Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29580-29600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28885λυτός, ή, ό λυ-τός επίθ.: άδετος: ~ά: κορδόνια/μαλλιά (= ελεύθερα, ξέπλεκα). Πβ. λυμένος. Βλ. άλυτος, δετός.|| ~ά: έγγραφα/φύλλα (ΑΝΤ. βιβλιοδετημένα).|| Άφησε τον σκύλο ~ό (: χωρίς λουρί). ● ΦΡ.: βάζω λυτούς και δεμένους (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): προσφεύγω σε οποιονδήποτε μπορεί να με βοηθήσει ή χρησιμοποιώ κάθε μέσο, για να πετύχω τον σκοπό μου: Έχει βάλει ~ ~ (για) να τον πάρουν στη δουλειά/μήπως και γλιτώσει το πρόστιμο. Πβ. κάνω τα αδύνατα δυνατά, κινώ γη και ουρανό. [< αρχ. λυτός]
28886λύτραλύ-τρα ουσ. (ουδ.) (τα): χρηματικό ποσό που απαιτείται ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση ομήρου: Οι απαγωγείς εισέπραξαν/έλαβαν/ζήτησαν/πήραν ~ ύψους ... χιλιάδων ευρώ. Το θύμα αφέθηκε ελεύθερο, αφού πρώτα η οικογένεια κατέβαλε/πλήρωσε τα ~ (βλ. εξαγοράζω). [< αρχ. λύτρα]
28887λυτρωμόςλυ-τρω-μός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. λογοτ.): λύτρωση: ~ της ψυχής. Δεν υπάρχει ~/ελπίδα για ~ό. Περίμεναν την ώρα του ~ού (= της απελευθέρωσης). ΣΥΝ. γλιτωμός [< μεσν. λυτρωμός]
28888λυτρώνωλυ-τρώ-νω ρ. (μτβ.) {λύτρω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, λυτρών-οντας, λυτρω-μένος}: απαλλάσσω, γλιτώνω: Η Τέχνη ~ει τον άνθρωπο ψυχικά και πνευματικά. Στο τέλος του έργου, ο ήρωας ~εται από τα πάθη (= εξαγνίζεται, εξιλεώνεται, καθαίρεται). ~θηκαν (= απελευθερώθηκαν) από τα δεσμά της δουλείας. Του είπε την αλήθεια κι αισθάνεται ~μένος (= ανακουφισμένος, ξαλαφρωμένος). Βλ. απο~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, για να μας ~σει (= ελευθερώσει, σώσει) από την αμαρτία. [< μεσν. λυτρώνω < αρχ. λυτρῶ]
28889λύτρωσηλύ-τρω-ση ουσ. (θηλ.): απαλλαγή από κάτι ψυχικά ή σωματικά επώδυνο: ~ από τα πάθη (= εξαγνισμός, εξιλέωση, κάθαρση). Ο θάνατος γι' αυτόν ήταν μια ~ (= ανακούφιση) από τα βάσανα/τα δεινά/το μαρτύριο που ζούσε. Στο τέλος, ήρθε η ~. Αναζητεί/βρήκε/ψάχνει τη ~ μέσα από την αγάπη/μέσω της τέχνης/στη δημιουργία.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ (= σωτηρία) του ανθρώπου/της ψυχής από την αμαρτία. Βλ. απο~. ΣΥΝ. λυτρωμός [< μτγν. λύτρωσις]
28890λυτρωτήςλυ-τρω-τής ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. σωτήρας 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Λ) χαρακτηρισμός του Ιησού Χριστού: ο ~ του κόσμου/των ψυχών (= ελευθερωτής). Πβ. Μεσσίας. 2. αυτός που λύτρωσε ή θεωρείται ότι θα λυτρώσει κάποιον από κάτι: Υποδέχτηκαν τον νέο πρωθυπουργό ως ~ή. [< μτγν. λυτρωτής]
28891λυτρωτικός, ή, ό λυ-τρω-τι-κός επίθ.: που λυτρώνει: ~ός: θάνατος/ρόλος (της Τέχνης). ~ή: δύναμη (της αγάπης)/θυσία (= εξαγνιστική)/πράξη (= εξιλεωτική, καθαρτήρια). ~ό: αποτέλεσμα/θαύμα/κλάμα (= ανακουφιστικό)/μήνυμα (της Ανάστασης). Το γέλιο είναι ~ό. Είναι ~ό να προσφέρεις βοήθεια. Πβ. απο~, σωτήριος. ● επίρρ.: λυτρωτικά [< μτγν. λυτρωτικός]
28892λυχναράκιαλυ-χνα-ρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λυχναράκι}: ΖΑΧΑΡ. καλτσούνια κυρ. από την Κρήτη.
28893λυχνάριλυ-χνά-ρι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): φορητή συσκευή φωτισμού, η οποία λειτουργούσε με καύση λαδιού ή ζωικού λίπους: μεταλλικά/πήλινα/χάλκινα ~ια. Το φιτίλι του ~ιού. Πβ. λουμίνι. Βλ. καντήλι, λυχνοστάτης.|| (σε παραμύθια:) Μαγικό ~ με τζίνι. ΣΥΝ. λύχνος (1) ● Υποκ.: λυχναράκι (το) [< μεσν. λυχνάριν]
28894λυχνίαλυ-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε συσκευή παραγωγής φωτός ή γενικότ. ακτινοβολίας: ηλεκτρική ~. ~ αλογόνου/ατμών (νατρίου/υδραργύρου)/κενού/λεντ/πετρελαίου/φθορισμού. Πβ. λάμπα, λαμπτήρας, μπαλαντέζα, φανός.|| ~ ακτίνων Χ. ● ΣΥΜΠΛ.: ενδεικτική λυχνία: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μικρή λυχνία σε συσκευή ή μηχάνημα, η οποία ανάβει ως ένδειξη λειτουργίας ή βλάβης: κόκκινη/πράσινη ~ ~. ~ ~ τροφοδοσίας (ηλεκτρονικού υπολογιστή). Η ~ ~ του εκτυπωτή/κινητήρα/κλιματιστικού. Πβ. φωτάκι. [< αγγλ. pilot light, 1970] , ηλεκτρονική λυχνία (κυρ. παλαιότ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. γυάλινος ή μεταλλικός σωλήνας κενός αέρος (λυχνία κενού) ή με ιοντισμένο αέριο (λυχνία αερίου), εφοδιασμένος με δύο ή περισσότερα ηλεκτρόδια, τα οποία συλλαμβάνουν δέσμες ηλεκτρονίων ή ρυθμίζουν τη ροή τους· χρησιμοποιήθηκε σε ηλεκτρονικές συσκευές: αντικατάσταση των ~ών ~ών από τα τρανζίστορ. Βλ. δίοδος, θερμιονικός, κρυσταλλολυχνία, μάγνητρο, τρίοδη. [< αγγλ. electron tube, 1919] , επτάφωτη λυχνία βλ. επτάφωτος, καθοδική λυχνία & καθοδικός σωλήνας βλ. καθοδικός [< αρχ. λυχνία ‘λυχνοστάτης’, γαλλ. lampe, αγγλ. lamp]
28895λυχνιολαβήλυ-χνι-ο-λα-βή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ντουί.
28896λυχνίτηςλυ-χνί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. παριανό χιονόλευκο μάρμαρο με χαρακτηριστική διαφάνεια, που χρησιμοποιήθηκε στην αρχαιότητα για την κατασκευή κυρ. αγαλμάτων. Βλ. -ίτης2. [< αρχ. λυχνίτης]
28897λύχνοςλύ-χνος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) λυχνάρι: πήλινος/χάλκινος ~. ~οι προϊστορικής περιόδου. Βλ. καντήλα. 2. (επιστ.-ιδ. ΧΗΜ.) συσκευή που χρησιμοποιείται ως θερμαντική πηγή, παράγοντας φλόγα με καύση αερίου ή αιθυλικής αλκοόλης· αποτελεί βασικό εργαστηριακό όργανο: (μεταλλικός κυλινδρικός σωλήνας με φλόγιστρο:) ~ Bunsen με στρόφιγγα (: ~ υγραερίου/φωταερίου ή φυσικού αέριου). Πβ. γκαζάκι, καμινέτο.|| (Γυάλινος/μεταλλικός) ~ οινοπνεύματος. 3. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι της τάξης των περκόμορφων (επιστ. ονομασ. Uranoscopus scaber), με μεγάλα μάτια στο πάνω μέρος του κεφαλιού, το οποίο ζει σε αμμώδεις βυθούς και συνηθίζει να κρύβεται μέσα στην άμμο για να αιφνιδιάσει τη λεία του. Βλ. πατόψαρο.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστός. ● ΣΥΜΠΛ.: λύχνος του Αριστοτέλη: ΖΩΟΛ. όργανο μάσησης των αχινών στη μέση της κοιλιακής τους χώρας, το οποίο μοιάζει με στόμα και φέρει πέντε κωνικά δόντια. [< 1: αρχ. λύχνος 2: αγγλ. burner, lamp 3: μτγν. ~]
28898λυχνοστάτηςλυ-χνο-στά-της ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): βάση στην οποία στηριζόταν το λυχνάρι: χάλκινος ~. Βλ. -στάτης. [< μεσν. λυχνοστάτης]
28899λύωλύ-ω ρ. (μτβ.) {ελύ-θη, -θησαν (μτχ. λυ-θείς, -θείσα, -θέν), λυ-όμενος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.): λύνω: Το μυστήριο (= διαλευκάνθηκε, εξιχνιάστηκε)/πρόβλημα ~θη.|| (ΝΟΜ.) Η εταιρεία ~εται με απόφαση της γενικής συνέλευσης. Η παρούσα σύμβαση ~εται αυτοδικαίως/αυτόματα μετά το πέρας ορισμένου χρόνου. ~θείσα: συνεργασία. Πβ. ακυρώνω, διακόπτω, καταργώ, παύω. Βλ. ανα~, απο~, δια~, εκ~, εξαπο~, επι~, κατα~, παρα~. ● ΦΡ.: άρχεται/λύεται η συνεδρίαση βλ. συνεδρίαση, τους ζυγούς λύσατε! βλ. ζυγός [< αρχ. λύω]
28900λώβαλώ-βα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): λέπρα. [< μεσν. λώβα < μτγν. λώβη ‘μορφή λέπρας’]
28901λώλα & λόλα1λώ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόξα, τρέλα: Έχει μεγάλη ~! ΣΥΝ. λωλάδα
28902λωλάδα & λολάδαλω-λά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τρέλα, λόξα· (συνεκδ., συνηθέστ. στον πληθ.) ανόητη πράξη, απερισκεψία. Πβ. ζούρλα, λώλα. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. κουζουλάδα, λωλαμάρα, παλαβωμάρα [< μεσν. λωλάδα]
28903λωλαίνω & λολαίνωλω-λαί-νω ρ. (μτβ.) {λώλα-να, -νει, -θηκα, -θεί, -μένος} (προφ.): τρελαίνω: Θες να με ~εις βραδιάτικα (πβ. βουρλίζω); Καλά, ~θηκες εντελώς; Τον έχει ~νει (= αποβλακώσει, ξεκουτιάνει, ξεμωράνει) τελείως ο έρωτας. Είναι ~μένος (= ερωτευμένος, ξεμυαλισμένος, ξετρελαμένος) μαζί της. ΣΥΝ. ζουρλαίνω (1), μουρλαίνω (1), παλαβώνω (2) [< μεσν. λωλαίνω]
28904λωλαμάρα & λολαμάραλω-λα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.): λωλάδα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.