| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1989 | αλαργο- | (λογοτ.): α' συνθετικό ρημάτων ή επιθέτων που σημαίνει μακριά: ~σβήνω. ~τάξιδος. | |
| 1990 | αλάρμ | [ἀλάρμ] α-λάρμ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: πορτοκαλί φώτα αυτοκινήτου που αναβοσβήνουν προειδοποιητικά για δήλωση βλάβης ή προσωρινής στάσης. Βλ. συναγερμός. ΣΥΝ. φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης [< γαλλ. alarme, αγγλ. alarm] | |
| 1991 | άλας | [ἅλας] ά-λας ουσ. (ουδ.) {άλ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (λόγ.) αλάτι: καθαρτικό/ορυκτό ~. Επεξεργασία/κρύσταλλοι ~ατος. Η αυξημένη πρόσληψη ~ατος σχετίζεται με την υπέρταση. 2. ΧΗΜ. {συνήθ. στον πληθ.} χημική ένωση που προκύπτει από αντίδραση εξουδετέρωσης μεταξύ οξέος και βάσης ή από την επίδραση οξέος ή βάσης επί μετάλλου: ανθρακικό/θειικό/νιτρικό/πυριτικό/φθοριούχο/φωσφορικό ~. ~ ασβεστίου/καλίου/μαγνησίου/χαλκού. Ανόργανα/βασικά/βιοχημικά/ένυδρα/κρυσταλλικά/όξινα/ουδέτερα/σύμπλοκα ~ατα. Τροφές πλούσιες σε ~ατα. Υψηλή/χαμηλή συγκέντρωση ~άτων. ● άλατα (τα): στοιχεία που συσσωρεύονται στις αρθρώσεις του σώματος ή σε αντικείμενα ή περιέχονται στο νερό: ~ στον αυχένα. Τα ~ του ιδρώτα. Τα χολικά ~ εκκρίνονται από το συκώτι.|| Σκληρά ~. ~ πλυντηρίου πιάτων. Μαλακό νερό, με χαμηλή περιεκτικότητα σε ~. Ο σωλήνας έπιασε ~ (πβ. πουρί).|| ~ μπάνιου. Χαλαρωτικό λουτρό με θαλάσσια ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αττικόν άλας (απαρχαιωμ.): παιγνιώδης και πνευματώδης τρόπος έκφρασης., κυανικά άλατα βλ. κυανικός, μεταλλικά άλατα/στοιχεία βλ. μεταλλικός ● ΦΡ.: το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής (ΚΔ): για κάτι πολύ σημαντικό που δίνει νόημα, ενδιαφέρον στη ζωή, ζωτικής σημασίας στοιχείο: Τα δάση και οι υδροβιότοποι είναι ~ της γης. Πβ. εκ των ων ουκ άνευ, το άλφα και το ωμέγα., μένω/γίνομαι στήλη άλατος βλ. στήλη [< 1: αρχ. ἅλας 2: γερμ. Salz, γαλλ. sel] | |
| 1993 | αλάτ- | & αλατ- βλ. αλατο- & αλατό- | |
| 1994 | αλατζάς | [ἀλατζάς] α-λα-τζάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): χαμηλής ποιότητας, βαμβακερό, πολύχρωμο ύφασμα και συνεκδ. κοντό γιλέκο, τμήμα παραδοσιακής φορεσιάς. [< τουρκ. alaca] | |
| 1995 | αλάτι | [ἁλάτι] α-λά-τι ουσ. (ουδ.) {αλατ-ιού} & (λόγ.) άλας 1. αλμυρή, συνήθ. λευκή, κρυσταλλική ουσία, γνωστή χημικά ως χλωριούχο νάτριο (NaCl), η οποία αποτελεί βασικό συστατικό του θαλασσινού νερού ή απαντάται ως ορυκτό και χρησιμοποιείται ως καρύκευμα ή για τη διατήρηση τροφών: ακατέργαστο/βιομηχανικό/επιτραπέζιο/θαλασσινό (: από εξάτμιση νερού σε αλυκή)/ιωδιούχο/κρυσταλλικό/μαγειρικό ή κοινό/ορυκτό (: ροζ ~ Ιμαλαΐων)/χοντρό/ψιλό ~. Κόκκοι ~ιού. ~ και πιπέρι. Μια κουταλιά/πρέζα ~. Δίαιτα/συνταγές/φαγητό χωρίς ~ (πβ. ανάλατος, άναλος). Το φαΐ έχει λίγο/πολύ/θέλει κι άλλο ~. Βάζω/προσθέτω/ρίχνω ~ στο φαγητό (βλ. αλατίζω).|| Καθαρίζουν τους δρόμους από το χιόνι, ρίχνοντας ~.|| Κολλάνε πάνω μου τα ~ια από τη θάλασσα. 2. {μόνο στον εν.} (μτφ.) οτιδήποτε κάνει κάτι ενδιαφέρον: Το χιούμορ είναι το ~ της επικοινωνίας. Το ψέμα είναι το αλάτι της αλήθειας (παροιμ.). ● Υποκ.: αλατάκι (το) ● ΦΡ.: (όσα είπαμε) νερό κι αλάτι: για συμφιλίωση μετά από παρεξήγηση: Κι αν είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω, ~ ~., (ρίχνω/βάζω) αλάτι στην πληγή (μτφ.): επιτείνω με τα σχόλια ή τις παρατηρήσεις μου μια ήδη οδυνηρή κατάσταση: Μη ρίχνεις ~ ~! ~ ~ η μνήμη., δεν φοβάται ο παστουρμάς τ' αλάτι (παροιμ.): για άνθρωπο σκληραγωγημένο που δεν πτοείται από τα βάσανα και τις δοκιμασίες της ζωής. Πβ. ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται., φάγαμε ψωμί κι αλάτι (προφ.): για άτομα που συνδέονται με δεσμούς πολύχρονης και δοκιμασμένης φιλίας: Μαζί ~ ~., κάνω κάποιον φέτες/τ' αλατιού βλ. φέτα, όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι βλ. χέζω, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας [< μεσν. αλάτι < μτγν. ἁλάτιον < αρχ. ἅλας] | |
| 1996 | αλατιέρα | [ἀλατιέρα] α-λα-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό επιτραπέζιο σκεύος με τρύπες στη μια άκρη για το αλάτισμα του φαγητού και κατ' επέκτ. το σετ δύο σκευών για αλάτι και πιπέρι με βάση και λαβή ενδιάμεσα. Βλ. πιπεριέρα, -ιέρα. 2. ειδικό όχημα που μεταφέρει και ρίχνει αλάτι σε χιονισμένους δρόμους, για να μην παγώσουν. | |
| 1997 | αλατίζω | [ἁλατίζω] α-λα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αλάτι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, αλατίζ-οντας} 1. ρίχνω αλάτι σε φαγητό, για να νοστιμίσει ή σε τρόφιμα, για να συντηρηθούν: ~ουμε τις πατάτες. ~σμένο: κρέας. Ζύμη ελαφρά ~σμένη.|| Να ~σεις τις ελιές, για να διατηρηθούν. ~σμένος: ηλιόσπορος. Βλ. (αλατο)πιπερώνω. 2. (μτφ.) προσθέτω στον λόγο μου κάτι ενδιαφέρον: ~ει τις ιστορίες του με πικάντικες λεπτομέρειες και ανέκδοτα. Πβ. διανθίζω. [< 1: μτγν. ἁλατίζω] | |
| 1998 | αλάτισμα | [ἁλάτισμα] α-λά-τι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του αλατίζω: ξηρό/υγρό ~ (: κατά την παρασκευή τυριού). Διατήρηση τροφίμων με ~. [< μεσν. αλάτισμα] | |
| 1999 | αλατο- & αλατό- | & αλατ- & αλάτ-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. στο αλάτι: αλατο-πιπερώνω. Αλατό-νερο. Αλατ-αποθήκη/~έμπορος.|| Αλάτ-ισμα. 2. ΧΗΜ. στα άλατα. | |
| 2000 | αλατοκορτικοειδή | [ἁλατοκορτικοειδῆ] α-λα-το-κορ-τι-κο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΧ. κορτικοειδή της φλοιώδους ουσίας των επινεφριδίων που κυρ. διατηρούν την ισορροπία των ανόργανων αλάτων στον οργανισμό. Βλ. γλυκοκορτικοειδή. [< αγγλ. mineralocorticoids, 1950] | |
| 2001 | αλατόνερο | [ἁλατόνερο] α-λα-τό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): διάλυμα αλατιού σε νερό: ρινικές πλύσεις με ~. Γαργάρες με ζεστό ~. Βλ. -νερο. | |
| 2002 | αλατοπίπερο | [ἁλατοπίπερο] α-λα-το-πί-πε-ρο ουσ. (ουδ.) 1. αλάτι και πιπέρι σε μείγμα ή χωριστά και συνεκδ. το αντίστοιχο επιτραπέζιο σετ αποτελούμενο από δύο συνήθ. σκεύη: Προσθέτουμε στο φαγητό ~ και ανακατεύουμε. Βλ. λαδόξιδο.|| Φέρε το ~ (στο τραπέζι). 2. (μτφ.) (για πράξη, λόγο ή ιδιότητα) καθετί ενδιαφέρον, ευχάριστο, πρωτότυπο: το ~ της ζωής/σχέσης. Πβ. αλάτι. | |
| 2003 | αλατοπιπερώνω | [ἁλατοπιπερώνω] α-λα-το-πι-πε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αλατοπιπέρω-σα, συνήθ. στον ενεστ.}: ρίχνω σε φαγητό αλατοπίπερο: ~ετε το κρέας και ... (: σε συνταγές). | |
| 2004 | αλατότητα | [ἁλατότητα] α-λα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η περιεκτικότητα των νερών ή του εδάφους σε άλατα: αυξημένη/μέση/χαμηλή ~. ~ των λιµνοθαλάσσιων υδάτων/του υγρότοπου/του ωκεανού. Δείκτης/τιμές ~ας. Καλλιέργειες ανθεκτικές στην ~. Βλ. -ότητα.|| Πβ. αλάτωση. ΣΥΝ. αλμυρότητα (1) [< γαλλ. salinité] | |
| 2006 | αλατούχος | , ος/α, ο [ἁλατοῦχος] α-λα-τού-χος επίθ. 1. (επιστ.) που περιέχει αλάτι: ~ος: (ΓΕΩΛ.) δόμος. ~ος: λίμνη. ~ο: διάλυμα/νερό. ~α: κοιτάσματα. 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με το κοινό άλας ή άλλο ορυκτό άλας με ανάλογες ιδιότητες. Βλ. -ούχος2. [< γερμ. salzhaltig] | |
| 2007 | αλατωρυχείο | [ἁλατωρυχεῖο] α-λα-τω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ορυχείο από το οποίο εξάγεται ορυκτό αλάτι. Βλ. -ωρυχείο. [< γερμ. Salzbergwerk] | |
| 2008 | αλάτωση | [ἁλάτωση] α-λά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. μεγάλη συγκέντρωση διαλυμένων αλάτων σε μη αλμυρό χέρσο έδαφος, μετά από εξάτμιση των υδάτων με υψηλό βαθμό αλμυρότητας που υπήρχαν εκεί και κατά συνέπεια η μετατροπή του σε αλμυρό: αυξημένη ~. ~ από υπερβολική άρδευση. Ερημοποίηση/μείωση της παραγωγικότητας των εδαφών ως συνέπεια της ~ης. 2. αύξηση της αλατότητας του νερού: ~ υδάτων. Βλ. εξ~. [< γαλλ. salinisation, 1976] | |
| 2009 | αλαφιάζω | [ἀλαφιάζω] α-λα-φιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αλάφια-σα, -στηκα, -σμένος} (λαϊκό-λογοτ.): τρομάζω κάποιον ή κυριεύομαι (συνήθ. ξαφνικά) από ταραχή, φόβο: Η τρομερή είδηση μάς ~σε. Πβ. αναστατώνω, ξαφνιάζω, ταράζω.|| Μόλις την είδε μπροστά του, ~σε. ~σμένη: φωνή. ~σμένο: βλέμμα. Γύρισε (το κεφάλι)/έτρεχε/κοίταξε τριγύρω/όρμησε/πετάχτηκε ~σμένος. | |
| 2010 | αλαφράδα | βλ. ελαφράδα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ