσε την εξίσωση λάθος/μέσα σε λίγα λεπτά. Ασκήσεις λυμένες στον πίνακα/στο τετράδιο (ΑΝΤ. άλυτες). Λυμένα θέματα εξετάσεων.|| Μπορείς να μου λύσεις (= εξηγήσεις) μια απορία; Πβ. διευκρινίζω, ερμηνεύω.|| Ντετέκτιβ ανέλαβε να λύσει (= διαλευκάνει, εξιχνιάσει, ξεδιαλύνει) την υπόθεση. Το κυκλοφοριακό δεν ~εται (= αντιμετωπίζεται, επιλύεται) από τη μια μέρα στην άλλη/με ημίμετρα. Μυστήριο που δεν έχει λυθεί (= διασαφηνιστεί) ακόμα.|| Μην ανησυχείς γι' αυτόν, έχει λύσει/λυμένο το οικονομικό του (πβ. τακτοποιώ). Πβ. λύω. 2. χαλαρώνω κάτι ή το αφήνω ελεύθερο: ~ τη ζώνη/τα μαλλιά μου (= ξεπλέκω· ΑΝΤ. μαζεύω, πιάνω)/το μαντίλι/τα σχοινιά. Λύσε το χειρόφρενο. Σου έχουν λυθεί τα κορδόνια. Λυμένη γραβάτα.|| Έλυσε τον σκύλο. Πβ. ξαμολώ. ΑΝΤ. δένω (3) 3. σταματώ κάτι, καταργώ την ισχύ του: ~ (= ακυρώνω) μια σύμβαση/ένα συμβόλαιο/μια συµφωνία. Αποφάσισαν να λύσουν (= διακόψουν, τερματίσουν) την απεργία/τη συνεργασία τους. Πβ. αίρω, παύω.|| Ο γάμος τους λύθηκε κοινή συναινέσει.|| Μετά από σθεναρή αντίσταση, αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία.|| Λύθηκαν τα μάγια. 4. διευθετώ, κανονίζω, τακτοποιώ: Ξέρει να ~ει τις διαφορές του με διάλογο/συζήτηση. Το θέμα λύθηκε δικαστικά/οριστικά. 5. αποσυναρμολογώ: ~ μια μηχανή. Λυμένο όπλο. Πβ. ξεβιδώνω. ΣΥΝ. ξεμοντάρω ΑΝΤ. δένω (7) ● ΦΡ.: λύνει και δένει (μτφ.-προφ.): έχει μεγάλη δύναμη, εξουσία σε κάποιον χώρο· μπορεί να κάνει ό,τι θέλει: ~ ~ στην εταιρεία. ΣΥΝ. κόβει και ράβει, λύνεται η γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): αρχίζω να μιλώ πολύ, με άνεση και χωρίς να ντρέπομαι: Με δυο ποτηράκια, λύθηκε ~ του., λύνω τα χέρια (κάποιου) (μτφ.-προφ.): τον βοηθώ, τον διευκολύνω, τον απαλλάσσω από περιττή ταλαιπωρία ή δεσμεύσεις: Έξυπνες συσκευές που σας ~ουν ~. Με τη νέα υπηρεσία, μου λύθηκαν ~. ΣΥΝ. ελευθερώνω τα χέρια (κάποιου) ΑΝΤ. δένω τα χέρια (κάποιου), δένουν/λύνουν (τους) κάβους βλ. κάβος, έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά βλ. ζωνάρι, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια βλ. γέλιο, λύνω τη σιωπή μου βλ. σιωπή, λύνω το πρόβλημα της ζωής μου βλ. πρόβλημα, μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο βλ. αφαλός [< μεσν. λύνω] | |
| 28837 | λυόμενος | , η, ο λυ-ό-με-νος επίθ.: ΟΙΚΟΔ. -ΤΕΧΝΟΛ. που μπορεί να συναρμολογείται και να αποσυναρμολογείται σχετικά εύκολα: ~η: εξέδρα/κατασκευή. ~ο: θέατρο. ~ες κατοικίες/~α σπίτια (πβ. προκάτ, προκατασκευασμένος). Βλ. κινητός, φορητός. ● Ουσ.: λυόμενα (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ενν. κτίσματα: ~ για σεισμόπληκτους. Το σχολείο στεγάζεται σε ~ο. [< αρχ. λυόμενος, γαλλ. démontable] | |
| 28838 | λυόσωμα | βλ. λυσόσωμα | |
| 28839 | λυοσωμικός | , ή, ό βλ. λυσοσωμικός | |
| 28840 | λυοφιλοποιείται | [λυοφιλοποιεῑται] λυ-ο-φι-λο-ποι-εί-ται ρ. {κυρ. στη μτχ. λυοφιλοποι-ημένος}: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. υφίσταται λυοφιλοποίηση: ~ημένο: εμβόλιο. ~ημένα: τρόφιμα. [< αγγλ. lyophilize, 1938, γαλλ. lyophiliser, 1953] | |
| 28841 | λυοφιλοποίηση | λυ-ο-φι-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & λυοφιλίωση: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος ξήρανσης, η οποία επιτυγχάνεται με ψύξη και, στη συνέχεια, εξάχνωση του νερού σε κενό· αποσκοπεί στη συντήρηση μικροοργανισμών, βιολογικών ουσιών και τροφίμων: ~ αντιβιοτικών/εμβολίων/λιποσωμάτων/ορμονών/ορού αίματος/πλάσματος/στιγμιαίου καφέ/φρέσκων φρούτων. Βλ. αφυδάτωση, -ποίηση. [< αγγλ. lyophilization, 1938, γαλλ. lyophilisation, 1953] | |
| 28842 | λυόφιλος | , η, ο λυ-ό-φι-λος επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. που μπορεί, αφού υποστεί λυοφιλοποίηση, να επανακτήσει όλες τις ιδιότητές του με προσθήκη νερού: ~η: σκόνη. ~ο: εμβόλιο/πλάσμα. ~α: κολλοειδή. Βλ. υδρόφιλος, -φιλος. [< αγγλ. lyophile, 1934, γαλλ. lyophile, 1931] | |
| 28843 | λυπάμαι | βλ. λυπώ | |
| 28844 | λύπη | λύ-πη ουσ. (θηλ.) 1. ψυχικός πόνος που προκαλείται από απώλεια ή διάψευση των προσδοκιών: δάκρυα ~ης. ~ και συγκίνηση από τον θάνατο του ... Εξέφρασε τη βαθιά/βαθύτατη ~ του για το δυστύχημα (πβ. οδύνη, συντριβή· βλ. συλλυπητήρια). Συμμερίζομαι τη ~ σου. Δεν μπόρεσε να κρύψει τη ~ του για το αποτέλεσμα (πβ. απογοήτευση, δυσαρέσκεια). Πβ. θλίψη, καημός, μαράζι, στενοχώρια. Βλ. μελαγχολία, πικρία, χαρμο~. ΑΝΤ. χαρά (1) 2. (ειδικότ.) οίκτος, συμπόνια: Δεν νιώθει καμιά ~ για τα προβλήματα των άλλων. Αισθάνομαι ~, βλέποντάς τον σ' αυτή την κατάσταση. Πβ. λύπηση. ● ΦΡ.: με λύπη & (λόγ.) μετά λύπης & προς μεγάλη μου λύπη: συνήθ. όταν πρόκειται να αναγγελθεί κάτι άσχημο, δυσάρεστο: Διαπιστώνω ~ ~ ότι ... Βλ. με πόνο ψυχής., μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη (παροιμ.): η λύπη μετριάζεται, όταν τη μοιράζεται κάποιος με άλλον. Βλ. μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά., της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή [< αρχ. λύπη] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ