Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29580-29600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28869λυσοσωμικός, ή, ό λυ-σο-σω-μι-κός επίθ. & (σπάν.) λυοσωμικός: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τα λυσοσώματα: ~ές: (γενετικές) διαταραχές. ~ά: ένζυμα. [< αγγλ. lysosomal, 1957, γαλλ. lysosomial]
28870λύσσαλύσ-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ιογενές, λοιμώδες, συνήθ. θανατηφόρο νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος των θερμόαιμων θηλαστικών· στον άνθρωπο μεταδίδεται συνήθ. μέσω του σάλιου από δάγκωμα μολυσμένου ζώου, ιδ. σκύλου: εμβόλιο για τη ~ (= αντιλυσσικό). Βλ. ζωοανθρωπο-, ζωο-νόσος. 2. (μτφ.) ακατάσχετη ορμή, παράφορη οργή: Αντιστάθηκαν/του επιτέθηκε με ~ (= λυσσασμένα, μανιωδώς). Πβ. αλλοφροσύνη, μένος. ΣΥΝ. μανία (2) 3. (μτφ.) μεγάλο πάθος για κάτι: ~ για ζωή. Έχει ~ με τ' αυτοκίνητα/το ποδόσφαιρο. Πβ. αρρώστια, τρέλα.|| (κατ' επέκτ., μεγάλη πείνα ή λαιμαργία:) Μ' έχει πιάσει μια (απίστευτη) ~ για γλυκό. Βλ. ψωμόλυσσα.|| (κ. για έντονη σεξουαλική επιθυμία:) Ερωτική ~. Πβ. παραφορά. ΣΥΝ. μανία (1) 4. (προφ.-εμφατ., για φαγητό) πολύ αλμυρό: ~ την έκανες τη σούπα. ● ΦΡ.: λύσσα κακιά (προφ.): δηλωτικό δυσαρέσκειας για κάτι που γίνεται ή λέγεται με τόσο επίμονο τρόπο, που καταντά τελικά κουραστικό: Αμάν πια, ~ ~ (= λύσσαξες, φαγώθηκες) να έρθω κι εγώ μαζί! Τι ~ ~ είν' αυτή με ...! [< αρχ. λύσσα]
28871λυσσακάλυσ-σα-κά ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) λυσσιακά (τα): στη ● ΦΡ.: έχει φάει/έφαγε τα λυσσακά του (προφ.): έχει καταβάλει επίμονες προσπάθειες, προσπάθησε με κάθε τρόπο να πετύχει κάτι: Έχει φάει ~ ~ να βρει δουλειά. Έφαγα τα ~ μου, μέχρι να το βρω. Πβ. τρώω τα σίδερα.
28872λυσσαλέος, α, ο λυσ-σα-λέ-ος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ασυγκράτητη ορμή, μεγάλη σφοδρότητα: ~ος: ανταγωνισμός/πόλεμος (= άγριος). ~α: αντίδραση/επίθεση/προσπάθεια (= μανιώδης). ~ο: μίσος (= παράφορο).|| ~οι άνεμοι (= θυελλώδεις).|| (για πρόσ.) Βίαιος και ~. Πβ. λυσσασμένος. Βλ. -αλέος. ΣΥΝ. λυσσώδης ● επίρρ.: λυσσαλέα & (λόγ.) -ως [< μτγν. λυσσαλέος]
28873λύσσαξαβλ. λυσσώ
28874λυσσάρης, α, ικο λυσ-σά-ρης επίθ. & (σπάν.) λυσσιάρης (προφ.): που διακατέχεται από έντονη σεξουαλική επιθυμία: (συνήθ. για πρόσ.-μειωτ.) Πβ. λιγούρης, λυσσασμένος, σαλιάρης.|| ~ικα: φιλιά (= παθιάρικα). Πβ. αχόρταγος. [< μεσν. λυσσάρης & λυσσιάρης (κυρ. για σκύλο)]
28875λυσσασμένος, η, ο λυσ-σα-σμέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ασυγκράτητη ορμή, μεγάλη σφοδρότητα: ~η: αντίδραση/αντίσταση/επίθεση.|| (για πρόσ.) ~ για εκδίκηση. Κάνει σαν ~ (= λιγούρης, λυσσάρης).|| ~ος: αέρας (= δαιμονισμένος, διαβολεμένος, μανιασμένος). Πβ. λυσσαλέος. 2. που έχει λύσσα: ~ος: σκύλος.|| (για πρόσ.) Κάνει σαν ~η (γάτα) (= μανιακή). ● επίρρ.: λυσσασμένα [< μεσν. λυσσασμένος]
28876λυσσάωβλ. λυσσώ
28877λυσσιακάβλ. λυσσακά
28878λυσσιάρης, α, ικο βλ. λυσσάρης
28879λυσσιατρείο[λυσσιατρεῖο] λυσ-σι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): θεραπευτήριο όπου νοσηλεύονταν ασθενείς που είχαν προσβληθεί από λύσσα.
28880λυσσομανά[λυσσομανᾷ] λυσ-σο-μα-νά ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & λυσσομανάει (συνήθ. λογοτ.): (για στοιχείο της φύσης) εκδηλώνεται με πολύ μεγάλη ένταση, ορμητικότητα, σφοδρότητα· μαίνεται: ~ η βροχή/η θάλασσα/ο καιρός. ~ούν τα κύματα. Ο αγέρας/άνεμος/βοριάς ~ούσε (= φυσομανούσε). Βλ. θεριεύω. ΣΥΝ. λυσσά, μανιάζει [< μτγν. λυσσομανῶ ‘είμαι μανιασμένος, μαίνομαι’]
28881λυσσώ[λυσσῶ] λυσ-σώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λυσσ-άς ..., -ώντας | λύσσ-αξα, -άξει, -ασμένος} & λυσσάω & (σπάν.) λυσσ(ι)άζω 1. (μτφ.-προφ.) επιθυμώ κάτι έντονα, με πάθος: ~ά για αξιώματα (= ψοφά)/σένα (= καίγεται, τρελαίνεται). ~αξες (= φαγώθηκες) να φύγουμε! 2. (μτφ.-προφ.) κυριεύομαι από μεγάλη οργή, σφοδρό μίσος ή φθόνο: ~αξε από τον θυμό του/που έχασε (= έγινε έξω φρενών/θεριό ανήμερο/θηρίο/πυρ και μανία/Τούρκος). Πβ. αφην-, μαν-, σκυλ-, φρεν-ιάζω.|| Έχει ~άξει (= σκάσει) από τη ζήλια. 3. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) κάνω ή νιώθω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Τον ~αξαν (= έσπασαν, μαύρισαν, σακάτεψαν, σάπισαν, τσάκισαν) στο ξύλο. Έχουν ~άξει τα κανάλια με τις διαφημίσεις.|| Έχω ~άξει (= πεθάνει, ψοφήσει) από την/στην πείνα. 4. (σπάν., κυρ. για σκύλο) προσβάλλομαι από λύσσα. || (ως κατάρα) (Βρε/μπα) που να ~άξεις! Βλ. λυσσασμένος.λυσσά (μτφ.): λυσσομανά. ● ΦΡ.: σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου βλ. κακό [< αρχ. λυσσῶ, μεσν. λυσσ(ι)άζω]
28882λυσσώδης, ης, ες λυσ-σώ-δης επίθ. {λυσσώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): λυσσαλέος. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: λυσσωδώς [-ῶς] [< αρχ. λυσσώδης]
28883λύτηςλύ-της ουσ. (αρσ.) {λυτών | σπάν. θηλ. λύτρια}: πρόσωπο που (έχει την ικανότητα να) λύνει πνευματικά παιχνίδια ή απαιτητικά μαθηματικά προβλήματα: μανιώδης ~ σταυρολέξων. Ο ~ ενός αινίγματος/ενός γρίφου/μιας σπαζοκεφαλιάς. Βλ. παίκτης.|| (μτφ.) Σε γρίφο/κουίζ/παζλ για γερούς/δυνατούς ~ες εξελίσσεται το ζήτημα/η υπόθεση …
28884λυτικός, ή, ό λυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που προκαλεί λύση των κυττάρων ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: κύκλος (φάγου). ~ά: ένζυμα. Βλ. πρωτεο~. ΣΥΝ. κυτταρολυτικός [< αρχ. λυτικός ‘καθαρτικός, που διαλύει, καταστρέφει’, αγγλ. lytic, γαλλ. lytique, 1924]
28885λυτός, ή, ό λυ-τός επίθ.: άδετος: ~ά: κορδόνια/μαλλιά (= ελεύθερα, ξέπλεκα). Πβ. λυμένος. Βλ. άλυτος, δετός.|| ~ά: έγγραφα/φύλλα (ΑΝΤ. βιβλιοδετημένα).|| Άφησε τον σκύλο ~ό (: χωρίς λουρί). ● ΦΡ.: βάζω λυτούς και δεμένους (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): προσφεύγω σε οποιονδήποτε μπορεί να με βοηθήσει ή χρησιμοποιώ κάθε μέσο, για να πετύχω τον σκοπό μου: Έχει βάλει ~ ~ (για) να τον πάρουν στη δουλειά/μήπως και γλιτώσει το πρόστιμο. Πβ. κάνω τα αδύνατα δυνατά, κινώ γη και ουρανό. [< αρχ. λυτός]
28886λύτραλύ-τρα ουσ. (ουδ.) (τα): χρηματικό ποσό που απαιτείται ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση ομήρου: Οι απαγωγείς εισέπραξαν/έλαβαν/ζήτησαν/πήραν ~ ύψους ... χιλιάδων ευρώ. Το θύμα αφέθηκε ελεύθερο, αφού πρώτα η οικογένεια κατέβαλε/πλήρωσε τα ~ (βλ. εξαγοράζω). [< αρχ. λύτρα]
28887λυτρωμόςλυ-τρω-μός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. λογοτ.): λύτρωση: ~ της ψυχής. Δεν υπάρχει ~/ελπίδα για ~ό. Περίμεναν την ώρα του ~ού (= της απελευθέρωσης). ΣΥΝ. γλιτωμός [< μεσν. λυτρωμός]
28888λυτρώνωλυ-τρώ-νω ρ. (μτβ.) {λύτρω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, λυτρών-οντας, λυτρω-μένος}: απαλλάσσω, γλιτώνω: Η Τέχνη ~ει τον άνθρωπο ψυχικά και πνευματικά. Στο τέλος του έργου, ο ήρωας ~εται από τα πάθη (= εξαγνίζεται, εξιλεώνεται, καθαίρεται). ~θηκαν (= απελευθερώθηκαν) από τα δεσμά της δουλείας. Του είπε την αλήθεια κι αισθάνεται ~μένος (= ανακουφισμένος, ξαλαφρωμένος). Βλ. απο~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, για να μας ~σει (= ελευθερώσει, σώσει) από την αμαρτία. [< μεσν. λυτρώνω < αρχ. λυτρῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.