| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28924 | μαγάρισμα | μα-γά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαγαρίζω. [< μεσν. μαγάρισμα] | |
| 28925 | μαγγανεία | μαγ-γα-νεί-α ουσ. (θηλ.) : χρήση διαφόρων μαγικών μέσων, όπως βότανα, φίλτρα, ξόρκια, συνήθ. με σκοπό τη βλαπτική επίδραση σε κάποιον άνθρωπο· συνεκδ. τα ίδια τα μέσα: φυλαχτό για προστασία από τη ~. Προλήψεις, δεισιδαιμονίες και ~ες. Πβ. γητειά, μάγια. Βλ. αποκρυφισμός. [< αρχ. μαγγανεία ‘γητειά, γοητεία’] | |
| 28926 | μαγγάνι | βλ. μάγγανο | |
| 28927 | μαγγάνιο | μαγ-γά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & (σπάν.) μαγκάνιο: ΧΗΜ. -ΒΙΟΧ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Mn, Ζ 25) ανοιχτού γκρίζου χρώματος που είτε περιέχεται σε διάφορα ορυκτά και είναι σκληρό και εύθραυστο, είτε βρίσκεται ως ιχνοστοιχείο στο ανθρώπινο σώμα και γενικότ. στους ζωντανούς οργανισμούς: οξείδια του ~ίου.|| Οι πλουσιότερες τροφές σε ~ είναι τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα όσπρια και οι ξηροί καρποί. [< γαλλ. mangane (παλαιότ.), manganese, αγγλ. ~] | |
| 28928 | μάγγανο & μαγκάνι | μάγ-γα-νο ουσ. (ουδ.) & μάγκανο & μαγγάνι (κυρ. παλαιότ.) : χειροκίνητο μηχάνημα για άντληση νερού από πηγάδι, αποτελούμενο από κύλινδρο που περιστρέφεται και τυλίγει γύρω του ένα σχοινί, ανυψώνοντας έτσι τον κάδο που είναι δεμένος στην άκρη του. Βλ. βαρούλκο, τροχαλία. [< μτγν. μάγγανον ‘γητειά, βαρούλκο’] | |
| 28929 | μαγγανοπήγαδο | μαγ-γα-νο-πή-γα-δο ουσ. (ουδ.) & μαγκανοπήγαδο 1. (παλαιότ.) πηγάδι με μάγγανο για την άντληση νερού: παραδοσιακή αυλή με ~ και στέρνα. 2. (μτφ.) μονότονα επαναλαμβανόμενη διαδικασία: το ~ της ζωής/της καθημερινότητας (= ρουτίνα). | |
| 28930 | μαγγώνω | βλ. μαγκώνω | |
| 28931 | Μαγδαληνή | Μα-γδα-λη-νή ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μετανοούσα Μαγδαληνή (μτφ.-ειρων.): (για πρόσωπο) που δείχνει υποκριτική μετάνοια: Παριστάνει τη/συμπεριφέρεται ως ~ ~. Πβ. κάνω/παριστάνω την οσία (Μαρία). [< μτγν. Μαγδαληνή] | |
| 28932 | μαγεία | μα-γεί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αισθητική απόλαυση που προκαλείται από κάτι εξαιρετικά όμορφο ή ενδιαφέρον: θεατρική/μουσική ~. Η ~ του βυθού/του κινηματογράφου/της νύχτας/του παραμυθιού/του τοπίου. Σκέτη ~ (= απόλυτα μαγευτική) η πανσέληνος του Αυγούστου! 2. ΛΑΟΓΡ. η τέχνη της επίκλησης υπερφυσικών δυνάμεων, για να πραγματοποιηθεί κάτι με τρόπο λογικά αδύνατο: λευκή/μαύρη ~ (: για πρόκληση ωφέλειας/βλάβης). Βλ. βουντού, ξόρκι, μαγγανεία, μάγια, φυλαχτό. ● ΦΡ.: ως δια μαγείας (λόγ.): με τρόπο απρόσμενο και ανεξήγητο: ~ ~, λύθηκε το πρόβλημα. [< γαλλ. comme par magie/enchantement] [< 1: γαλλ. magie, enchantement 2: αρχ. μαγεία] | |
| 28933 | μάγειρας | μά-γει-ρας ουσ. (αρσ.) {μάγειρ-ες/-οι, μαγείρ-ων} & μάγειρος, μαγείρισσα (η) : πρόσωπο που ασχολείται με τη μαγειρική, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά: ~ σε εστιατόριο/ξενοδοχείο/πλοίο. Βοηθός ~α. Σχολή ~ων. Βλ. αρχι~, ατμο~, τηλε~. [< μεσν. μάγειρας < αρχ. μάγειρος ‘μάγειρας, κρεοπώλης’, μτγν. μαγείρισσα] | |
| 28934 | μαγειρείο | [μαγειρεῖο] μα-γει-ρεί-ο ουσ. (ουδ.) {μαγειρεία: κ. με σημ. εν.} & (παλαιότ.-προφ.) μαγειριό ή μαγεριό 1. εσωτερικός χώρος όπου παρασκευάζονται φαγητά για μεγάλο αριθμό ατόμων: ~ πλοίου/ξενοδοχείου. Τα ~α του νοσοκομείου. Πβ. κουζίνα.|| (μετωνυμ.) Ηλεκτρικό ~ με τέσσερις εστίες (= κουζίνα). 2. (λαϊκό) ταβέρνα. Πβ. μαγέρικο. [< μτγν. μαγειρεῖον < αρχ. ~ 'κρεοπωλείο'] | |
| 28935 | μαγείρεμα | μα-γεί-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {μαγειρέμ-ατος | -ατα} 1. παρασκευή φαγητού: προετοιμασία υλικών, ~ και σερβίρισμα. Υγιεινό ~. ~ με φυσικό αέριο. Σκεύη/χρόνος ~ατος. 2. (μτφ.) παραποίηση δεδομένων ή μηχανορραφία: ~ αποτελεσμάτων/αριθμών/στοιχείων. Εκλογικά/λογιστικά ~ατα (= αλχημείες, τεχνάσματα).|| Παρασκηνιακά ~ατα. [< μεσν. μαγείρεμα < μτγν. μαγείρευμα 'μαγειρεμένο φαγητό'] | |
| 28936 | μαγειρευτός | , ή, ό μα-γει-ρευ-τός επίθ.: που έχει μαγειρευτεί στην κατσαρόλα ή τον φούρνο: κοτόπουλο ~ό ή στα κάρβουνα (= της ώρας). Βλ. τηγανητός. ● Ουσ.: μαγειρευτά (τα): τα αντίστοιχα φαγητά. [< μεσν. μαγειρευτός] | |
| 28937 | μαγειρεύω | μα-γει-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαγείρ-εψα, -έψει | -εύτηκε, -ευτεί, -εμένος, μαγειρεύ-οντας, συνήθ. στην ενεργ. φωνή} 1. παρασκευάζω φαγητό με βράσιμο στην κατσαρόλα, ψήσιμο στον φούρνο ή τηγάνισμα: ~ουμε τα υλικά σε χαμηλή φωτιά, μέχρι να πιουν όλο το νερό. ~εμένα ή φρέσκα λαχανικά. Τι καλό ~εψες;|| Μου αρέσει να ~ στον ελεύθερο χρόνο μου. Συσκευή που ~ει στον ατμό. Βλ. ατμομάγειρας, χύτρα ταχύτητας. 2. (μτφ.) ενεργώ κρυφά για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών, είτε υπονομεύοντας πρόσωπα, είτε αλλοιώνοντας στοιχεία: Πρόσεχε, γιατί κάτι ~ει πάλι (= μηχανεύεται, σκαρώνει).|| ~εύτηκαν (= παραποιήθηκαν) τα αποτελέσματα του διαγωνισμού. ● ΦΡ.: των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν βλ. παιδί [< 1: μτγν. μαγειρεύω] | |
| 28938 | μαγειριά | μα-γει-ριά ουσ. (θηλ.) & μαγεριά (προφ.): κατάλληλη ποσότητα για ένα γεύμα: Το λάδι ίσα-ίσα φτάνει για μια ~. Βλ. τηγανιά. [< μτγν. μαγειρία, μαγερειά, 17ος αι.] | |
| 28939 | μαγειρική | μα-γει-ρι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη του μαγειρέματος: παραδοσιακή/υγιεινή ~ (= κουζίνα). Βιβλίο/οδηγός (= τσελεμεντές)/σκεύη/συνταγές ~ής. Βλ. γαστρονομία. [< αρχ. μαγειρική (τέχνη)] | |
| 28940 | μαγειρικός | , ή, ό μα-γει-ρι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται στο μαγείρεμα ή αναφέρεται σε αυτό: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: αλάτι/λάδι. ~ά: σκεύη.|| ~ή: παράδοση/τέχνη. ~ές: συνταγές. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγειρικά λίπη βλ. λίπος, μαγειρική σόδα βλ. σόδα [< αρχ. μαγειρικός] | |
| 28941 | μαγειρίτσα | μα-γει-ρί-τσα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από ψιλοκομμένα εντόσθια αρνιού ή κατσικιού, λαχανικά (συνήθ. άνηθο, φρέσκα κρεμμυδάκια, μαρούλι) και αβγολέμονο, που σερβίρεται στο δείπνο μετά την Ανάσταση: παραδοσιακή ~. | |
| 28942 | μάγειρος | βλ. μάγειρας | |
| 28943 | μάγεμα | μά-γε-μα ουσ. (ουδ.) (μτφ.-λογοτ.): η επίδραση που ασκεί κάτι συναρπαστικό ή το αποτέλεσμά της: ~ απόψε η νύχτα/η φύση (= μαγεία, μαγευτική).|| ~ του νου. Βλ. ξε~. [< μεσν. μάγεμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ