| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28845 | λυπημένος | , η, ο λυ-πη-μέ-νος επίθ.: που νιώθει ή εκφράζει λύπη: Είμαι βαθιά/βαθύτατα/πολύ ~ μ' αυτό που συνέβη. Γιατί είσαι ~η;|| ~η: έκφραση. ~ο: πρόσωπο/τραγούδι (= λυπητερό)/ύφος. ~α: μάτια. Πβ. θλιμ-, πικρα-, πονε-, στενοχωρη-μένος. Βλ. κατα~, μελαγχολικός, περίλυπος. ΑΝΤ. χαρούμενος (1) ● επίρρ.: λυπημένα [< μεσν. λυπημένος] | |
| 28846 | λυπηρός | , ή, ό λυ-πη-ρός επίθ.: που προκαλεί λύπη, βαθιά απογοήτευση: ~ή: απόφαση/ιστορία/κατάσταση. ~ό: αποτέλεσμα/περιστατικό/συμβάν (: ατυχές)/φαινόμενο. ~ά: νέα. Είναι (εξαιρετικά/πραγματικά) ~ό να/που/το γεγονός ότι ... Πβ. θλιβερός. Βλ. -ηρός. ΑΝΤ. ευχάριστος ● Ουσ.: λυπηρά (τα) & λυπητερά: ΕΚΚΛΗΣ. τα εικονίδια της Θεοτόκου και του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου εκατέρωθεν του σταυρού στο άνω μέρος του τέμπλου. ● επίρρ.: λυπηρά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. λυπηρός] | |
| 28847 | λύπηση | λύ-πη-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): οίκτος, συμπόνια: άξιος ~ης. Με βλέμμα γεμάτο ~. Χωρίς (καμιά) ~ (= αλύπητα). Θέαμα που προκαλεί ~. Δεν θέλει τη ~ του κόσμου. Πβ. έλεος, ευσπλαχνία, λύπη. Βλ. αυτο~. ● ΦΡ.: είναι για λύπηση (προφ.): για κάποιον ή κάτι αξιολύπητο, αξιοθρήνητο. Πβ. για κλάματα, είναι να τον κλαίνε (κι) οι ρέγγες.|| Δεν ~ ~ ούτε έχει ανάγκη από ελεημοσύνη. [< μεσν. λύπησις, λύπηση] | |
| 28848 | λυπητερός | , ή, ό λυ-πη-τε-ρός επίθ.: που εκφράζει ή/και προκαλεί λύπη: ~ή: μελωδία (: μελαγχολική)/μουσική/φωνή. ~ό: τέλος/τραγούδι (= λυπημένο). Πβ. θλιμμένος. Βλ. -ερός. ● Ουσ.: λυπητερή (η) (προφ.-χιουμορ.): λογαριασμός: η ~ της εφορίας. Πόσο ήρθε η ~; Έφτασε η ώρα της ~ής. Πβ. απανταχούσα, μπουγιουρντί, ραβασάκι. [< μεσν. λυπητερός] | |
| 28849 | λυπώ | [λυπῶ] λυ-πώ ρ. (μτβ.) {λυπ-είς ... | λύπ-ησα, -ήσει, -άμαι (λόγ.) -ούμαι, -άσαι ..., -ήθηκα, -ηθεί, (λόγ.) -ούμενος, -ημένος}: (λόγ.) προξενώ λύπη σε κάποιον· στενοχωρώ: Με ~εί (= θλίβει) αφάνταστα/βαθύτατα/ιδιαίτερα να .../το γεγονός ότι ... Αυτό/το μόνο που με ~εί είναι ... Θα σας ~ήσω, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ την πρότασή σας (πβ. δυσαρεστώ). Συγγνώμη, αν, άθελά μου, σε ~ησα (πβ. πικραίνω). Η είδηση του θανάτου της μας ~ησε πολύ (πβ. συγκλονίζω, συντρίβω). ΑΝΤ. χαροποιεί ● Παθ.: λυπάμαι 1. αισθάνομαι λύπη ή/και απογοήτευση: ~ (= θλίβομαι) όταν βλέπω τέτοιες εικόνες. Ειλικρινά/πραγματικά, ~ που δεν μπορώ να έρθω. ~ πολύ (= συγγνώμη), δεν θα ξανασυμβεί. ~άται για τα λάθη του (: έχει μετανιώσει).|| (ευγενικά, στην αρχή του λόγου:) ~, κάνετε λάθος/χάσατε!|| ~ για λογαριασμό σου (πβ. ντρέπομαι). ΑΝΤ. χαίρομαι (1) 2. συμπονώ, νιώθω οίκτο, δείχνω έλεος: Δεν με ~άσαι καθόλου (: γιατί με βασανίζεις); Είναι να τον ~άται κανείς (= είναι για λύπηση, αξιολύπητος).|| Μας ~ήθηκε ο Θεός και τελειώσαμε γρήγορα.|| (οικ., δηλωτικό δυσαρέσκειας:) Λυπηθείτε με νυχτιάτικα!|| (απαξιωτικά:) Σε ~ (= οικτίρω)! Βλ. συλλυπούμαι. 3. υπολογίζω, αποδίδω σημασία, λαμβάνω υπόψη: Δεν ~άσαι (= λογαριάζεις, σκέφτεσαι) τη ζωή/τα νιάτα σου; Δεν ~ήθηκε τον κόπο μου.|| ~ τα λεφτά (πβ. κλαίω τα λεφτά μου)/τον χρόνο που ξόδεψα.|| Μη ~άσαι (= τσιγκουνεύεσαι) το λάδι! ● ΦΡ.: καλύτερα να σε ζηλεύουν(ε) παρά να σε λυπούνται βλ. ζηλεύω [< αρχ. λυπῶ] | |
| 28850 | λύρα | λύ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. λαϊκό έγχορδο όργανο με κοντό βραχίονα και ηχείο (σκάφος) σε σχήμα αχλαδιού ή φιάλης, το οποίο παίζεται με δοξάρι: κρητική (βλ. βιολό-, βροντό-λυρα, λυράκι, μαντινάδα)/πολίτικη/ποντιακή (= κεμεντζές) ~. Βλ. κεμανές, λαούτο, ρεμπέκ. 2. ΑΡΧ. -ΜΟΥΣ. έγχορδο αρχαιοελληνικό όργανο με ηχείο από όστρακο χελώνας ή ξύλο, πάνω στο οποίο ήταν τεντωμένο δέρμα βοδιού, και δύο καμπύλους βραχίονες σε κάθε πλευρά του: απολλώνια ~. Βλ. αοιδός, κιθάρα, φόρμιγγα. 3. ΜΟΥΣ. (συνήθ. σε μπάντες) κρουστό όργανο που αποτελείται από μια σειρά μεταλλικών ράβδων στερεωμένων σε ένα πλαίσιο σχήματος U. Βλ. καμπάνες. 4. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Λ) μικρός αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου. Βλ. βέλος, κύκνος. [< αρχ. λύρα, γαλλ.-αγγλ. lyre] | |
| 28851 | λυράκι | λυ-ρά-κι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. η πρώτη (αρχέτυπη) μορφή κρητικής λύρας, μικρή σε διαστάσεις και με ρηχό ηχείο, ώστε ο παραγόμενος ήχος να είναι οξύς και διαπεραστικός. Βλ. βιολό-, βροντό-λυρα. | |
| 28852 | λυράρης | λυ-ρά-ρης ουσ. (αρσ.) {λυράρηδες | σπάν. θηλ. λυράρισσα}: λαϊκός οργανοπαίκτης λύρας και συχνά συνθέτης τραγουδιών που παίζονται με αυτή: δεξιοτέχνης/επαγγελματίας ~. Κρητικός ~. | |
| 28853 | λυρίδες | λυ-ρί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {λυρίδ-ων} (συνήθ. με κεφαλ. Λ): ΑΣΤΡΟΝ. διάττοντες αστέρες που οφείλονται στον κομήτη Thatcher, έχουν ως ακτινοβόλο σημείο τον αστερισμό της Λύρας και εμφανίζονται κάποιες χρονιές γύρω στις 20 Απριλίου: βροχή των ~ων. Βλ. λεοντίδες. [< αγγλ. Lyraid, Lyrid] | |
| 28854 | λυρικός | , ή, ό λυ-ρι-κός επίθ. 1. που εκφράζει προσωπικά συναισθήματα και βιώματα με τη χρήση κατάλληλων εκφραστικών μέσων, προκαλώντας έντονη συγκίνηση: ~ός: λόγος. ~ή: διάθεση/περιγραφή. ~ό: ποίημα (βλ. μπαλάντα, σονέτο, ωδή)/τραγούδι (βλ. ρομάντζα, τροβαδούρος)/ύφος (= λυρισμός· βλ. μπελκάντο). ~ές: εξάρσεις. Κείμενο με πολλά ~ά στοιχεία.|| ~ός: τόνος (: ποιητικός). ~ή: ερμηνεία (= αισθαντική)/φωνή (: μελωδική). 2. ΜΟΥΣ. -ΘΕΑΤΡ. που συνδυάζει μουσική, τραγούδι και σκηνική δράση· ειδικότ. που αναφέρεται στην όπερα: ~ή: κωμωδία (= οπερέτα)/τέχνη. ~ό: (ή μουσικό) δράμα (= μελόδραμα)/θέατρο. Εθνική ~ή Σκηνή (ακρ. ΕΛΣ). Πβ. οπερατικός. Βλ. άρια.|| ~ός: καλλιτέχνης (βλ. βαρύτονος, (μέτζο) σοπράνο, μπάσος, τενόρος). 3. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη λυρική ποίηση: ~ό: άσμα (βλ. εγκώμιο, διθύραμβος, θρήνος, επινίκιο, παιάνας, ύμνος). ~ά: μέτρα. Αρχαίοι Έλληνες ~οί ποιητές. Βλ. δραματ-, επ-ικός, επικο~. ● επίρρ.: λυρικά ● ΣΥΜΠΛ.: λυρικά μέρη: ΦΙΛΟΛ. (στην τραγωδία) η πάροδος και τα στάσιμα. Βλ. επικά μέρη., λυρική ποίηση: ΦΙΛΟΛ. είδος του αρχαίου ελληνικού ποιητικού λόγου που αναπτύχθηκε μεταξύ 7ου και 5ου αι. π.Χ., εξέφραζε την ψυχική διάθεση, τα υποκειμενικά βιώματα και τις ιδέες των δημιουργών της και τραγουδιόταν με τη συνοδεία λύρας (ή άλλου μουσικού οργάνου): αρχαϊκή ~ ~. Τα είδη της ~ής ~ης (: ελεγεία, επίγραμμα, ίαμβος, μέλος, χορική ποίηση). Πβ. λυρισμός. Βλ. δράμα, έπος.|| Λατινική ~ ~. [< αρχ. λυρικός ‘σχετικός με τη λύρα’, γαλλ. lyrique, αγγλ. lyric(al)] | |
| 28855 | λυρικότητα | λυ-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λυρικού: η ~ ενός ποιήματος. Ιστορία γραμμένη με ~. Πίνακας που αποπνέει ~ και ευαισθησία. Πβ. αισθαντικ-, εκφραστικ-, ποιητικ-ότητα. [< αγγλ. lyricalness] | |
| 28856 | λυρισμός | λυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. λυρικό ύφος: διάχυτος ~. Ο ~ ενός διηγήματος/τραγουδιού. Πβ. λυρικότητα. 2. ΦΙΛΟΛ. λυρική ποίηση: αρχαϊκός ~. Βλ. -ισμός. [< μτγν. λυρισμός 'παίξιμο λύρας', γαλλ. lyrisme, αγγλ. lyri(ci)sm] | |
| 28857 | λυροπετεινός | λυ-ρο-πε-τει-νός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγάλος αγριόγαλος (επιστ. ονομασ. Lyrurus/Tetrao tetrix), του οποίου το αρσενικό έχει μαύρο-κυανό φτέρωμα και γυριστή ουρά σε σχήμα λύρας, ενώ το θηλυκό έχει συνήθ. καστανοκόκκινο φτέρωμα και διχαλωτή ουρά. Βλ. αγριόκουρκος. | |
| 28858 | λυσάρι | λυ-σά-ρι ουσ. (ουδ.) & λυσάριο (προφ.): βοηθητικό εγχειρίδιο (βοήθημα) με τις απαντήσεις στις ασκήσεις συνήθ. σχολικού βιβλίου. Πβ. τυφλοσούρτης. | |
| 28859 | λυσεργικός | , ή, ό λυ-σερ-γι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λυσεργικό οξύ: ΧΗΜ. αμινοξύ (σύμβ. C16H16N2O2) που βρίσκεται στα αλκαλοειδή της ερυσίβης και αποτελεί βασικό συστατικό του ελ ες ντι (LSD)· συνεκδ. το ελ ες ντι. [< αγγλ. lysergic acid, 1934, γαλλ. acide lysergique, 1961] | |
| 28860 | λύση | λύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος, μέσο αντιμετώπισης δυσχερειών, ενός θεωρητικού ή πρακτικού προβλήματος: αποδεκτή/αποτελεσματική/βιώσιμη/δίκαιη/εναλλακτική/ενδεδειγμένη/ενδιάμεση/έξυπνη/έτοιμη/εύκολη/ικανοποιητική/μόνιμη/νέα/οικολογική (ή πράσινη)/οικονομική/πρόσφορη/προσωρινή/ρεαλιστική/σίγουρη/συμβιβαστική/συμφέρουσα/συνολική ~. (Αν-/εξ-)εύρεση/επίτευξη/το κόστος μιας/προώθηση/σχέδιο ~ης. Η βέλτιστη/έσχατη/ιδανική/καλύτερη (δυνατή)/μόνη ~. ~ για/στο πρόβλημα (της ανεργίας). Βρίσκονται κοντά στη ~ του ζητήματος. Αξιόπιστες/διακοσμητικές/έντιμες/επαγγελματικές/επιχειρηματικές/καθαρές/καινοτόμες/ολοκληρωμένες/πιθανές/προηγμένες/προτεινόμενες/τεχνολογικές ~εις (βλ. πρόταση). (Ανα)ζητείται άμεση/ασφαλής/οριστική ~. Η άλλη ~ είναι να ... Δεν υπάρχει ~ (: διέξοδος, δρόμος, δυνατότητα, επιλογή). Η ~ είναι απλή. Η εταιρεία παρέχει/προσφέρει ασύρματες ~εις. Η επιστήμη μπορεί να δώσει ~ στο ενεργειακό. Δεν έχει ακόμα βρεθεί ~ για τις πυρόπληκτες περιοχές. Η αποχή από τις εκλογές δεν είναι ~.|| Επιμένουν σε ειρηνική/πολιτική ~ της διαμάχης (ΑΝΤ. στρατιωτική ~, πόλεμος, σύρραξη). Πβ. διακανονισμός, διευθέτηση, τακτοποίηση, ρύθμιση. 2. εύρεση του ζητουμένου, απάντηση: (στα μαθηματικά) αριθμητική/δημιουργική/σύντομη/σωστή ~. Τρόποι ~ης (μιας) άσκησης. Θέματα και ~εις μαθηματικών κατεύθυνσης. Οδηγός ~εων. Η εξίσωση δεν έχει ~ (= είναι αδύνατη). ~εις ασκήσεων (: βοηθητικό σχολικό βιβλίο).|| (για πνευματικά παιχνίδια) ~εις σταυρολέξων προηγούμενου τεύχους. Η ~ ενός αινίγματος/γρίφου/του μυστηρίου. Πβ. διευκρίνιση, εξήγηση, ερμηνεία, κλειδί. ΣΥΝ. επίλυση 3. (λόγ.) ακύρωση, κατάργηση ή τερματισμός: ~ του γάμου/της σύμβασης (πβ. καταγγελία)/της συνεργασίας (πβ. διάλυση)/της υιοθεσίας. Συμφωνητικό ~ης μίσθωσης κατοικίας.|| Το σωματείο οδηγείται προς ~ της απεργίας (πβ. διακοπή, λήξη, παύση, σταμάτημα). ΣΥΝ. λύσιμο (4) 4. (σπάν.) αποσυναρμολόγηση: ~ όπλου. ΣΥΝ. λύσιμο (2) ΑΝΤ. συναρμολόγηση 5. ΒΙΟΧ. καταστροφή κυττάρων, ιστών, μικροβίων υπό την επίδραση φυσικών, βιολογικών ή χημικών παραγόντων: (ΙΑΤΡ.) ~ της συνέχειας του δέρματος (= τραύμα). Βλ. κυτταρόλυση. 6. ΦΙΛΟΛ. μέρος του αρχαίου δράματος από την κορύφωση της περιπέτειας ως το τέλος ή γενικότ. έκβαση διηγήματος, μυθιστορήματος. Βλ. κάθαρση. ΑΝΤ. δέση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργική λύση: εφαρμόσιμη και αποτελεσματική, πρακτική: ~ ~ του προβλήματος., λύση ανάγκης: τρόπος αντιμετώπισης προβληματικής κατάστασης που επιβάλλεται υποχρεωτικά από τις συνθήκες: Η μερική απασχόληση αποτελεί ~ ~ για τους ανέργους. ΑΝΤ. λύση επιλογής., μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός, σολομώντεια λύση βλ. σολομώντειος ● ΦΡ.: μέση οδός/λύση βλ. μέσος [< αρχ. λύσις, 5: αγγλ. lysis, 1902, γαλλ. lyse 1918] | |
| 28861 | λυσιγονία | λυ-σι-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λυσογονία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ενσωμάτωση του γενετικού υλικού του βακτηριοφάγου στο χρωμόσωμα του ξενιστή. [< αγγλ. lysogeny, 1956, γαλλ. lysogénie] | |
| 28862 | λυσιμαχία | λυ-σι-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό με κίτρινα άνθη (οικογ. Primulaceae), πολλά είδη του οποίου καλλιεργούνται ως διακοσμητικά. [< μτγν. λυσιμάχειος (βοτάνη), γαλλ. lysimaque, αγγλ. lysimachia] | |
| 28863 | λύσιμο | λύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) λύση, επίλυση: ~ ασκήσεων/σταυρολέξων.|| ~ διαφορών (= διευθέτηση, τακτοποίηση). 2. αποσυναρμολόγηση: ~ μηχανής/όπλου. ~-στήσιμο επίπλων. ΣΥΝ. λύση (4) ΑΝΤ. δέσιμο (4), μοντάρισμα (1), συναρμογή, συναρμολόγηση 3. χαλάρωση ενός πράγματος, ώστε να μην είναι δεμένο ή σφιχτό, να μην του ασκείται πίεση: ~ κόμπου/χειρόφρενου.|| (κατ' επέκτ.) Το αλκοόλ βοηθάει στο ~ της γλώσσας (: ευχέρεια, απερίφραστη διατύπωση απόψεων, ακατάπαυστη ομιλία). Προθέρμανση για ~ του σώματος (: άνεση στην εκτέλεση ασκήσεων). 4. (μτφ.-προφ.) ακύρωση, διακοπή, κατάργηση: ~ συμβολαίου/συνεργασίας.|| ~ μαγείας (ΑΝΤ. δέσιμο). ΣΥΝ. λύση (3) | |
| 28864 | λυσίνη | λυ-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. απαραίτητο αμινοξύ (σύμβ. C6H14N2O2), βασικό συστατικό όλων των πρωτεϊνών από τις οποίες λαμβάνεται με υδρόλυση. Βλ. βαλ-, θρεον-, ιστιδ-, (ισο)λευκ-, μεθειον-, φαινυλαλαν-, χυμοθρυψ-ίνη, τρυπτοφάνη. [< γαλλ.-αγγλ. lysine] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ