Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29600-29620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28905λωλός & λολός, ή, ό λω-λός επίθ. (προφ.): παλαβός, τρελός· άμυαλος, ανόητος. ΣΥΝ. ζουρλός, κουζουλός, μουρλός (1) [< μεσν. λωλός, βεν. lolo, ιταλ. διαλεκτ. lollo]
28906λωποδυσίαλω-πο-δυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κλοπή, απατεωνιά. [< μτγν. λωποδυτία ‘κλοπή ρούχων’]
28907λωποδύτηςλω-πο-δύ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κλέφτης, απατεώνας. Πβ. αγιογδύτης, αγύρτης, αρπάχτρα. [< αρχ. λωποδύτης ‘κλέφτης (ρούχων’)]
28908λωρίδαλω-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. μακρόστενο κομμάτι από κάποιο υλικό: δερμάτινες/ξύλινες ~ες. ~ υφάσματος (= ταινία· πβ. μπαρέτα· βλ. κορδέλα). ~ες αλουμινίου. Έκοψε το χαρτί σε φαρδιές ~ες. Πβ. λουρίδα. 2. στενόμακρο τμήμα ασφαλτοστρωμένου δρόμου ή γενικότ. εδάφους, επιφάνειας: ~ ανόδου/καθόδου. Κινείται στην αριστερή ~ (: ~ ταχείας κυκλοφορίας). Οδηγούσε στη δεξιά/στη μεσαία ~ (κυκλοφορίας). Αλλάζω ~ (βλ. φλας). ~ έκτακτης ανάγκης (ακρ. ΛΕΑ). ~ για ποδήλατα (= ποδηλατόδρομος). Πβ. ρεύμα. Βλ. λεωφορειο~.|| Αντιπυρικές ~ες (= ζώνες). ~ ξηράς (βλ. ακτή, ισθμός, όχθη).|| Θαλάσσια ~ (βλ. πορθμός).|| ~ φωτός (= δέσμη, στήλη). [< 2: αγγλ. lane]
28909λώρος[λῶρος] λώ-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): λουρί. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ομφάλιος λώρος βλ. ομφάλιος [< μτγν. λῶρος]
58759λωτόςλω-τός ουσ. (αρσ.) ΒΟΤ. 1. ονομασία ποικίλων ειδών ποωδών φυτών ή θάμνων (γένος Lotus), με πιο χαρακτηριστικό αυτό που έχει καρπούς πορτοκαλί-κόκκινου χρώματος, οι οποίοι τρώγονται ως φρούτο· κυρ. ο καρπός αυτός: σορμπέ ~ού. 2. (ειδικότ.) υδρόβιο φυτό (επιστ. ονομασ. Nymphaea Lotus, Nelumbium speciosum) με θρησκευτικό συμβολισμό σε διάφορους ανατολικούς πολιτισμούς: αιγυπτιακός (λευκός ή μπλε)/ροζ ~. Βλ. νούφαρο. [< αρχ. λωτός, αγγλ.-γαλλ. lotus]
56603λωχαίνω

χά-σκω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έχασκε, χάσκοντας} (λόγ.): κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό: Έχασκε σαν ηλίθιος. Έμεινε να ~ει (από έκπληξη). Πβ. χαζεύω. Βλ. κεχηνώς, χάνος.|| ~ουν άδεια μτα ταμεία.χάσκει (λόγ.): εμφανίζει βαθύ άνοιγμα: Ένας γκρεμός/μια χαράδρα έχασκε κάτω από τα πόδια τους.|| Σακούλες σκουπιδιών ~ουν (ανοιγμένες) έξω από τους ξεχειλισμένους κάδους. ΣΥΝ. χαίνει [< αρχ. χάσκω]

28910μ1. (πρόφ. μι) το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [m]. ~ κεφαλαίο (Μ). ~ μικρό (μ). Πβ. μι. Βλ. δίψηφο. 2. (πρόφ. μι) τεσσαρακοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: Κεφάλαιο μβ΄/ΜΒ΄ (= τεσσαρακοστό δεύτερο). 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Μ ή ,μ:) σαράντα χιλιάδες. [< αρχ. Μ, μεσν. μ]
28912μ-(προφ.-επιτατ.): (στη θέση του αρχικού γράμματος, αν είναι σύμφωνο, ή μπροστά από αυτό, αν είναι φωνήεν, σε αμέσως επαναλαμβανόμενη λέξη) για να δηλωθεί αρνητική διάθεση απέναντι σε κάποιο γεγονός: Πρόβες και ξανά μανά πρόβες!|| Πλήρωσα ένα σωρό λεφτά για φόρους, ΙΚΑ, ΜΙΚΑ! [< τουρκ. m-]
28911μ.(συντομ.): μέτρο.
28913Μ.επίθ. (συντομ.): Μέγας/Μεγάλη: ~ Αλέξανδρος. ~ Αικατερίνη.
58568ΜPhil: Master of Philosophy.
28914μα1σύνδ. 1. (αντίθεση) αλλά: Προσπαθώ, ~ δεν τα καταφέρνω. Δεν προδιαγράφω ~ και δεν αποκλείω τίποτε. Δεν μπορώ, ~ ούτε και θέλω. ~ και να ήξερε, δε(ν) θα μπορούσε να μιλήσει (= ακόμη και αν ήξερε). 2. δήλωση έκπληξης ή αγανάκτησης: ~ τι λες τώρα; ~ πώς είναι δυνατόν; 3. εμφατ. χρήση: Δεν υπήρχε κάτω ούτε ένα, ~ ούτε ένα σκουπιδάκι! 4. (σε αλλαγή θέματος) όμως: ~ ας μη μιλήσουμε άλλο γι' αυτά! ● ΦΡ.: (τα) μα μου (σου του)/μα και μου & μα και ξεμά (προφ.-μειωτ.): αμφιταλαντεύσεις, δικαιολογίες, αντιρρήσεις: Μ' αρέσουν οι ξεκάθαρες κουβέντες, τα ~ ~ δεν τα μπορώ.|| Δεν έχει/δε(ν) θέλω/μη μου αρχίζεις ~ ~, θα έρθεις μαζί μας! Πβ. σούξου μούξου μανταλάκια., (μα) αφού βλ. αφού [< μεσν. μα]
28915μα2μόρ.: επίκληση, όρκος για επιβεβαίωση των λεγομένων: ~ τον Άγιο/την αλήθεια/το(ν) Θεό/την πίστη μου/το(ν) Χριστό, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο! Βλ. ομοτικός. [< αρχ. μά]
28916μα3

: μόνο στη ● ΦΡ.: κάνω μάκια/μα: (οικ., σε παιδιά) φιλώ: Έλα να το ~ ~ να περάσει (: στο σημείο που χτύπησε). Κάνε ~ (= φίλησε) τη θεία! [< λ. νηπιακή]

28919μαβής, -ιά, -ί μα-βής επίθ. (λογοτ.): που έχει βαθύ μπλε ή μοβ χρώμα: ~ιά: θάλασσα. ~ί: δειλινό. ~ιά: μάτια. Πβ. βιολετής, ιώδης, μενεξεδής. ● Ουσ.: μαβί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. [< τουρκ. mavi]
28920μαγαζάτοραςμα-γα-ζά-το-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης μαγαζιού. Πβ. καταστηματάρχης. Βλ. -άτορας.
28921μαγαζίμα-γα-ζί ουσ. (ουδ.) {μαγαζ-ιού} (προφ.) 1. μικρή κυρ. επιχείρηση πώλησης αγαθών, συνήθ. σε λιανική τιμή και ο χώρος όπου στεγάζεται: Άνοιξε ~ με ηλεκτρικά είδη/με ρούχα. Τα χρέη τον ανάγκασαν να βάλει λουκέτο/να κατεβάσει ρολά στο ~ του (= να το κλείσει). Όταν λείπει, το ~ το κρατάει η γυναίκα του. Ακριβό/φτηνό ~ (: με υψηλές/χαμηλές τιμές προϊόντων· βλ. φτηνομάγαζο). Μικρό/συνοικιακό/τουριστικό ~. ~ιά του κέντρου. Βγαίνω/τρέχω στα ~ιά. Βόλτα/ψώνια στα ~ιά. ΣΥΝ. κατάστημα (1) 2. κέντρο διασκέδασης: νυχτερινά ~ιά. Βλ. μπουζούκια, σκυλομάγαζο.|| (συνεκδ.) Κερνάω όλο το ~ (: όλους τους παρευρισκομένους, συνήθ. σε καφενείο). μαγαζιά (τα): (μτφ.-προφ.) φερμουάρ ανδρικού παντελονιού: Είναι/έχει αφήσει ανοιχτά τα ~ του. ● Υποκ.: μαγαζάκι (το) ● Μεγεθ.: μαγαζάρα (η) [< μεσν. μαγαζί < βεν. magasín, αραβικής αρχής]
28922μαγαρίζωμα-γα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {μαγάρι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λαϊκό) 1. (παρωχ.) λερώνω με περιττώματα, βρομίζω: Το σκυλί ~σε το χαλί.|| Ασυνείδητοι ~ουν τις ακτές με πλαστικά και σακούλες. 2. (μτφ.) βεβηλώνω, σπιλώνω: ~στηκε το όνομά του/η φήμη του (= κηλιδώθηκε, αμαυρώθηκε).|| Ιερόσυλοι ~σαν (= μίαναν) τον ναό. [< μεσν. μαγαρίζω]
28923μαγαρισιάμα-γα-ρι-σιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό): περιττώματα, βρομιά: ~ιές ζώων. [< μεσν. μαγαρισιά]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.